Κυριακή, 29 Απριλίου 2018

λόγια του αέρα




            Το μικρό κι ασήμαντο που ανοίγει διάπλατο το παράθυρο στη ζωή είχε συναντήσει κάποτε ο κύριος Λι και στο Ζορμπά του Καζαντζάκη. Μετά από την περίοδο που έζησαν μαζί οι δυο ήρωες του έργου, ο συγγραφέας και ο Ζορμπάς, παίρνουν ο καθένας το δρόμο του. Περνάει καιρός χωρίς να επικοινωνούν. Και μια μέρα, στο Βερολίνο, ο συγγραφέας λαμβάνει ένα τηλεγράφημα  απ’ τον Ζορμπά: «Εύρον πρασίνην πέτραν ωραιοτάτην˙ ελθέ αμέσως. Ζορμπάς».
           Το θυμάται τώρα που πετάει με τη Μικρή του Φίλη ο κύριος Λι για Βερολίνο. Φοβάται πολύ τ’ αεροπλάνα η Μικρή Φίλη, τα απολαμβάνει ο Λι. Την πειράζει, για να διασκεδάσει τους φόβους της:
          - Ξέρεις πώς κλίνεται η πτήση, ρωτάει.
          -Εκείνη καταλαβαίνει τις προθέσεις του κι απλώς καταφέρνει να του χαρίσει ένα, μάλλον μισό, χαμόγελο.
          - Η πτήση .. της πτώσης.., κάνει πως κλίνει ο Λι και ξεκαρδίζεται στα γέλια.
          Τρώει μία με το διαφημιστικό στο κεφάλι και γελάει ακόμα περισσότερο.
          Η Μικρή Φίλη αποφασίζει να τον αντιμετωπίσει. Του εξηγεί:
          - Ξέρεις γιατί γελάς; Γελάς γιατί δεν πιστεύεις ότι θα σου συμβεί εσένα η πτώση. Γιατί την  αποδιώχνεις αυτή τη σκέψη.
          Την κοιτούσε χαμογελαστός ακόμα, ωστόσο όλο και πιο συγκεντρωμένος.
          - Για συνέχισε, να δω πού το πας.
          - Συνεχίζω, αλλά δε θα με διακόψεις κατά την προσφιλή σου συνήθεια.
          - Ω, όχι, θα σ’ αφήσω να μιλάς κι εγώ θα απολαμβάνω την πτώσ .. ε.. την πτήση μας, είπε και γύρισε ελαφρά προς το παράθυρο που ανοιγόταν στο άπειρο του ουρανού. «Λοιπόν, τι θα έλεγες;»
          - Άκουσε, Λάμπρο, σοβαρά τώρα. Τη φοβούνται όλοι την πτώση. Την τρέμουν. Τη φοβόμαστε τόσο που δεν την πιστεύουμε. Υιοθετούμε ρουτίνες που μας αρέσει να ξεγελιόμαστε πως θα κρατήσουν για πάντα˙ το ευμετάβλητο των πραγμάτων είναι για τους άλλους˙ παριστάνουμε πως μας ανήκει δικαιωματικά η αδιατάρακτη συνέχεια, πως τίποτα δε θα γκρεμίσει την ισορροπία μας˙ σφυρίζουμε ανέμελοι  στο πεδίο της μάχης -  κι ας σκάνε οι οβίδες δίπλα μας, ας παρακολουθούμε τις αιφνίδιες πτώσεις εχθρών και φίλων˙ αποδιώχνουμε κάθε δυσοίωνη σκέψη, ούτε καν τα ονόματα των πραγμάτων δεν προφέρουμε, λες κι αν δεν τα προφέρουμε δε θα συμβαίνουν: «έφυγε», δεν πέθανε, «η κακιά αρρώστια», όχι ο καρκίνος˙ κι απ’  την άλλη: « τον πρόδωσε η καρδιά του» -  λες και είχε συνάψει συμφωνία πως θα χτυπούσε εσαεί, εις τους αιώνας των αιώνων.
          - Τελικά τα κατάφερες. Σοβαρέψαμε.
          Του χάρισε το δεύτερο χαμόγελο της πτήσης. Πιο ζεστό απ’ αυτό που μοίραζε αργότερα η αεροσυνοδός περνώντας να ελέγξει αν είχαν βάλει όλοι τις ζώνες για την προσγείωση.
          - Βλέπεις, απευθύνθηκε στη Μικρή του Φίλη, ασφαλίζοντας και τη δική του. Ζώνες, σωσσίβια, αλεξίπτωτα, φρένα, συστήματα ελέγχου.. Αγωνίζεται ο καημένος ο άνθρωπος ενάντια στην πτώση. Κάνει ό,τι μπορεί.
          -Ναι. Ξέροντας ότι δεν μπορεί, όμως. Και γι’ αυτό είναι σπουδαίος! Δεν έχω δίκιο, κύριε Λι μου;
          - Πφ! Λόγια του αέρα!
          - Καλά, καλά. Κράτα μου το χέρι τώρα˙ φοβάμαι πολύ την προσγείωση.
          Δυο άνθρωποι στον αέρα, πιασμένοι απ’ το χέρι. Αυτός ο κόσμος έχει μια απέραντη γλύκα, σκέφτεται ο κύριος Λι.


