Κυριακή, 26 Νοεμβρίου 2017

σ' αυτά τα μέρη τα δήθεν να μη με ξαναπάς

(εικ. από depositphotos.gr)


Καθώς ποδηλατούσε ο κ. Λ, έπεσε στην αντίληψή του ένα σύνθημα γραμμένο στο μαντρότοιχο του ΗΣΑΠ. Μαύρα γράμματα γραμματοσειράς antifa. «Σ' αυτά τα μέρη τα δήθεν να μη με ξαναπάς», έλεγε. Το μυαλό του συνήθως πάει και στο σύνθημα και στην ταυτότητα του συγγραφέα του. Μειδίασε από τον υψηλό θρόνο του.

«Η μικρή», σκέφτηκε, «που το έγραψε αυτό, είναι ένα αντισυμβατικό πλάσμα που δεν της αρέσουν τα δήθεν, δείχνει να μην της αρέσει η εκμετάλλευση, σ’ έναν κόσμο προσποίησης αναζητά την αλήθεια κλπ. Όμως «να μη με ξαναπάς», λέει στον καλό της, αναγνωρίζοντας ότι αυτός είναι που κάνει τις επιλογές, που αποφασίζει, που έχει το επάνω χέρι στη σχέση. Αυτός.  «Φτωχό κορίτσι», συλλογίστηκε, «έχει να διανύσει πολύ δρόμο ακόμα, για να φτάσει σ’ αυτό που νομίζει ότι βρίσκεται».


            Όταν επέστρεψε και είπε τη σκέψη του στον Δίδυμο, αυτός, μετά από λίγα δευτερόλεπτα κατσικίσιας σιγής, αυτής δηλαδή που επεξεργάζεται τις σκέψεις στυλώνοντας ευθυβόλως τα μάτια, «γιατί θεωρείς δεδομένο ότι το σύνθημα το έχει γράψει κορίτσι;», ρώτησε. «Δεν είναι αρκετά ρατσιστικός τρόπος να λειτουργείς τη σκέψη σου; Φτωχέ μου, έχεις πολύ καιρόν ακόμα, για να φτάσεις σ’ αυτό που νομίζεις πως βρίσκεσαι.»

Κυριακή, 19 Νοεμβρίου 2017

τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα



     Ο Δίδυμος αγοράζει ακόμα εφημερίδα. Στο τραπεζάκι, περιμένοντας τον καφέ, ο κύριος Λι διαβάζει κάπως άτονα μια δευτερεύουσα είδηση:
«Ο λαός μας αντέχει και θα αντέξει»: το μήνυμα αυτό έστειλε στο πανελλήνιο ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας αναφερόμενος στην τραγωδία που έπληξε τη Δυτική Αττική.

Υποδεχόμενος τον παγκόσμιο πρωταθλητή στους κρίκους Λευτέρη Πετρούνια, ο κ. Παυλόπουλος δήλωσε ότι επέλεξε να μην αναβάλει τη συνάντηση επικαλούμενος την ημέρα πένθους, «γιατί η εδώ παρουσία σου σηματοδοτεί πολλά» είπε απευθυνόμενος στον αθλητή.

Και πρόσθεσε: «Σε μια μέρα πένθους, που χειμάζεται ένα κομμάτι των συμπολιτών μας εδώ δίπλα, στην Δυτική Αττική, εσύ, οι συναθλητές σου, αυτή η γενιά που έχει δώσει τόσα, δείχνει ότι ο λαός μας αντέχει και θα αντέξει. Όσο υπάρχουν άνθρωποι όπως εσείς, άνθρωποι που εκφράζουν την αριστεία σε μια αρμονική σύνθεση των επιδόσεων και του ήθους, θα αντέξουμε. Αρκεί να πάρει καθένας από τη νέα γενιά αλλά και από τους μεγαλύτερους το δικό σας παράδειγμα».

«Τιμή μου να ακούω πως στο πρόσωπό μου απευθύνετε έναν τέτοιο χαιρετισμό, μια τέτοια μέρα που είναι σοκαριστική για μένα και για όλη την Ελλάδα. Και συμπονούμε όλοι εμείς στην Εθνική Ομάδα αυτούς που επλήγησαν. Και εκ μέρους όλης της Εθνικής Ομάδας θα εκφράσω την λύπη μας, την συμπόνια μας και την συμπαράστασή μας σε αυτούς» απάντησε από την πλευρά του ο Λευτέρης Πετρούνιας.

