Κυριακή, 29 Ιουλίου 2018

κρυφτό

Ο κύριος Λι θυμάται ακόμα το στίχο που κλόνισε τα θεμέλια του στέρεου, νόμιζε, εφηβικού ρομαντισμού του. «Η αγάπη είναι ο φόβος που μας ενώνει με τους άλλους», διάβαζε σ’ ένα ποίημα του Μανόλη Αναγνωστάκη κι έσπευσε να οργιστεί σχεδόν, καθώς έτσι ανάλγητα και βίαια  ο ποιητής τού τραβούσε το χαλί της αθωότητας κάτω από τα πόδια του. Με τον καιρό η οργισμένη αντίδραση θα γινόταν ερωτηματικό, μετά περίσκεψη, διστακτική αποδοχή και τέλος πικρή επαλήθευση.
            Του ταίριαζε ιδιοσυγκρασιακά, άλλωστε, αυτή η θέαση της αγάπης, καθώς μέσα του πάντα σε ετοιμότητα η τάση να παρατηρεί από απόσταση το φαινόμενο άνθρωπος. Κι όταν ζύγιζε  το στίχο του Ελύτη «αυτός ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας!», τον έβλεπε να γέρνει περισσότερο  στο «ο μικρός», όχι στο «μέγας». Ο μικρός απέναντι στο Μεγάλο. Ο μικρός που φοβάται το Μεγάλο και που όλη του η ζωή δε φτάνει να θεραπεύσει το φόβο του. Μόνο παροδικά ξεγελάσματα, αυταπάτες  και παυσίπονα. Ένα άτεχνο, ένα άνισο κρυφτό με ό,τι φοβάται, ο άνθρωπος. Κρυβόμαστε κάνοντας πως. Πως δεν υπάρχει, πως δεν αφορά εμάς προσωπικά, δε θα συμβεί σε μας, η ατυχία δεν είναι για όλους.
            Κι όταν ο για τόσους λόγους μέγας άνθρωπος βρεθεί Απέναντι, όταν αντικρύσει τη μεγάλη Μπόρα ή τη μεγάλη Φλόγα, θα απλώσει τα χέρια να αγκαλιάσει ό,τι πεισματικά είναι δίπλα του, ό,τι τον αγκαλιάζει κι αυτό, που ίσως δεν το πρόσεχε ο μέγας απρόσεκτος, ο πρεσβύωπας, ο λιποτάκτης της Στιγμής και θλιβερός επαίτης μιας άλλης ζωής που δεν υπάρχει. Να  τα αγκαλιάσει όλα. Να γίνει ο ίδιος όλος μια αγκαλιά.

            Όλα αυτά περνάνε από το μυαλό του κυρίου Λι, καθώς στο νησί του, καθηλωμένος απ’ τις τρομερές εικόνες που η μικρή οθόνη του φέρνει στα μάτια του μπροστά. Εικόνες- στοιχεία του Μεγάλου Δέους, του Μεγάλου Δέους που ορθώνεται μπρος στο μικρό άνθρωπο.
             Κι όταν ακόμα ο Δίδυμος θα τηλεφωνήσει από την Αθήνα, αμήχανος κι αυτός, «πήρες χαμπάρι, ρε, από ‘κει κάτω τι γίνεται;», θα θελήσει να ελαφρύνει το βάρος, να βγει εκτός θέματος, γιατί ασήκωτο το θέμα:
- Τι «από ‘κει κάτω’ μου λες; Από την ίδια απόσταση τα βλέπουμε». Στιγμιαία σιωπή και:
- Γύρισες, Λάμπρο; Είσαι Αθήνα;
- Όχι, ρε παιδί μου, εδώ, στο νησί.
- Ε, τι ίδια απόσταση μου λες τότε;
- Τρία μέτρα κι οι δύο από την τηλεόραση, αδερφέ. Ίδια απόσταση.»
            Για την άλλη απόσταση, κουβέντα. Εκεί σοβαρεύουν τα πράγματα. Εκεί αρχίζει το κρυφτό.

