Κυριακή, 31 Μαρτίου 2019

Χαρά

 

            Η Χαρά είχε θρονιαστεί στον καναπέ, δίπλα στο τραπεζάκι, εκεί που και τα ματάκια της θάλασσας, και απολάμβανε τα μπισκοτάκια βουτύρου που συνόδευαν το τσάι της.
            Ο κύριος Λι θα χαιρόταν αν απολάμβανε κιόλας τη συνάντηση μαζί του, μετά από –πέντε; έξι;- χρόνια. Χρόνια σπουδών που την οδήγησαν στο πτυχίο της Φιλολογίας και σε ένα μεταπτυχιακό. Και τώρα
            « Μπορείς να μου πεις, Λάμπρο, γιατί νιώθω ανεπαρκής να διδάξω, να είμαι μια καλή φιλόλογος; Νιώθω λίγη, πώς να στο πω; Σα να μου λείπει η γενικότερη εποπτεία ή  οι βάσεις. Πώς να καλύψω αυτό το κενό; Τι να πρωτοδιαβάσω;»
            Καμιά φορά δεν είμαστε έτοιμοι να απαντάμε σε συγκεκριμένες ερωτήσεις˙ δεν τις έχουμε κάνει, δεν τις έχουμε σκεφτεί ποτέ. Και αυτοσχεδιάζουμε. Και ωστόσο, ξεκινώντας να απαντάμε, καταλαβαίνουμε ότι την απάντησή μας την ετοιμάζαμε χρόνια, πολλά χρόνια πριν. Η απάντηση του Λι εξέπληξε και τον εαυτό του ακόμα:
            «Λογοτεχνία να διαβάσεις. Να διαβάζεις». Και προσπαθώντας να διασκεδάσει το αμήχανο χαμόγελο της Χαράς, πρόσθεσε:
            «Εκεί είναι όλα. Μπορεί ελλιπώς, μπορεί υποκειμενικά,  άστοχα ακόμα, αλλά σωρεύεται τόση πείρα και τόση σκέψη, τόσες ζωές στο μικροσκόπιο και τόσες συμπεριφορές-απαντήσεις στα θέματα της ζωής που μπορεί να σε κάνουν σταδιακά να μην έχεις αυτή την αίσθηση της ανεπάρκειας που δηλώνεις τώρα.».
            Τα έλεγε ο Λι κι από μέσα του αμφισβητούσε την ορθότητα της συμβουλής, την αποτελεσματικότητα αυτής της αυτοσχέδιας μεθόδου. Ωστόσο, παραδομένος ο ίδιος
χρόνι-α στη σαγήνη της λογοτεχνίας είχε πια σχηματίσει την εντύπωση ότι αυτό μπορεί να συμβαίνει. Γνώσεις, αποστάγματα εμπειριών, προβληματισμοί, αναλύσεις πάνω σε ποικίλα πεδία της ζωής κι όλα αυτά ντυμένα με το μανδύα της ομορφιάς και της ευαισθησίας, ήταν αδύνατο να μην εμπλουτίζουν τη ματιά και τη σκέψη, να μην προσθέτουν απρόσμενες γωνίες θέασης, να μην ξαναστήνουν τον κόσμο απ’ την αρχή. Να μην κάνουν, εν τέλει, τη Χαρά να νιώθει πιο επαρκής ώστε  να στέκει στην τάξη με κάποια αυτοπεποίθηση.