       Έρχεται ο καφές, μαζί με τη μόνιμη διάθεση φιλοσοφικής φλυαρίας, όπως τη χαρακτήριζε χαριτολογώντας ο Παλιός Μαθητής του Λι. Είχε ήδη αρχίσει ο Λι να σχολιάζει τα λόγια του προέδρου. Ω, ναι: Του Προέδρου. Της Δημοκρατίας.
« Φτιάχνουμε λόγια οι άνθρωποι, αδερφέ», είπε ο Δίδυμος στον κύριο Λι, καθώς αυτός του μιλούσε για ιδεολογικά υπόβαθρα και συναφή αναγκαία   που (πρέπει να) αποτελούν τη βάση για την υπέρβαση κάθε κρίσης. « Και ο άνθρωπος, ο άνω θρώσκων, τα χρησιμοποιεί για την τροφή του. Μεγαλώνει μ’ αυτά, ονειρεύεται μ’ αυτά, πιστεύει, χτίζει κόσμους ολόκληρους, όμορφους κόσμους, ηθικούς,  αγγελικά πλασμένους, η γιορτή του θυμικού αυτά τα λόγια. Κι άλλωστε, αυτό δεν είναι ο ανθρώπινος πολιτισμός; Το σύστημα εκείνο που αορατοποιεί την ταπεινή μας, ζωική υπόσταση;»
      «Ίσως δεν την αορατοποιεί. Ίσως μόνο γλυκαίνει την αγριάδα της ύπαρξης»
      «Α, έτσι, ε; Ε, αυτό ακριβώς σου λέω. Δε γλυκαίνει η αγριάδα, Λαμπρούκο, αγόρι μου. Μόνο τα λόγια κάνουν πως την εξωραΐζουν, βάζουν φίλτρα να μην τη βλέπουμε ή, έστω, να τη βλέπουμε μασκαρεμένη. Και στο μεταξύ αυτά, τα λόγια, μας σέρνουν σε πολέμους, σε αλληλοσπαραγμούς, υψώνουν λάβαρα πίστης και οραμάτων και … Υπάρχει λέξη «εκατομμυριόμβη»;
     «Ε;»
     «Εκατομμυριόμβη, ρε παιδί μου. Όπως λέμε εκατόμβη, ας πούμε˙ κάτι τέτοιο»
     «Σοβαρέψου, αδερφούλη. Αν σου είναι απαραίτητη, βέβαια, έχεις την άδειά μου να τη χρησιμοποιήσεις, αν και δε μ’ αρέσει ούτε το design της. Τι τη θες;»
     «Για τα  εκατομμύρια θύματα των λέξεων, των λέξεων του πολιτισμού, για τα εκατομμύρια των αθώων που πίστεψαν, που θυσίασαν ζωές σε βωμούς, τις ζωές τους τις ίδιες, για τους νεκρούς χιλιάδες  που είναι στους τροχούς και τους ζωντανούς που δίνουν το αίμα τους. Κι αν δε σου κάνει η λέξη, δεν πειράζει˙ βρες άλλη. Τα θύματα όμως δεν αλλάζουν.»
     «Μηδενίζεις ή μου φαίνεται;»
     «Δεν ξέρω, μπορεί. Μπορεί να είναι κι απ’ το θυμό μου για τις λέξεις που κι εγώ πίστεψα, για την επιμονή μου να ψάχνω κι άλλες για ν’ ακουμπήσω, για να χτίσω το λίγο υπόλοιπο που μου μένει.»
     «Είδες; Κάτι παραπάνω μπορεί να ξέρει ο οργανισμός σου. Άλλωστε, δες: Μπορεί με τους αιώνες ο άνθρωπος να καταφέρει να γεμίζει με υπαρκτό νόημα κάποιες λέξεις. Να μην τις αφήνει πουκάμισα αδειανά στο πέρασμά του.»
     «Έχεις παράδειγμα;» 
     «Η αγάπη. Μπορεί να επινοήθηκε, μπορεί ακόμα να μην υπάρχει. Αλλά φαίνεται πως την έχουμε τόσο ανάγκη που ίσως και να  τη γεμίσουμε με το περιεχόμενο που της αποδίδουμε.»
     «Μπα, διαφωνώ, Λάμπρο. Αλλά μοιάζει ωραίο να τον κλείσουμε εδώ το διάλογο, μ’ αυτή την ικεσία στην ελπίδα. Ε;»



