Σάββατο, 25 Μαΐου 2019

το κλειδί μαζί του



             Όταν κάπως παρορμητικά και χωρίς πολλή σκέψη, επεξεργασία και σχέδιο ο κύριος Λι έκανε την πρώτη του βόλτα στη γειτονιά των ιστολογίων, την 1η Οκτωβρίου του 2017, δε φανταζόταν τις ανοιχτές αγκαλιές που θα συναντούσε.
            Τα ‘χουν τα ταξίδια αυτά. Πριν μόνο ελπίζεις˙  ύστερα μαγεύεσαι.
            Σα μαγεμένο το μυαλό του κυρίου Λι φτερούγισε στη φιλόξενη αυτή επικράτεια. Μπήκε στους κήπους, άδραξε καρπούς, συνομίλησε με τους κηπουρούς και τους ιδιοκτήτες, γελαστοί, ευαίσθητοι άνθρωποι, για δες, και θαυμαστά τα έργα τους. Κι αυτή την τέχνη του χαμόγελου, πόσο καλά την κατείχαν..
            Όσο κι αν κοινωνικός ο προσανατολισμός του, μοναχικός κατά βάθος χαρακτήρας ο ήρωάς  μας, με τον καιρό μετέτρεπε το αρχικό ξάφνιασμα σε αποκαλυπτική γνωριμία της παρέας, των ανθρώπων. Ζεστά ήταν εκεί. Καλόμαθε. Κάθε μέρα μπαινόβγαινε στα σπίτια τους και κάθε Κυριακή πρωί τους φίλευε από τα δικά του τα καλούδια. Χαρές πρωτόγνωρες.
            Κι έτσι όλο και παρέτεινε τη βόλτα του, όλο και ανέβαλλε την αναχώρηση – που δυσκολευόταν να την πει αποχώρηση. Κι ας ήξερε ότι στους ελιγμούς και τις αναβολές μας ο Χρόνος γελάει. Κι όταν πια αποδέχτηκε ότι το ποτάμι του χρόνου δε συζητάει μαζί του, οχυρώθηκε τουλάχιστον σ’ αυτό: Η αγάπη του, η εκτίμησή του για τη γειτονιά αυτή και τους ανθρώπους της δεν είχαν υποχωρήσει καθόλου με τον καιρό˙ αντιθέτως: είχαν λόγο και ρίζες και γνώση και βιώματα και μνήμες – στοιχεία που τις ισχυροποιούσαν πολύ περισσότερο.
            Ήξερε κι απ’ άλλους χωρισμούς στη ζωή του: Όταν αγαπάς κάτι, φεύγοντας προσωρινά ή μόνιμα, το παίρνεις μαζί σου. Του φτιάχνεις μια φωλιά μέσα σου και ζεις μαζί του.
            Δύσκολο έργο, λοιπόν, μου ανέθεσε το αφεντικό σήμερα. Να δώσω ευχαριστίες, που όμως δεν είναι αρκετές - πού να τις βρω τόσες; -, να μεταφέρω αγάπη και εκτίμηση, που όμως δύσκολα περιγράφονται, να ζωντανέψω τα συναισθήματα αυτής της πορείας, που εδώ κι αν σηκώνω τα χέρια. Τουλάχιστον είχε την ιδέα να πάρει το κλειδί μαζί του. «Ποτέ δεν ξέρεις», είπε. «Άλλωστε, φεύγουμε χρωστώντας τόσα δώρα εδώ. Κι αυτή η εκκρεμότητα μπορεί κάποια στιγμή να μας λυγίσει. Ας έχουμε ένα κλειδί μαζί μας.»