             «Ο χαμένος παράδεισος», του Έκτορ Αμπάδ Φασιολίνσε, πάνω από το τραπεζάκι, τόση ώρα του έκλεινε το μάτι. Όταν επιτέλους το αντιλήφθηκε ο κύριος Λι,
            «Κάτσε, να σου διαβάσω ένα παράδειγμα από το βιβλίο που διαβάζω αυτές τις μέρες», της είπε, πιάνοντας το βιβλίο από το τραπεζάκι, φορώντας τα πρεσβυωπικά του γυαλιά και ανοίγοντας στη σελίδα 417. Εκεί μιλάει η Εύα, με τα μάτια της μέσης (και χάρη της κάνουμε) ηλικίας:
            « Το μεγαλείο και η τραγωδία της αγάπης είναι πολύ απλά. Δεν μπορώ να εξηγήσω γιατί το παιδεύουν τόσο οι ποιητές, οι ψυχολόγοι και οι συγγραφείς πραγματειών, αφού πρόκειται για ένα θέμα τόσο απλό, το οποίο για μένα έχει ως εξής: δύο άνθρωποι αγαπιούνται και χωρίς να πάψουν να αγαπιούνται (χωρίς να πάψουν να αγαπιούνται, το υπογραμμίζω), σιγά σιγά, σχεδόν χωρίς να το αντιληφθούν, ξε-αγαπιούνται, μέχρι να φτάσουν στο σημείο να μισούνται. Ο λόγος είναι τόσο απλός, τόσο ζωώδης και ανθρώπινος ταυτόχρονα, τόσο ποταπός, τόσο ευγενής, τόσο συνηθισμένος, τόσο θλιβερός: η κούραση του σεξ, η κούραση δηλαδή του σεξ με την ίδια, με τον ίδιο.  Ακριβώς το σεξ, ο βασικός παράγοντας που μας οδήγησε στο παραλήρημα να αγαπηθούμε σαν τρελοί, στη μεταρσίωση της ευτυχίας, της αρμονίας, της ταύτισης, σ’ αυτό που ονομάζεται αγάπη και είναι το πιο ανθρώπινο και το πιο όμορφο προσωπείο του. Ένα πράγμα τόσο σαρκικό που μετατρέπεται σε πνευματικό.  Αυτό ακριβώς που τους έκανε μοναδικούς και ευτυχισμένους, αχώριστους και πιστούς, χωρίς μάτια για κανέναν άλλο, σταδιακά φθείρεται. Κι ένα τραγικό πρωί, ένα βράδυ με ποτά, σ’ ένα τυχαίο ταξίδι χωρίς καμιά σημασία, το σεξ με οποιονδήποτε, με μια πουτάνα, μια ηλίθια, μια άσχημη, μία άχρηστη αποδεικνύεται πιο ερωτικό από το σεξ με την αγαπημένη, την ωραία, την ευφυή, τη γλυκιά, την υπέροχη. Κι αυτό το κλεφτό σεξ, αν μαθευτεί, ακόμα κι αν δε μαθευτεί (επειδή ετούτα τα πράγματα μαθεύονται χωρίς να μαθεύονται), αποδεικνύεται ασυγχώρητο και στους δύο. Αυτός δεν το συγχωρεί στον εαυτό του και μπερδεύεται, ούτε εκείνη του το συγχωρεί και τον καταριέται.»

            «Όχι ότι συμφωνώ με όλα, Λάμπρο, αλλά ..»
            «Μα καμιά σημασία δεν έχει αυτό», βιάστηκε να τη διακόψει ο κύριος Λι,  «Δες, όμως, πόσο..»
            «Κατάλαβα, κατάλαβα», του ανταπόδωσε τη διακοπή η Χαρά. «Πόσο ζυμώνει τη σκέψη η κυρία Εύα, ε;»
            «Εε..»
            Εμείς τώρα θα κλείσουμε τη σκηνή εδώ. Σε λίγο η Χαρά θα φύγει από το σπίτι του κυρίου Λι. Δεν ξέρουμε αν θα πάρει μαζί της τη συμβουλή του παλιού δασκάλου της. Ίσως πιο πιθανό είναι να τρυπώσουν στις τσέπες της κάποια μικρά συστατικά στοιχεία της αφήγησης. Τα ματάκια της θάλασσας, το αχνιστό τσάι και τα μπισκοτάκια βουτύρου, το βιβλίο στο τραπεζάκι του σαλονιού, ακόμα κι οι νότες του Bohuslav Martinu, που τόσην ώρα έστρωνε ακούραστα το μουσικό χαλί της συνάντησης. Τρυπώνουν αυτά, δε ρωτάνε.
            Αλλά μήπως κι αυτά δε θα προσθέσουν στην επιζητούμενη επάρκεια της Χαράς μας;