      Τα φλιτζάνια του καφέ σχεδόν άδεια. Στο λαμπερό πρωινό φως του Νοεμβρίου τα βρεμμένα ακόμα φύλλα στον κήπο λάμπουν και από το ράδιο ο ήχος ενός ακορντεόν. Αυτή την όμορφη στιγμή ο Λι νιώθει ότι, να, αυτός ο ήχος είναι ένα δοχείο για να γεμίζουμε τις λέξεις με περιεχόμενο. 

Κυριακή, 12 Νοεμβρίου 2017

έχω ένα συνέδριο





Δεόντως απελπισμένος ο κύριος Λι για την τροπή που έχουν πάρει τα πράγματα με τον Υιοθετημένο, βρίσκεται για πρώτη φορά στο γραφείο της ψυχολόγου και συζητούν. Τελειώνοντας, κανονίζουν το επόμενο ραντεβού.
«Την άλλη βδομάδα», του λέει σκεπτική, «θα λείπω..»˙ μικρή παύση, συμπλήρωμα: «θα είμαι στο εξωτερικό..»˙ ακόμα μικρότερη παύση, «σε ένα συνέδριο».
          Ο Λι κατέγραψε στο περιθώριο της σκέψης του την κουβέντα και τη στάση της ψυχολόγου. Και τώρα, επιστρέφοντας, ψυχολογεί κι αυτός ο ερασιτέχνης.
          Σπάνια, λέει, στέλνουμε με την κάθε μας φράση μόνο το νόημα της φράσης. Πόσα μηνύματα περνάνε, ποιο έχει πόσο βάρος, τι επιδιώκει κάθε φορά ο συνομιλητής.. Δαιδαλώδεις διαδρομές, σκοτεινά βάθη. «Δε γνωρίζω τίποτα γι’ αυτή. Είναι η πρώτη φορά που τη βλέπω. Κανονίζαμε το επόμενο ραντεβού. Δεν της έφτανε να μου πει πως δεν μπορεί την επόμενη βδομάδα; Το είπε, άλλωστε: «θα λείπω». Γιατί το συμπλήρωσε με τις επόμενες φράσεις της;»
          «Θα είμαι στο εξωτερικό». Όχι όπου κι όπου. Και μάλιστα «σε ένα συνέδριο». Ω! Πόσο σπουδαίος είναι στα μάτια μας αυτός που ξεκινάει από τις όχθες του Ιλισού να πάει «σε ένα συνέδριο στο εξωτερικό»; Υπάρχουν δεδομένα, στέρεα ριζωμένα, που μας αναβαθμίζουν κοινωνικά. Αρπάχτε τα, χρησιμοποιήστε τα, μην εγκαταλείπετε τον αγώνα, ο ανταγωνισμός, η πανταχού  δεσπόζουσα κοινωνική καταξίωση  είναι θεριά πεινασμένα, ταΐστε τα, αν όχι, θα σας κατασπαράξουν.

          Ο κύριος Λι μπορεί να αμπελοψυχολογεί, αλλά άνθρωπος κι αυτός, έρμαιος, «μαλακός, ένα δεμάτι χόρτο», θυμάται τον εαυτό του στα πολλά του ταξίδια στο εξωτερικό, τον θυμάται στις αίθουσες αναμονής των πτήσεων ή παραλαβής των αποσκευών, στην έξοδο, εκεί που συγγενείς και φίλοι περιμένουν τους δικούς τους κι απ’ όπου βγαίνουν οι προνομιούχοι του ταξιδιού, το θυμάται καλά αυτό ο Λι: μια αίσθηση συμμετοχής σε κάτι σπουδαίο. Εσείς; Το θυμάστε;   

Κυριακή, 5 Νοεμβρίου 2017

μυγάκια


          Ένα μυγάκι.
          Το ονομάζουν μυγάκι.
          Το υποκοριστικό είναι το κανονικό του.
          Από την αρχή φαίνεται ότι κάτι δεν πάει καλά.