            Φεύγοντας, έρριχνε κλεφτές, διψασμένες ματιές, υποθήκες να πάρει μαζί του. Είδε:
            την  Άιναφετς στην εξοχή, στα λουλούδια της, λουσμένη στο φως. Στο δωμάτιο της πίσω αυλής τον Παραμυθά χαμογελαστό στις μεταφράσεις του.
            τη Μαρία Γ. βυθισμένη στα χρώματά της. Κίτρινα, πράσινα, καφέ τα πιο πολλά.
            την Αννίκα να ψάχνει κάτι σε κάποια βιβλία, σκυμμένη και αφοσιωμένη εκεί.
            την Αρτίστα – μα πού πήγε; - κάποιον φίλο θα βγάζει έξω απόψε. Και ξέχασε και την τοστιέρα αναμμένη
            το Γιάννη να πληκτρολογεί στο μισοσκόταδο, δίπλα σε ένα παρήγορο ουισκάκι και στη συλλογή του με τα παλιά dvd.
            τη Μάνια να φεύγει για εκδρομή με ένα κόκκινο αυτοκίνητο κι ένα αγαπημένο παλτό
            το φιρίκι στον κήπο, περιποίηση φυτών, τακτοποίηση, να συνομιλεί  με το μικρόκοσμο του βουνού
            τη Μοσχούλα πνιγμένη στις σημειώσεις αλλά καθόλου πνιγμένη
            το ξωτικό να σκαλίζει τον υπολογιστή του, προσπαθώντας να βρει τι φταίει, να σηκώνεται και να κλείνει την πόρτα
            την Πίππη γελαστή να διαβάζει ένα βιβλίο σε ένα παιδικό δωμάτιο
            τη Μαρίνα να λάμπει και να βάφεται τραγουδώντας
            τη fish eye να πίνει καφέ έχοντας δίπλα τη φωτογραφική κι έναν αγαπημένο άσπρο σκύλο
            την Αναστασία στην κουζίνα να δοκιμάζει καινούριες συνταγές
            την Τζοάννα να διαβάζει –δίπλα μια τσάντα παστέλ
            την Άννα να φτιάχνει μια βαλίτσα – από τώρα για το νησί;
            τον Ευρυτάνα να ιχνηλατεί στις φωτογραφίες των περήφανων βουνών
            τη Μαρία να γράφει πυρετωδώς ιστορίες ανθρώπων και αγρίων
            το αννετά…κι να πακετάρει τις σημειώσεις του για τη μετακόμιση και  
            το λυσσιπάκι να το κυνηγάει να πάρει και όσες άφησε πίσω
            τη roadartist .. τη roadartist δεν την είδε, κάπου στην Αθήνα θα γυρνούσε με τη φωτογραφική της
            τη φακίδα να παίρνει τα χαραγμένα στην καρδιά της μονοπάτια
            τη Βασιλική να ζωγραφίζει με χρώματα αχνά την άνοιξη
            την Κατερίνα να σημειώνει και γύρω πολλά καλά βιβλία
            τη Μεμαρία να φτιάχνει χάρτινα καραβάκια για να ταξιδεύει τη γήινη ματιά της
            είδε και την άλλη Μαρία, και μια ακόμα, είδε και τη Νικολέττα, ακόμα κι όσους είχαν σβηστά τα φώτα την ώρα εκείνη
            Κλεφτές, διψασμένες ματιές, ματιές αγκαλιές για όλους.
            Ευσυγκίνητος και χαζά περήφανος πάντα του, ας μην τον ξεμπροστιάσουμε τώρα σ’ αυτή την πολύ δική του στιγμή. Ας τον δούμε μόνο καθώς απομακρύνεται,
 ξέροντας πως έχει πάρει το κλειδί μαζί του.

Κυριακή, 19 Μαΐου 2019

Το σύστημα κόλλησε




            Κάπως σαν ξεχασμένο από το σύστημα το κτίριο αυτής της Εφορίας. Σε γειτονιά με απομεινάρια βιοτεχνιών, μάρτυρες μιας ζωής που δεν προχώρησε, μάρτυρες ότι η ζωή προχωράει. Μπαίνεις από μια στενή πόρτα κι ανεβαίνεις σε έναν κατασκότεινο δεύτερο όροφο, την ώρα που έξω ο ήλιος στήνει πανηγύρι.
            Αδειαΐλα, σκηνικό μετά-την-καταστροφή, νιώθεις πως ακόμα  κι αν έρθει το τέλος του κόσμου, από ‘δω δε θα περάσει. Ακόμα χειρότερα: Νιώθεις πως το τέλος του κόσμου ήρθε, πως αυτός ο δεύτερος όροφος υπάρχει σα να μην υπάρχει άλλος κόσμος.
            Αυτές δεν είναι σκέψεις, βεβαίως, του κυρίου Λι, που ανεβαίνει τη σκάλα με την ελπίδα να διεκπεραιώσει αναίμακτα μία φορολογική του υπόθεση με μία άπαξ επίσκεψη στο φουτουριστικό αυτό σκηνικό. Η διάχυτη εντύπωσή του είναι που προσπαθούμε να της δώσουμε μορφή. Και συμπληρώνουμε:
            Η αίθουσα όπου μόλις μπήκε, τεράστια, τεράστιο γκρι, σκοτεινή κι αυτή παρά τα ευμεγέθη παράθυρα απ’ όπου μπορεί κανείς να ατενίζει το όρος Αιγάλεω, το Ποικίλο, καθώς και τα σπίτια που λαχανιάζοντας σκαρφαλώνουν προς την κορυφογραμμή, λες για να ξεφύγουν απ’  τον εαυτό τους, να πάρουν αέρα, να ανασάνουν. Μπροστά από τα παράθυρα, στην αχανή αίθουσα, τρία τέσσερα γραφεία όλα όλα, στο καθένα καθισμένη και μια σκιά που γυρνούσε επιδεικτικά την πλάτη στο έξω φως.
            Για να μην τα πολυλογούμε, ο κύριος Λι ένιωθε ότι παρακολουθούσε ένα πολύ πετυχημένο σεμινάριο με τίτλο «αδράξτε το μουντό» ή «θάνατος χωρίς προσπάθεια» ή «η ματαίωση» ή κάτι τέτοιο, τέλος πάντων.