Κυριακή, 22 Απριλίου 2018

Η δύναμη της μυοσωτίδας


-- Gouttes de sang, σταγόνες αίμα, τα έλεγε ο Πατέρας εκείνα τα αγριολούλουδα που φύτρωναν λιγοστά και διάσπαρτα ανάμεσα σε άλλα, το θυμάσαι, Λάμπρο;
            -- Είναι να μην τα θυμάμαι, αδερφέ; Αν δεν κάνω λάθος, είναι η κομβική στιγμή στην παιδική μου ηλικία, που εκπαιδεύεται το μάτι μου να μαθαίνει τις λεπτομέρειες.
            -- Και να μαθαίνει από τις λεπτομέρειες, Λάμπρο. Τουλάχιστον αυτό συνέβη με μένα.
            -- Ναι, ναι. Πέρασαν χρόνια και συνάντησα κάτι στον Κούντερα, που μ’ έφερε πίσω στον κάμπο με τα gouttes de sang – μα πώς διάολο είναι στα ελληνικά το όνομά τους; Στην Αθανασία, στο 5ο κεφάλαιο..
            -- Για λέγε..
            -- Προχωράει η Ανιές σε ένα μυρμηγκιασμένο από κόσμο πεζοδρόμιο του Παρισιού. Την ενοχλεί η ασχήμια που παρατηρεί, κυρίως στους ανθρώπους. Και λέει μέσα της πως όταν η ασχήμια θα έχει γίνει εντελώς ανυπόφορη, θα αγοράσει από ένα ανθοπωλείο ένα βλασταράκι μυοσωτίδας, ένα μόνο βλασταράκι μυοσωτίδας, ένα λεπτό κοτσάνι που καταλήγει σ’ ένα λουλούδι μικροσκοπικό. Θα βγει μ’ αυτό στο δρόμο κρατώντας το μπροστά στο πρόσωπό της, με το βλέμμα απάνω του ώσπου να μην βλέπει τίποτ’ άλλο από αυτό το ωραίο γαλάζιο σημείο, ύστατη εικόνα που θέλει να διατηρήσει από έναν κόσμο που έχει πάψει να τον αγαπάει[i]. Κατάλαβες, αδερφέ; Η δύναμη της μυοσωτίδας. Το ελάχιστο της ομορφιάς είναι μέγιστο.

             -- Η ζωή η ίδια είναι, κύριε Λι μου, η ζωή. Και λέγοντάς το ο Δίδυμος, βγάζει από τη βιβλιοθήκη τον Φτωχούλη του Θεού, στερεώνει τα πρεσβυωπικά του γυαλιά και « Φράτε Λεόνε, είπε, ένας ασκητής μια φορά πέθανε κι ανέβηκε στον ουρανό˙ ανέβηκε στον ουρανό και μπήκε βαθιά στην αγκάλη του Θεού˙ είχε βρει την τέλεια μακαριότητα. Όμως μια μέρα έσκυψε κάτω στη γης και ξέκρινε ένα πράσινο φύλλο. “Κύριε, Κύριε, φώναξε, άσε με να φύγω, να ξαναγγίξω το πράσινο φύλλο!”. Κατάλαβες, φράτε Λεόνε;
            Δεν αποκρίθηκα˙ τρόμαξα˙ αχ, τόση είναι, αλήθεια, η δύναμη του πράσινου φύλλου!»[ii]
            Κι ενώ έξω απ’  το παράθυρο ο ήλιος στη δύση χρωματίζει το δικό του πέπλο ομορφιάς, τα δυο αδέρφια συνεχίζουν τη συζήτηση για τα αγριολούλουδα του κάμπου, τα gouttes de sang που πώς στο καλό τα λένε ελληνικά, τα  μικρά και ασήμαντα, μικρές κι ασήμαντες ψηφίδες κι αυτοί στο απέραντο μωσαϊκό τούτης της πόλης που έχει σκεπάσει καιρό τώρα τα μικρά κι ασήμαντα αγριολούλουδά της.