ΣΗΜ.Οι φωτογραφίες είναι του νεαρού Γιάννη Μάνεση, από το Blog του: https://wandererstym.blogspot.com/ 

Κυριακή, 22 Ιουλίου 2018

αδιάκοπα προνόμια


- Διακοπές; Όταν δεν έχω κάτι, τότε πώς να το διακόψω, δάσκαλε; Γιατί να γεμίσω τις μπαταρίες μου, όταν είμαι μόνιμα σβηστός, όταν κανείς δε μου ζητάει να λειτουργήσω; Λοιπόν, όχι. Δε θα πάω. Και γιατί δεν μπορώ και..
            Ο Παλιός Μαθητής, τώρα νέος επιστήμονας και χωρίς αμοιβή από πουθενά, κάθεται μπροστά από το διστακτικά και δειλά κερασμένο, ολοένα και λιγότερο κρύο καφέ του, στης
 συνοικιακής πλατείας το συνηθισμένο καφενείο, που λόγω του κυκλικού του σχήματος αλλά και των συζητήσεων που κάνουν εκεί με τον κύριο Λι το έχουν ονομάσει αστειευόμενοι Φιλοσοφικό Περίπτερο Συνοικίας.
            Ο κ. Λι τον κοιτάζει αποσβολωμένος. Δε βλέπει παράπονο στον τόνο της φωνής του παλιού του μαθητή. Ούτε καμιά οργή να αστράφτει στα μάτια του, καθώς αυτός μεταφέρει τις διαπιστώσεις του. Όσο κι αν ο ίδιος ο Λι να θεωρούσε πως θα μπορούσαν το παράπονο και η οργή να κινητοποιήσουν αντιδράσεις.
            - Καλά, ρε Σωτήρη, και δε σε χαλάει αυτό;
            - Τι να με χαλάει; Και γιατί να σταθώ σ’ αυτό; Και γιατί να με χαλάει αυτό και όχι τόσα άλλα;  Θυμάσαι κάποτε στην τάξη που διαπιστώναμε ότι η ποικιλία προνομίων στον κόσμο είναι τεράστια; Που ο δυτικός περισσότερο κόσμος επινοεί χιλιάδες τρόπους για να κατασκευάζει προνομιούχους;
            - Δηλαδή, λες Σωτήρη, δεν είναι δεδομένες οι διακοπές, ε; Η δυνατότητά τους προνόμιο; ρωτάει τώρα ο Λι ρητορικά, διαπιστωτικά και προβοκατόρικα. Και συνεχίζει:
            - Δεν ξέρω αν πρόλαβες  τα χρόνια που τα ταξίδια γινόντουσαν συναγωνιστικές αφηγήσεις στα τραπέζια των φίλων. Ποιος πήγε πού, φωτογραφίες λόγου και εικόνας, αξιοπερίεργα περιστατικά και συγκρίσεις, άνθρωποι που ξεκινάνε δραπέτες μιας αστικής ρουτίνας και επιστρέφουν δαφνοστεφείς Μάρκο Πόλο και ξεδιψασμένοι Μαγγελάνοι. Ο χρόνος ανάμεσα στα ταξίδια κατέληγε να είναι διάλειμμα, προσωρινή διακοπή των διακοπών, χρόνος απολογισμού του προηγούμενου και προετοιμασίας του επόμενου.
            - Ναι, όμως και τότε υπήρχαν μετανάστες, πρόσφυγες, πόλεμοι εμφύλιοι και άλλοι, άνθρωποι τσακισμένοι, ερείπια με ψυχή και ανάγκες, έτσι δεν είναι;
            - Ναι, έτσι είναι, βέβαια, όμως το λαμπερό περιτύλιγμα της εποχής θάμπωνε˙ το αεικίνητο περιθώριο λειτουργούσε στο χώρο του αοράτου˙ η Ιστορία είχε δουλειά να αποδομεί ιδεολογίες και αξίες κι οι άνθρωποι να κουβεντιάζουν τις διακοπές τους.
            - Ε, τώρα που μας έρριξε από τον ψηλό θρόνο η Ιστορία, ας χτίσουμε άλλες ιδεολογίες και αξίες. Εμείς. Εμείς δεν είμαστε το μεγαλύτερο κομμάτι της Ιστορίας; Κι αυτό στην τάξη δεν το λέγαμε;
              Ασυναίσθητα ο κύριος Λι ρίχνει το βλέμμα του γύρω˙ στην πλατεία, στα παγκάκια, στις πολυκατοικίες της γειτονιάς, στα μπαλκόνια. Κοντά Αύγουστος, η μεγαλούπολη βράζει αμήχανη στην προσφορά δροσιάς, άνθρωποι αδιάκοποι, αδιάκοπα γαντζωμένοι πάνω της, επινοούν ένα ακόμα απόγεμα, το προχωράνε όπως μπορούν. «Εμείς είμαστε το μεγαλύτερο κομμάτι της Ιστορίας», θυμάται τα λόγια του στην τάξη – εμπνευστικά τα ήθελε να είναι – και παλεύει τώρα κι ο ίδιος να εμπνευστεί απ’ αυτά, καθώς ο συνδυασμός τους με την εικόνα αυτής της στιγμής μπορεί και να γίνει επικίνδυνα ειρωνικός.
            Το κινητό του Σωτήρη δονείται πάνω στο τραπέζι, ο μικρός το σηκώνει και μιλάει. Δυσκολεύεται. Δεν ακούει καλά. «Δε σ’ ακούω καλά, ρε συ, πες μου πάλι.. Δε σ’ ακούω, γαμώτο, κάνει διακοπές»
            Χαμογελάει ο Λι.  «Φτάσαμε ο μαθητής μου να μην κάνει διακοπές και το τηλέφωνό του να κάνει!», συλλογίζεται και
            - Από το κακό στο χειρότερο πάει ο καπιταλισμός, Σωτηράκη, του παρατηρεί γελώντας, καθώς αυτός κλείνει συχγυσμένος το τηλέφωνο και  κοιτάζει τον παλιό του δάσκαλο απορημένος.