Κυριακή, 24 Μαρτίου 2019

ο άνθρωπος πίσω από



             Περπατούσαν στο λιμάνι της Αίγινας. Ο νεαρός τότε Λάμπρος κι ο κυρ Γιάννης. Τριάντα χρόνια και τους χώριζαν, αλλά τις κάπου κάπου βόλτες τους τις απολάμβαναν το ίδιο και οι δυο. Χαϊδευτικός ήλιος στις πλάτες, μάκραινε τις σκιές τους που χάιδευαν κι αυτές τις δέστρες, τους κάβους, το τσιμέντο της προκυμαίας. Καλοσύνη στο λιμάνι.
            Ποιος να θυμάται τώρα τι συζητούσαν. Το σίγουρο είναι ότι κάποια στιγμή ο κυρ Γιάννης χρειάστηκε ένα παράδειγμα. Και το βρήκε εκεί που έπεφτε το μάτι του. Σε μια μικρή ψαρόβαρκα.
            « Να, δες αυτόν το σκαρμό».
            «Τον ποιον;»
            Κατάλαβε ο κυρ Γιάννης πως ο νεαρός του φίλος δεν ήξερε ούτε καν τη λέξη και
            «Να, εκεί, εκείνο το ξυλαράκι που βλέπεις στη βάρκα, εκεί που πιάνει το κουπί»
            «Ε, ναι. Τι;»
            « Είδες; Καλά καλά δεν τον πιάνει το μάτι˙ δε θα τον προσέξει κανείς. Δες τον, όμως. Για να φτάσει εδώ πέρασε από τόση σκέψη, τόση έρευνα, έγνοια, φροντίδα˙ είναι το αποτέλεσμά τους. Ποιο ξύλο είναι έτσι γερό, που να κρατάει κόντρα στο κουπί και να μη σπάει; Που να αντέχει στο νερό και ταυτόχρονα να είναι μαλακό για να μην τρίζει, να σκαλίζεται; Τι μήκος, για να είναι στέρεο το κουπί; Πού, πώς θα στηρίζεται στο σκάφος;»
            «Αλήθεια, πώς στηρίζεται;»
            «Δε βλέπεις; Έχει μια τρύπα η κουπαστή και .. κουπώνει», είπε ο κυρ Γιάννης χαμογελώντας   για το λογοπαίγνιο που του προέκυψε. «Αλλά για να μπαίνει λίγο και να μπορεί να εφαρμόζει,  έφτιαξαν το σκαρμό κυλινδρικό και του δώσαν και μία μικρή ένταση, δηλαδή τον έκαναν κάτω πιο στενό και προς τα πάνω φαρδύτερο. Και μετά έρχεται η κατασκευή, τα εργαλεία, το ανθρώπινο μάτι και χέρι, τα φινιρίσματα και να ο σκαρμός. Ο σκαρμός που κανείς δε θα προσέξει έχει πολλή ανθρώπινη φροντίδα πάνω του. Όπως ..»
            « .. όπως τα πάντα, κυρ Γιάννη, ε;»
            «Ναι, ναι. Τον βλέπεις και πίσω απ’ αυτόν μπορείς να δεις  τον άνθρωπο που τον σκέφτηκε, που τον σχεδίασε, που τον έφτιαξε. Πόσο αγαπησιάρικα γίνονται όλα έτσι, Λάμπρο!»
            Κάπου εκεί, στην όλο και πιο βαθιά πορτοκαλί τους βόλτα στην προκυμαία, ο Λάμπρος ένιωσε, από ένα ξυλαράκι τοσοδά,  πώς γεννιέται η αγάπη για τα πράγματα και τους ανθρώπους, αξεδιάλυτη κατεύθυνση, αξεδιάλυτη αγάπη, ένας ο τρόπος να ακουμπάς το μάτι σου  γύρω σου και να ανασαίνεις τον κόσμο, ένας ο κόσμος.