[i] Από την Αθανασία, του Μίλαν Κούντερα, εκδ. Εστία,1991, μτφρ. Κατερίνα Δασκαλάκη,  σελ. 31-32
[ii] Από τον Φτωχούλη του Θεού, του Νίκου Καζαντζάκη, εκδ. Ελένης Καζαντζάκη, σελ. 203

Κυριακή, 15 Απριλίου 2018

Μπλε μαρέν





            Παρασκευή μεσημέρι, λιακάδα, σχολώντας στο εξάωρο – η Δευτέρα αιώνες μακριά.
            Ο κύριος Λι τακτοποιεί τα πράγματα, να τα βρουν έτοιμα τα παιδιά την Κυριακή, να μπορέσουν να δουλέψουν οργανωμένα και μεθοδικά, δηλαδή με χαρά. Πινέλα και χρώματα, βούρτσες και πανάκια, σκάλα, κουβάδες, δοχεία, σφουγγαρίστρα και στουπιά. Τρεις μήνες αγωνιζόταν να πάρει την άδεια από τον διευθυντή να ζωγραφίσει με τα παιδιά εκείνον τον ξεφτισμένο τοίχο δίπλα στη σκάλα. Επιμένοντας τα κατάφερε. Επιμένοντας τα κατάφερε. Επιμένοντας τα κατάφερε. Και τώρα είναι όλα έτοιμα για την Κυριακή. Και τα παιδιά αδημονούν.
            Λιακάδα έξω, λιακάδα μέσα. Παρασκευιάτικα χαμόγελα σχολάσματος.
            Προσπερνώντας τον, ο Συνάδελφος:
            «Γεια σου, ρε Λι, με τα ωραία σου! Καλό σαββατοκύριακο!»
            Ο Λι κοιτάζει τα χρώματα. «Ωραία, ωραία είναι», απαντάει˙ και συμπληρώνει: «Δε θέλεις να ‘ρθεις κι εσύ, ρε Δημήτρη;»

            Ο Συνάδελφος χαμηλώνει λίγο τον τόνο.
            «Έλα να σου πω», λέει, και λέγοντας πλησιάζει ο ίδιος τον Λι. «Τα παιδιά, ρε, ούτε τα μισά δε θα ‘ρθουν, αλλά κι αυτά που θα ‘ρθουν θα σου βγάλουν την ψυχή κυριακάτικα. Το ‘χεις σκεφτεί καλά; Εγώ σιγά μη χάσω την Κυριακή μου, ρε˙ δε θα χάσω το χρόνο μου έτσι˙ έτσι κι αλλιώς, δε μας άφησαν και πολλά. Χαιρετώ!»
            Το «χαιρετώ» ο Συνάδελφος το είπε με ξανά αγέρωχο τον τόνο της φωνής του. Η απολογία είχε τελειώσει, το συννεφάκι ήταν περαστικό, στιγμιαίο. Ξανά αιθρία.
            Δεν εκπλήσσεται – ή μήπως πάντα εκπλήσσεται; - από τις συμπεριφορές των ανθρώπων ο Λι. Τις πασπατεύει, όμως. Πότε χάνει το χρόνο του ο Συνάδελφος; σκέφτεται . Τι σημαίνει, άραγε, απώλεια χρόνου και τι κέρδος;  Ποιες αντιλήψεις, ποια κοσμοθεωρία πίσω απ’ αυτές τις εκφράσεις; Πότε μπόρεσε να σκεφτεί κανείς πώς κερδίζει και πώς χάνει το χρόνο του;
            Για τον Συνάδελφο ένα κυριακάτικο μεσημέρι που θα συναντηθούν κάποιοι άνθρωποι για να μοιραστούν, να ανταλλάξουν, να εκφραστούν και να απλώσουν χρώματα είναι ένα χαμένο μεσημέρι. Πότε, ποιος, πώς τον δίδαξε την απώλεια του χρόνου;
            Δυσκολεύεται ο Λι, χάνεται. Κι αυτό το μπλε μαρέν πού στο καλό το έχει βάλει;