Κυριακή, 15 Ιουλίου 2018

ντολμαδάκια




            Αργό, υγρό απόγεμα καλοκαιριού. Απειλητικά θερμές οι προβλέψεις του καιρού στα δελτία. Εγκλωβισμένοι στα τείχη που οι ίδιοι ύψωσαν ή επέλεξαν, οι Αθηναίοι, επινοούν υποψίες δροσιάς.
            Ο Δίδυμος κι ο κύριος Λι περνούν, κάνοντας την αρκετά συνηθισμένη βόλτα τους,
από ένα στενό του Ψυρρή, την ώρα που στο τραπέζι της παρέας των τουριστών προσγειώνεται ένα πιάτο με ντολμαδάκια περιχυμένα με κρέμα αυγολέμονου. Έξι κεφάλια σκύβουν εξεταστικά πάνω του και κάποιοι κάτι λένε.
            Απ’ τους τυχερούς ανθρώπους του εικοστού αιώνα τα αδέρφια, ταξίδεψαν πολύ˙ αναγνωρίζουν την κίνηση των κεφαλιών, τα αντανακλαστικά του Δίδυμου ταχύτερα:
            - Είδες, Λάμπρο; Περιέργεια και ανακάλυψη γι’ αυτούς ένα πιάτο ντολμάδες, διαπιστώνει με κάποια δόση ανωτερότητας.
            - Και τι ανακάλυψη, Μπούφο! Πού να το δοκιμάσουν κιόλας!
            Ανηφόριζαν την οδό Μίκωνος, με κατεύθυνση το Μοναστηράκι, στην ιστορική αυτή συνοικία που τώρα προσφέροντας τη λοξά γοητευτική γραφικότητά της γέμιζε περιπλανώμενους τουρίστες και περαστικούς. Με αφορμή τα έξι σκυμμένα κεφάλια πάνω στο πιάτο των ντολμάδων, ο Λι κι ο αδερφός του τώρα παρατηρούν τους τουρίστες με τους οποίους διασταυρώνονται. Να κοιτάζουν τα παλιά κτίρια, τα μικρά εκκλησάκια, τα γκράφιτι που παλιρροϊκά κατέκλυσαν τους τοίχους, να κοντοστέκονται και να χαϊδεύουν κάποια γάτα, να δείχνουν με το δείκτη τεντωμένο, να συμβουλεύονται τα gps τους και να αποφασίζουν από ποιο στενό θα κατευθυνθούν – πού; Να φωτογραφίζουν σημεία και στιγμιότυπα αιχμαλωτίζοντας εικόνες ισόβια πια αιχμάλωτες σε ξένα μέρη.
            -Αυτό σου έλεγα, Λάμπρο, συμπληρώνει ο Δίδυμος. Αν το οικείο σου προσφέρει την ασφάλεια, το νέο και το ξένο σου προσφέρουν την ανακάλυψη, τη γνώση, την περιέργεια να μάθεις και να προχωρήσεις, τη χαρά και το συναρπαστικό της κατάκτησης, ακόμα και της οικειοποίησης. Και δείχνοντάς του το ζευγάρι που μάταια προσπαθούσε να συλλαβίσει το όνομα στην ταμπέλα του δρόμου, διαφωνώντας και γελώντας,
            - κοίταξέ τους, του λέει, μέσα σ’ αυτή τη χαρά ζούνε.
            - Ναι, αλλά κι εμείς που τους βλέπουμε, Μπούφο; Μήπως δεν είναι ένας καλός τρόπος να θυμόμαστε να ενεργοποιούμε τις αισθήσεις μας; Να γεμίζουμε απορίες, να γινόμαστε φιλέρευνοι, να ανανεώνουμε τη ματιά μας πάνω στα πράγματα και να ξανανακαλύπτουμε τον κόσμο, τον κόσμο μας; Εμείς γιατί ξεχάσαμε τη φωτογραφική μας στο ντουλάπι σήμερα; Δεν έχουμε να δούμε τίποτα νέο, τίποτα καινούργιο;
            - Δίκιο έχεις, Λάμπρο. Να ξαναγεννιόμαστε κάθε στιγμή, καλό το ζητούμενο. Αλλά, έλα τώρα, συμφώνησε, όχι και στα ντολμαδάκια τα πνιγμένα στην προπαρασκευασμένη κρέμα αυγολέμονου!
            Κι ενώ βγαίνουν σιγά σιγά απ’ τα στενά και αντικρύζουν  ήδη το τζαμί και το κτίριο του σταθμού στην πλατεία, ανακαλούν τα ντολμαδάκια της  μαμάς, στερεοτυπικά υπερεκτιμημένα και εξαγιασμένα στη μνήμη τους και μάλλον όχι πνιγμένα, ως συνήθως,  στο αλάτι.