Κυριακή, 17 Μαρτίου 2019

she is black

             Στο ημερολόγιο τάξης που χρόνια κρατούσε ο κύριος Λι είχε μια ενότητα που την ονόμαζε «φωτογραφίες». Εκεί, σημειωμένα στιγμιότυπα από την καθημερινή διαδικασία στην τάξη. Για κάποιο λόγο κάθε φορά. Ή και χωρίς λόγο. Ή μάλλον για τον πιθανώς σπουδαιότερο λόγο δεν-ξέρω-γιατί.
            Τώρα, φυλλογυρίζοντας το ημερολόγιo, έχει πέσει το μάτι του στην καταγραφή μιας Πέμπτης, 8 Μαρτίου. Μέρα της γυναίκας, μάθημα έκθεσης, τα γόνιμα ζωηρά παιδάκια του τού Β1. Έχουν απόψεις και τσακώνονται γι’ αυτές. Έχουν ζωή. Πόση ευκολία για τον κύριο Λι να ανάψει τα φυτιλάκια σ’ αυτό το τμήμα!
            Θα τον βοηθήσει στο άναμμα ο κύριος Umberto Eco, καθώς από το «Η σημειολογία της καθημερινής ζωής» του ο κύριος Λι διαβάζει το απόσπασμα: «Την εποχή των διαστημικών επιτυχιών κυκλοφορούσε στις Ενωμένες Πολιτείες ένα ανέκδοτο που έλεγε ότι ο πάπας Παύλος  υποδέχτηκε τους αστροναύτες και τους ρώτησε αν στη διάρκεια του ταξιδιού τους συναντήσανε το Θεό και πώς ήταν. Η απάντηση: «Yes. She is black»*».
            Τι έγινε το φυτίλι; Γιατί δεν ακούστηκε το μπαμ;
            Ααα, μη βιαζόμαστε. Στη σιωπή που ακολουθεί και καθώς ο Λι κοιτάζει στα μάτια τα παιδιά, κάποια πρώτα χαμόγελα αρχίζουν να σκάνε, κάποιο πρώτο «ααα!», ψίθυροι για επεξηγήσεις, σταδιακά περισσότερα χαμόγελα, τώρα  γέλια και επικροτήσεις.
            Ήταν αργής καύσης το φυτίλι.

            Δούλεψε, όμως. Και τώρα η τάξη ανακαλύπτει, κάτω απ’ το μανδύα της γλώσσας, τον ανδροκρατούμενο χαρακτήρα των κοινωνιών. Μπορεί κανένας να μην είδε το Θεό, αλλά στη συνείδηση όλων είναι καταχωρημένος με το αρσενικό του φυσικό του γένος.  Γέρος, ασπρομάλλης και σοφός. Και πάντως όχι γυναίκα, ούτε και μαύρη.. Ακόμα κι αν σε κάποια γλώσσα η λέξη που αποδίδει τη σημασία του δεν έχει γραμματικό γένος (π.χ: God), ακόμα κι εκεί Κύριος αποκαλείται και Πατέρας (Lord) και Βασιλεύς ορατών τε πάντων και αοράτων..
            Ζει στην ξηρασία το Β1, διψάνε τα παιδιά, υπάρχει άλλο παράδειγμα, κύριε;
Και είπεν ο κύριος. Ο άνθρωπος. Ο άνθρωπος κι ο άντρας. Πόσες γλώσσες ταυτίζουν τις δύο έννοιες σε μία λέξη; Man, λοιπόν, και homme και hombre και uomo, «κύριε, στην Τουρκία τον λένε adam, το ξέρω απ’  τη γιαγιά μου», «ποιον;», «και τον άνθρωπο και τον άντρα».
            Πήραμε φόρα; Μόλις στην αρχή είμαστε. Ακόμα και στη γραμματική το αρσενικό γένος υπερισχύει, εξουσιάζει. «Η Ελπίδα κι ο Γιώργος είναι καλοί μαθητές» - όχι μαθήτριες. Ένας άντρας και μια γυναίκα είναι πολύ καλοί – όχι καλές. Δείτε ακόμα: Μερικών ρημάτων το γένος του Υποκείμενου το ξέρουμε από πριν: «Βοηθάει στις δουλειές του σπιτιού». Ποιος; Ε, αρσενικό θα είναι, αφού η γυναίκα δε βοηθάει˙ η γυναίκα κάνει τις δουλειές του σπιτιού.
            Πάνε βαθιά οι ρίζες των λέξεων, φωλιάζουν βαθιά μέσα μας. Συνυφαίνονται με τη σκέψη μας, είναι η σκέψη μας, είμαστε εμείς. Κι είναι προδότρες αμείλικτες, καθρεφτάκια του μυαλού μας, οι άτιμες.
            Η  Μυρσίνη συνοψίζει. «Να σταθούμε απέναντι στον καθρέφτη των λέξεων και να κοιτάξουμε τον εαυτό μας, δηλαδή, ε;»
            Ο Γιώργος, αρσενικό σε άβολη θέση, αποκαθιστά την τάξη στην τάξη: «Είχες δεν είχες, εσύ στον καθρέφτη κατέληξες πάλι, ε; Γυναίκες!», διαπιστώνει  με προσποιητή απόγνωση, κουνώντας δεξιά αριστερά το κεφάλι και αναζητώντας ματαίως με το εναγώνιο βλέμμα του υποστήριξη από το δάσκαλό του.