          Την ώρα, λοιπόν, που η μικρή φίλη του κυρίου Λι βγήκε από το αυτοκίνητο στην εξοχή, για να βγάλει μια σέλφι, ένα μυγάκι τρύπωσε από το ανοιχτό παράθυρο.
          Ο Λι, που καθόταν στη θέση του συνοδηγού, το αντιλήφθηκε λίγα λεπτά αργότερα, την ώρα που το αυτοκίνητο κυλούσε κιόλας στο μεγάλο χείμαρρο που ονομάζεται Εθνική Οδός και ξεβράζει ό,τι παρασύρει  στην πρωτεύουσα.
          Μια απαλή μουσική χάιδευε τ’ αυτιά των δυο επιβατών, καθώς αυτοί ταξίδευαν σιωπηλοί γεμάτοι από τις εικόνες που η φύση απλόχερα τους χάρισε στην εκδρομή τους. Κι εκεί, μπροστά στα μάτια τους, στο  παρμπρίζ του αυτοκινήτου, πετούσε το μυγάκι. «Πετούσε». Σκέτο. Πού να ξέρουμε αν πετούσε ανήσυχο, ανέμελο, απελπισμένο, αμήχανο, κουτουλώντας με αγωνία το τζάμι ή εξετάζοντας τις μυρωδιές του.  Δεν ξέρουμε. Πετούσε.
          Με ένα κλικ της σκέψης η λοξή ματιά τού κυρίου Λι αίφνης είδε έναν πρόσφυγα. «Αυτό το μυγάκι, σκεφτόταν, θα το ταξιδέψει το αυτοκίνητο χιλιόμετρα μακριά από την εξοχή. Σε δυο ώρες κιόλας θα είναι σε μια συνοικία της Αθήνας, το πιθανότερο εγκλωβισμένο μέσα στο αυτοκίνητο, χαμένο από τον κόσμο που έχει μέχρι τώρα γνωρίσει στη ζωή του. Τι σημαίνει αυτή η εξορία γι’ αυτό; Τι γνωρίζουν τα μυγάκια από αδιέξοδα και απελπισία; Πόσο, αλήθεια, θα βασανιστεί και πώς θα καταλήξει;»
          Σκεφτόταν και βασανιζόταν, ενώ ταυτοχρόνως το έβλεπε σε όλη τη διάρκεια να πετάει μπρος πίσω στο παρμπρίζ, χωρίς να σταματάει σε κανένα σημείο.  Δεν άντεξε. Ζήτησε από τη μικρή του φίλη να σταματήσει σε μια άκρη του δρόμου, άνοιξε τα παράθυρα και κατάφερε να οδηγήσει το μυγάκι έξω, στη φύση, έστω κι αν δεν ήταν η γειτονιά του.

          Απορημένος από την ίδια του τη σκέψη, τη συγκίνηση και την αντίδραση, αναλογιζόταν τη σημασία που έχει το μέγεθος στη σκέψη των ανθρώπων. Πώς, πόσο αυτό ορίζει τη σπουδαιότητα των όντων, πώς διαμορφώνει τις ιεραρχίες, πόσο ο ακόμα πρωτόγονος άνθρωπος, αυτό το πλάσμα που το ορίζουν οι φόβοι, υποκλίνεται στο μεγάλο μέγεθος και αγνοεί το μικρό. Και θυμήθηκε την ιστορία του πατέρα του, που την πρώτη μέρα των καλοκαιρινών διακοπών στο νησί του, βλέποντας μια μακριά σειρά μυρμηγκιών που παιδευόντουσαν να κουβαλήσουν τροφές στη φωλιά τους, αποφάσισε να πάει στον μπακάλη της γειτονιάς και να του ζητήσει λίγο στάρι. «Τι στάρι θες;», τον ρώτησε, κι επειδή δεν ήξερε να προσδιορίσει, ο μπακάλης τον ξαναρώτησε:  «Πες μου τι το θες, να σου δώσω αυτό που πρέπει.». Αμηχανία. Τόλμησε δειλά: «Να ταΐσω κάτι μυρμηγκάκια στον κήπο», ψιθύρισε.


          Σε λίγο θα φτάναν στην Αθήνα. Χωρίς μυγάκι. Η μουσική συνέχιζε να τους χαϊδεύει τ’ αυτιά, αλλά αυτοί οι δυο πια ήταν δυο μυγάκια που κουτουλάνε τα κεφάλια τους στο παρμπρίζ που τους εγκλώβιζε.