Κυριακή, 8 Ιουλίου 2018

μυρωδιά τσιγαρισμένου κρεμμυδιού

             «Ποδήλατοοοοοοοο!», ακούστηκε πανηγυρικά η θριαμβευτική ιαχή του μικρού, όταν αυτός, κρατημένος από το διεκπεραιωτικό χέρι του παππού, αντίκρυσε τον κύριο Λι που σχεδόν αγγίζοντάς τους περνούσε από τον για-όλες-τις-χρήσεις-πεζών ποδηλατόδρομο.
            «Προς τι η τόση χαρά;», αναρωτήθηκε. «Γιατί άραγε ενθουσιάστηκε τόσο ο μικρός;»
            Συνέχισε τις σκέψεις του ποδηλατώντας προς τη μικρή πλατεία όπου και το ραντεβού του με τον Παλιό Μαθητή. Η ιδέα ότι το πιτσιρίκι ενθουσιάστηκε γιατί αναγνώρισε το είδος ποδήλατο, ήταν δηλαδή σαν να συναντήθηκε με κάποιο κομμάτι του δικού του κόσμου, που το ήξερε και μπορεί να το είχε επιθυμήσει κιόλας, που αποτελούσε λοιπόν το οικείο μέσα σε ένα ανοίκειο ενήλικο κόσμο, η ιδέα αυτή του φάνηκε ιδιαιτέρως ικανοποιητική.
             Πόσο τρυφερή έβλεπε ο κύριος Λι την ανάγκη των ανθρώπων να χτίζουν νησίδες οικειότητας στη ζωή τους, πόσο συμπαθητική ανάγκη για να αντιμετωπίζουν τους φόβους τους για το άγνωστο. Το οικείο είναι το χέρι της μαμάς που σου χτενίζει τα μαλλιά, η κουβέρτα που σε σκεπάζει στα πρώτα κρύα του Νοέμβρη, η μυρωδιά του τσιγαρισμένου κρεμμυδιού που έρχεται από την κουζίνα κι είναι όλη η παιδική σου ηλικία, γιατί τότε μαθαίνεις να γνωρίζεις και, κυρίως, να αναγνωρίζεις τα πράγματα, τα πράγματα που μαζί με τους τόπους και τα πρόσωπα γίνονται σιγά σιγά πατρίδα σου – μπορείς να το λες γειτονιά, συνοικία, μπορεί χωριό, νησί, ιδιαίτερη πατρίδα, είναι ο οίκος σου πάντως, σπίτι και πατρίδα, αυτός που έφτιαξε το επίθετο «οικείος», δηλαδή «ο δικός μου, ο γνώριμος, αυτός που είναι κομμάτι της ζωής μου». Και που γι’ αυτό ακριβώς  μου χαρίζει μιαν αίσθηση ασφάλειας, ταυτότητας, ισορροπίας, αλήθειας. Και που γι’ αυτό χαίρομαι τόσο όταν τη βιώνω.