* (Umberto Eco, Η σημειολογία στην καθημερινή ζωή, εκδ. Μάλλιαρης, 1992, σελ. 15-16)

Κυριακή, 10 Μαρτίου 2019

μετα-μόρφωση

              Ο κύριος Λι θυμάται τον πολύ  νεαρό Λι. ( Θυμάται;) Θυμάται ένα παιδί με τολμηρή και ρομαντική  φαντασία, με καλές προθέσεις και γι’ αυτό αφέλεια, με έντονες επιθυμίες αλλά και άτολμο, μείγμα που τον οδηγούσε σε μία υπερβάλλουσα κοινωνικότητα, τέτοια που να σκεπάζει τα μη εν δήμω. Σα να λέμε: σφύριζε αδιάφορα γιατί δεν ήταν αδιάφορος.
Περίπτωση λουκουμάκι για τους ψυχολόγους, ο δικός μας.
            Μια μέρα του μετέφεραν ένα διάλογο.
            «Τον ξέρεις τον Λάμπρο εσύ;», ρώτησαν.
            «Τι, δεν τον ξέρεις; Α! Είναι ωραίος, ντελίριος τύπος!», απάντησε ο Βασίλης.
            Φούσκωσε κάπως το στήθος του Λαμπρούκου μας η παρατήρηση του Βασίλη. Χαίρεσαι να σε θεωρούν ωραίο τύπο, αλλά και «ντελίριο». Είδε για λίγο τον εαυτό του με τα μάτια του Βασίλη, ναι, θα μπορούσε, είχε δίκιο ο Βασίλης, μπορώ να το δω αυτό που βλέπει, σκέφτηκε.
            Και μετά από χρόνια, σε μια συνάντηση φίλων που ήταν κι ο Βασίλης εκεί, τσάκωσε ο Λι τον εαυτό του να παίζει το ρόλο του ντελίριου τύπου. Υπερενεργητικότητα, ατάκες, σχόλια, γέλια, ακόμα και την κιθάρα  έπιασε και παρέσυρε την ομήγυρη σε τραγούδια. Και όταν το έλεγξε λίγο πιο προσεκτικά, δεν τον τσάκωσε μόνο εκείνη τη βραδιά. Συνειδητοποίησε ότι όλον εκείνο τον καιρό έπαιζε το ρόλο που του είχε ράψει στα μέτρα του ο  Βασίλης και ίσως κι άλλοι. Κι ακόμα περισσότερο˙ άνοιξε τα στραβά του και κατάλαβε ότι δεν ήταν κι ο μόνος που το έκανε αυτό. Έκπληκτος έβλεπε τη δύναμη που ασκεί η ματιά των άλλων πάνω μας. Έτσι είμαστε, αν έτσι νομίζετε.
            Τουλάχιστον κατάφερε αυτή την έκπληξη να τη μετατρέψει σε μαγικό ραβδάκι, να τη μεταπλάσει δημιουργικά, να την κάνει αποτελεσματικό εργαλείο στη δουλειά του στο σχολείο. Απλό. Έδινε ρόλους στα παιδιά. Πρόσωπα καινούρια. Ρόλους που τους είχαν ανάγκη. Ρόλους που τα μεταμφίεζαν και που ανέσυραν από τα ορυχεία τους διαμάντια κρυμμένα ως τότε. Μάσκες. Αλλά όχι κρυπτικές. Μάσκες φωτογόνες, μάσκες αποκάλυψης και αποκατάστασης.
            Τι κάνει ο παραβατικός, ο παρασιτικός μαθητής, όταν τον επιλέγεις και αποκτάει πρωταγωνιστικό ρόλο στο θεατρικό που ανεβάζουμε; Θεαματικότερα του αναμενομένου τα αποτελέσματα και για τον ίδιο τον Λι. Η συνεργατικότητα, η πειθαρχία, η φιλική διάθεση, η συμμόρφωση σε κανόνες, η διαλλακτικότητα, νάτα, εκεί, υπήρχαν στα έγκατα και τώρα λάμπουν εκεί μπροστά μας, δι’ εαυτόν και αλλήλους. Είμαι; Ρωτάει με αγωνία και αβεβαιότητα ο μαθητής μας. Είσαι, του απαντάει η καινούρια του πραγματικότητα, ο νέος του ρόλος. Έτσι που το «έτσι είμαι, αν έτσι νομίζετε» έχει μεταμορφωθεί κιόλας σε ένα υποβολέα που ψιθυρίζει αποφασισμένα «έτσι είμαι, γιατί έτσι νομίζω ότι θέλω να είμαι».
           ( Μεγάλωσε και δούλεψε κάποια πράγματα ο κύριος Λι. Χωρίς αυτό  να σημαίνει ότι δεν αποτελεί ακόμη περίπτωση λουκουμάκι για τους ψυχολόγους. Τώρα κι αν.)