Κυριακή, 8 Απριλίου 2018

απαντήσεις της Άνοιξης



           Πάσχα. Άνοιξη, έξοχη εξοχή, χαρά Θεού ( πώς όχι, μόλις αναστημένος..). Ο κύριος Λι και ο Δίδυμος κάθονται κοντά στο γλέντι του πασχαλινού τραπεζιού, τσιμπολογώντας κοψιδάκια και συνοδεύοντάς τα με κακό κόκκινο κρασί. Δίπλα σόι, συγγενείς και φίλοι, άντρες, νέοι, γυναίκες, παιδιά στη συνήθη ευωχία.
          -Την Ανάσταση την έχει δεχτεί ο κόσμος, τη χαίρεταιˑ την επανάσταση όχι και πολύ, μάλλον τη φοβάται. Γιατί, ρε Μπούφο, μου λες;
          -Μην είσαι αφελής, αδερφέ. Η Ανάσταση γίνεται μόνη της, την Επανάσταση χρειάζεται να την κάνεις εσύ. Ή μήπως όχι;
            Τη ζηλεύει αυτή την αφοριστικότητα του αδερφού του ο Λι, αυτή την τακτοποιημένη σκέψη του, που λίγο τον νοιάζει  αν είναι και σωστή – «και τι θα πει ‘σωστή’», τον είχε ρωτήσει κάποτε δυσκολεύοντάς τον.
             Κλείνει λίγο τα μάτια˙ αίφνης σαν μακρινοί οι ήχοι απ’ το υπαίθριο τραπέζι και οι φωνές, σαν καρφωμένη στο μυαλό του η φράση του Δίδυμου, «την επανάσταση χρειάζεται να την κάνεις εσύ», την ώρα που  η πασχαλινή συνθήκη τόσο ξελογιάστρα και παραπλανητική αντιμάχεται την επαναστατική διάθεση – άλλη ξελογιάστρα και πλανεύτρα κι αυτή.
            Μπερδεύεται, ως συνήθως, ο Λι, αποφασίζει να παραδοθεί στην Άνοιξη. Νιώθει πως αυτή, κρυφός μαέστρος των σκέψεων και των διαθέσεων, έχει απαντήσεις.


Κυριακή, 1 Απριλίου 2018

κοντσέρτο για αριστερό χέρι


              Καθισμένος στην πολυθρόνα που κοιτάει στη βεράντα ο κύριος Λι ακούει το κοντσέρτο για αριστερό χέρι, του Ραβέλ. Ο Ραβέλ το έγραψε για τον πιανίστα Πάουλ Βίτγκενστάιν, που είχε χάσει το δεξί του χέρι στον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο.
             Όσο κι αν δε συμβαδίζει με την ιστορική αλήθεια, του κυρίου Λι του αρέσει να το σκέφτεται έτσι: Ο Πάουλ, νεαρό και όμορφο παιδί, παθιασμένος πιανίστας. Μόλις άρχιζε τη διεθνή του καριέρα ως σολίστας, τον παίρνουν στον πόλεμο κι επιστρέφει μ’ ένα χέρι. Πιανίστας χωρίς χέρι.
            Θα ακούσει πολλά λόγια παρηγοριάς και συμπαράστασης, θα τον χαϊδέψουν βλέμματα συμπάθειας – πόσο να βοηθήσουν; Όμως ένας φίλος του, ο συνθέτης Μωρίς Ραβέλ, γράφει γι’ αυτόν, ειδικά γι’ αυτόν, ένα πιανιστικό κοντσέρτο  για αριστερό χέρι. Του ανοίγει έτσι μπροστά του το πεδίο της ζωής, της δημιουργίας, της προσπάθειας, του στόχου. Ο Μωρίς δεν τον παρηγορεί. Προσφέροντας τον προκαλεί. Και γίνεται έτσι η έγνοια του κινητήρια δύναμη για τον καλό του φίλο.

            Αυτά τότε, σκέφτεται ο Λι.
            Αλλά, για στάσου˙ προχτές; τι έγινε προχτές;
            Ο Λι έμαθε για τον πρώην  μαθητή του, τον Μικρό Φλαουτίστα. Προικισμένος, ταλαντούχος, μουσικά ιδιοφυής. Και έμαθε πως ο Μικρός Φλαουτίστας, ευάλωτος κι ευαίσθητος, συνάντησε δυσκολίες και πτοήθηκε˙ και εγκατέλειψε˙ και παραιτήθηκε˙και βούτηξε στην κατάθλιψη. Οι φίλοι γύρω παρηγοριά κι ενθάρρυνση, «έχεις ταλέντα», «είσαι δυνατός», «η ζωή θέλει προσπάθεια, μην παραιτείσαι», «δε σου αξίζει» - πόσο να βοηθήσουν; 
            Όμως ο δάσκαλος της μουσικής έγραψε γι’ αυτόν, ειδικά γι’ αυτόν, ένα έργο για πιάνο και φλάουτο. Δεν τον παρηγόρησε. Προσφέροντας τον προκάλεσε. «Μικρέ, έχω γράψει ένα έργο για πιάνο και φλάουτο, θέλω να το ηχογραφήσω και δεν έχω φλαουτίστα. Σώσε με». Και έμαθε ο κύριος Λι ότι ο Μικρός Φλαουτίστας έχει κατεβάσει το φλάουτο απ’ τη ντουλάπα και ετοιμάζεται.

            Το κοντσέρτο για αριστερό χέρι του Ραβέλ έχει κιόλας τελειώσει. Αφαιρέθηκε ο Λι, καθόλου δεν το παρακολούθησε, αναστατωμένος καθώς ήταν παρακολουθώντας τους τρόπους που έχει η αγάπη να ανασταίνει. Μπροστά του το ανοιξιάτικο αεράκι παιχνιδίζει με τις κουρτίνες και το δωμάτιο είναι σα να μιλάει.

αφιερωμένο στον Θοδωρή