            «Και που με κάνει να φωνάζω ‘ποδήλατοοοοοοοο!’ , όταν αυτό μου κλείνει το μάτι σαν παλιόφιλος», καταλήγει ο κύριος Λι, ολοκληρώνοντας τον κύκλο της σκέψης του.
            Βλέπει τον εαυτό του, στη θέση του παιδιού, να αναφωνεί «χαμόγελοοοοοοο!», βλέπει τον εαυτό του να αναφωνεί «χάδιιιιιιιιιι!», βλέπει τον εαυτό του να σκιρτάει στη θέα ενός τραπεζιού στην ακροθαλασσιά, ενός αρμυρού ορίζοντα, ενός βιβλίου τυλιγμένου που προσφέρεται, βλέπει πως η ανάγκη του για οικειότητα και ο ενθουσιασμός του γι’ αυτή είναι η ίδια μ’ αυτήν του μικρού που φώναξε με έξαψη στη θέα ενός ποδήλατου.
            Το μόνο που δε βλέπει είναι ότι πάνε αρκετά λεπτά και εκατοντάδες μέτρα που προσπέρασε τη μικρή πλατεία, αφηρημένος ως συνήθως, ξεχνώντας τον αγαπημένο του Παλιό Μαθητή. Και συνεχίζει συνεπαρμένος, ποιος ξέρει για πού, αφήνοντάς εμάς να τον παρακολουθούμε με ένα χαμόγελο αναμονής για το πάθημά  του.

Κυριακή, 1 Ιουλίου 2018

η βασική αρχή της ελάχιστης ανεμελιάς



Στα ταξίδια αναψυχής, αποφαίνεται ο κύριος Λι, λειτουργεί η Β.ΑΡ.ΕΛ.Α: Η βασική αρχή της ελάχιστης ανεμελιάς.
            Προκαλεί το μειδίαμα της παρέας.
            - Άντε, πάλι!
            - Πώς το εννοείτε, κύριε Λάμπρο μας, αυτό; τον ρωτάει η Ελπίδα.
            - Όταν αποφασίζει κάποιος, Ελπίδα, να κάνει ένα ταξιδάκι, όπως εμείς τώρα, όσα βάσανα κι αν έχει, κάνει μια σύμβαση με τον εαυτό του να περάσει κάποιες πιο ξέγνοιαστες μέρες, να ηρεμήσει, να ξεκουραστεί, να προσφέρει στον εαυτό του αυτό που είναι η ανεμελιά του ταξιδιού, που το έχει τόσο ανάγκη  και που είναι αυτό που βλέπουμε τώρα: οι πιτσιλιές της θάλασσας στο αλατισμένο τζάμι του πλοίου, τα γλαρόνια πάνω από τα βράχια της Γυάρου στην πρωινή τους δραστηριότητα, τα καπέλα μας κι η ψάθινη τσάντα με τον χάρτη της Τήνου, το μαντίλι σου που φωνάζει εκδρομή, τα πέδιλά μου που χτες δεν τα φορούσα, οι αγουροξυπνημένοι επιβάτες με τους πλαστικούς καφέδες
και τα κινητά στα χέρια.
            Έχουν στήσει ανέμελο πηγαδάκι οι τέσσερεις φίλοι στις αεροπορικές θέσεις  του πλοίου. Η Ελπίδα έχει καθήσει πρόχειρα στο χερούλι της θέσης του Λι προς το διάδρομο κι ο Γιάννης από μπροστά έχει γυρίσει ανάποδα κι ακουμπάει τους αγκώνες του στη ράχη του καθίσματος αντικρύζοντας τον κύριο Λι και τη Μικρή του Φίλη.  Ο Λι, για τη συζήτηση, έχει κλείσει το βιβλίο που διάβαζε, το ακουμπάει πάνω στα πόδια του κρατώντας το με το χέρι του χρησιμοποιώντας το ένα δάχτυλο για πρόχειρο σελιδοδείκτη. Ο Γιάννης εκμεταλλεύεται τον τίτλο του βιβλίου (Georgi Gospodinov, «Περί φυσικής της μελαγχολίας, μτφρ Αλ. Ιωαννίδου, Ίκαρος, 2018»), για να σγαρλίσει τη συζήτηση:

            - Ανέμελος ταξιδεύεις, Λάμπρο, αλλά η μελαγχολία κατάφερε και τρύπωσε στα μπαγκάζια σου, ε; Για να μη σου πω ότι την πήρες μαζί σου μόνος σου! τον πειράζει, δείχνοντάς του το βιβλίο που διαβάζει.
            Μετά θα κουβεντιάσουν περί ανέμων και υδάτων, κυριολεκτικά όμως, καθώς τα μποφόρ ροκανίζουν την ανεμελιά της Μικρής Φίλης, θα καταστρώσουν διαδρομές για το σύντομο ταξίδι τους, πρωινές προσδοκίες θερινής διάθεσης, που ο Γιάννης θα συντηρεί σε υψηλό επίπεδο επαινώντας το νησί του και δείχνοντας με το δάχτυλο σημεία στον ανοιχτό μικρό χάρτη που κρατάει η Ελπίδα. Ένας χάρτης που ήδη προσωποποιείται, που γίνεται «ο δικός μας χάρτης», ένα νησί που η παρέα ετοιμάζεται να το ζωγραφίσει με τα δικά της χρώματα.
            Πόσα χρώματα, έχει το κάθε νησί;
            Ωστόσο, με το που θα αποτραβηχτούν  λίγο στα δικά του ο καθένας, ο Λι θα επιστρέψει στην οξυδερκή παρατήρηση του φίλου του. Θα τη στριφογυρνάει βασανιστικά στο μυαλό του. Δεν κρατιέται. Τον σκουντάει ελαφρά στον ώμο, πάνω που ο καημένος έκλεινε λίγο τα μάτια:
            - Και πώς τα καταφέρνει η μελαγχολία, ρε Γιάννη,  και τρυπώνει μόνη της στα μπαγκάζια;
            Ευτυχώς, λειτουργεί και τώρα η βασική αρχή της ελάχιστης ανεμελιάς του ταξιδιού, που οδηγεί τον Γιάννη σε ανάλογης διάθεσης απάντηση.

            - Τι να σου πω, Λάμπρο μου. Μάλλον δεν έχει επινοήσει ο άνθρωπος ακόμα το τέλειο απορρυπαντικό που καθαρίζει τους ισχυρούς λεκέδες της. Δε συνεχίζεις τώρα το βιβλίο σου, να  βρεις και την απάντηση, να ξεκουραστούμε κι εμείς λιγάκι μπας και φτάσουμε πιο φρέσκοι;
            Δεν πρόλαβε. Τον πρόλαβε η ανακοίνωση. «Σε λίγα λεπτά το πλοίο μας φτάνει στο λιμάνι τη Τήνου. Παρακαλούνται οι επιβάτες με προορισμό ..» κλπκλπ. Ανοίγει για τα καλά τα μάτια ο Γιάννης κι επιμένει να πειράζει το φίλο του:
            - Και για να τελειώνουμε: Φτάσαμε, Λάμπρο. Και, όπως  λέει ο Καραγκιόζης, θα φάμε, θα πιούμε και νηστικοί θα κοιμηθούμε. Αυτή η απάντηση σε καλύπτει περισσότερο; Άντε, που μου θες και ανεμελιά, πάμε!