Κυριακή, 3 Μαρτίου 2019

αστείος αστός



            Αν έβλεπες μόνο τη γαλήνια εικόνα, θα γελιόσουνα: Ένας άνθρωπος, ο κύριος Λι είναι, μόνος  στη βεράντα ενός αγροτόσπιτου στο  νησί, την ώρα που τα χρώματα του τοπίου βαθαίνουν απ’ τις τελευταίες ακτίνες του ήλιου. Ρεμβάζει, λες, απολαμβάνει το μεγαλείο της φύσης.
            Και εν μέρει είναι έτσι.
             Όμως μέσα του βράζει. Παλεύει με τον εαυτό του.
            Ήρθε χτες στο νησί, μετά από δέκα χρόνια, να δει μέρη και ανθρώπους που γνώρισε όσο δούλευε εκεί. Και σήμερα επισκέφτηκε τον Παναγή, περισσότερο γνωστό και ως «ο Κάγκουρας». Καπάτσος άνθρωπος ο Κάγκουρας, δυναμικός, φωνακλάς, δουλευταράς και ανοιχτόκαρδος, βαθιά του χαρά κι ικανοποίηση να δίνει – όχι να παίρνει – συμβουλές.
            Δεν προλάβανε καλά καλά ν’ αγκαλιαστούνε, - «δάσκαλε!», «ρε μπαγάσα, μαύρη πέτρα έρριξες» και «έχω φτιάξει ένα κρασάκι διαμάντι, κάτσε να σου βάλω»,  - δεν προλάβανε να καθίσουν στις καρέκλες της βεράντας και μέσα από το μάρσιπο της φόρμας του χτύπησε το κινητό του, το σήκωσε, είπε πεντέξι ναι, ένα «και δεν παίρνει μπροστά;» και ένα «κάτσε, έρχομαι». Μετά, στον Λι, «Δάσκαλε, κάτσε, πιες το κρασάκι σου, θα πεταχτώ μέχρι το μαλάκα το Σωτηράκη. Δεν ξέρει να βάζει μπροστά τη φρέζα, ο άχρηστος. Έρχομαι».
            Και μην τον είδατε, τον Παναή.
            Και τώρα, κοντεύει ώρα που κάθεται μόνος στη βεράντα ο Λι, μέσα στο μεγαλείο της φύσης και της αγένειας του Κάγκουρα. Και αισθάνεται προδομένος απ’ τα πράγματα, γιατί μόλις προχτές, το βράδυ πριν ταξιδέψει, κουβέντιαζε γι’ αυτά με τη φίλη του την Άννα και –χαλαρά αλλά- τα υποστήριζε. Είχε θεωρήσει ανάγκη του να αντικρούσει τις σκληρές της απόψεις για το χωριό και τους ανθρώπους του.
            Που έλεγε πως μαζί με τα ζαρζαβατικά εκεί φύονται και η κακεντρέχεια και το κουτσομπολιό και η δυσπιστία, η κατεργαριά, η πονηριά, ακόμα κι η κακοποίηση. Πως η ανυπαρξία πολιτισμού, «θέατρα, κινηματογράφοι, εκθέσεις, μουσική, πανεπιστήμια, η άμεση, τέλος πάντων, επαφή με ανθρώπους που έχουν να σου δώσουν, να σου ανοίξουν τα μάτια», η ανυπαρξία όλων αυτών κρατάει τους ανθρώπους μακριά απ’  αυτό που θα θέλαμε να είναι ο άνθρωπος. Πως δημιουργεί κοντόφθαλμους, ομφαλοσκόπους εγωιστές.
            -- Κι αν δε σε πείθω εγώ, Λάμπρο, ρώτα τις λέξεις σου, που τόσο αγαπάς.  Οι λέξεις, Λάμπρο, καθιερώνονται από το συλλογικό ασυνείδητο, τα ξέρεις αυτά καλύτερα από μένα.  Το άστυ παράγει το αστείο, το αστείο είναι της πόλης, και ο αγρός παράγει αγροίκους.
            -- Μα, υπάρχουν και στις πόλεις αγροίκοι.
            -- Υπάρχουν, βέβαια. Αλλά , όπως βλέπεις, δανείζονται το όνομά τους από μια πραγματικότητα που δεν μπορούμε να αγνοούμε. Τι να κάνουμε, δεν το επιβάλλουμε εμείς. Είναι άγρια η ζωή στους αγρούς, δε σηκώνει πολλή καλή διάθεση (humor) και αστειάκια. Το comme il faut σου είναι πολύ αδύναμο εκεί. Ο καθωσπρεπισμός κι οι αστικοί κανόνες συμπεριφοράς περίπου terra incognita. Εκεί η ζωή είναι πιο αληθινή, αφτιασίδωτη, όμως  μη γελιέσαι: η αλήθεια είναι άγρια. Κι αυτό που ονομάζεις  πολιτισμό, αυτό που πολεμάει την αγριάδα, κι αυτό της πόλης παιδί δεν είναι; Πόλη – πολιτισμός.

            Τα ήξερε αυτά ο κύριος Λι, δεν είναι ότι δεν τα ήξερε. Και τα έζησε και στο χωριό τα χρόνια  που δούλευε εκεί. Ήθελε, όμως, να μην ακυρώνει την ωραιοποιητική του τάση. Να μην πάψει να φωτίζει την άλλη πλευρά. Και αδύναμα επιχειρηματολογούσε στη φίλη του για το μόχθο των ανθρώπων της υπαίθρου, για κοινωνικές αδικίες, για τα καλομαθημένα μάτια τους που δεν μπορούσαν να αποκωδικοποιήσουν εύστοχα τις αντιδράσεις των ανθρώπων του χωριού, για την προσποίηση  που περιλαμβάνει ο αστικός κώδικας και τη διαστροφική πλευρά του πολιτισμού, άρα και για το πηγαίο των ανθρώπων της υπαίθρου.
            « Έχεις μια αφέλεια, Λαμπρούκο», του δήλωσε η Άννα χαμογελώντας και αποχαιρετώντας τον, «αλλά δεν πειράζει, γιατί μάλλον αποτελεί στοιχείο της γοητείας σου. Καλό ταξίδι, αστείε αστέ».
            Και τώρα νάτος στη βεράντα, δίπλα στο πλαστικό πρώην μπουκάλι νερού  που πλέον έχει το κρασί διαμάντι του άφαντου Παναή, νάτος στην πιο γλυκιά ώρα της ημέρας, στο μέσο των αγρών και του εκνευρισμού του, τι να κάνω τώρα, να σηκωθώ να φύγω ή να περιμένω σαν τον ηλίθιο να φτιάξει ο Κάγκουρας τη φρέζα του άχρηστου Σωτηράκη;
            Ο ήλιος, πάντως, ό,τι είχε να κάνει το έκανε. Τώρα κιόλας βυθιζόταν πίσω από τη ράχη της Μέλισσας, προσφέροντας ίσως τη δική του συμβουλή. 


οι φωτογραφίες είναι του Γιάννη Μάνεση

ΥΓ1. Η αφορμή για τις σκέψεις της Άννας προέρχεται από τις σκέψεις της Εύας, στο μυθιστόρημα του Έκτορ Αμπάδ Φασιολίνσε "Ο χαμένος παράδεισος", μτφρ. Τιτίνα Σπερελάκη, εκδ. Πατάκη, 2018 (σελ. 348-349)

ΥΓ2. Το πρώτο σχόλιο γι' αυτό το κείμενο γράφτηκε, στην ουσία, προτού το κείμενο αναρτηθεί (!) και περιγράφει τη ζωή στο χωριό από μια άλλη οπτική γωνία. Από την Όλγα, το .. φιρίκι. Μπορείτε να το δείτε εδώ