            «Καλημέρα».
            «Καθίστε».
            Η παράλειψη της ανταπόδοσης της καλημέρας και η πρόταξη της προστακτικής – «καθίστε» - κάνει δύσκολη τη δουλειά του μεταφραστή. Προστακτική ευγενείας; Της διεκπεραίωσης; Του ξεκαθαρίσματος του πρώτου ρόλου; Της βαρεμάρας; Του ποτέ δεν έμαθα ν’ αγαπάω; Τέλος πάντων, κάθησε. Φόρεσε το καλό του χαμόγελο και ξεκίνησε να περιγράφει την υπόθεση που εκκρεμούσε, ελπίζοντας πως ο σκιώδης υπάλληλος θα εκτιμούσε τη λεπτότητα και την ευγένειά του. Ανάλογη εικόνα που θα είχε και ένα παιδί στο γραφείο του Διευθυντή του σχολείου, αναπτύσσοντας στον Μπαμπούλα το θέμα «δεν το έκανα εγώ, κύριε».
            Ο σκιώδης δεν ξέρουμε αν εκτίμησε την ευγένεια του κυρίου Λι. Εκείνο που σίγουρα εκτιμούσε ήταν το τσιγάρο του που σβηστό –μεν αλλά- το είχε ακουμπισμένο στο τασάκι και συνεχώς το καλόπιανε με το μάτι του και τα δάχτυλά του. Βλοσυρός κι ανέκφραστος άκουσε την περίπτωση του Λι, ανέκφραστος ζήτησε φωτοαντίγραφα, ανέκφραστος απαίτησε την κατοχή των απαραίτητων εγγράφων, ανέκφραστος τα άπλωσε όλα μπροστά του και άρχισε να πληκτρολογεί σφυροκοπώντας τον υπολογιστή του με το δείκτη του δεξιού του χεριού, με τον ίδιο που χάιδευε πριν στοργικά το σβηστό τσιγάρο.
            Κάποια στιγμή
            «Έχουμε πρόβλημα με το σύστημα», σχεδόν μονολόγησε  το μέρος του συστήματος.
            Και στο ερωτηματικό βλέμμα του κυρίου Λι συμπλήρωσε:
            «Κολλάει. Σήμερα κολλάει απ’  το πρωί. Θα περιμένουμε» Και συνέχισε
να κοιτάζει την οθόνη που δεν είχε τίποτα να πει
και να χαϊδεύει με τ’ ακροδάχτυλα το τσιγάρο που δεν κάπνιζε.
 
            Αμήχανος, μέσα στην απορροφητική σιωπή, ο κύριος Λι έρριξε το βλέμμα του στο γραφείο, όπου απλωμένα τα χαρτιά με τα στοιχεία της ολοζώντανης ζωής του. Το σπίτι εκεί, ο Υιοθετημένος, τα προστατευόμενα μέλη, ένα παλιό δάνειο, το τρακαρισμένο αυτοκίνητο, στοιχεία που σήμαιναν τόσα γι’ αυτόν. Κι όλα αυτά σε χαρτιά αδιάφορα, αποστασιοποιημένα, απρόσωπα, γεμάτα αριθμούς, χαρτιά που ενδιέφεραν πολύ τον σκιώδη υπάλληλο, χαρτιά που μιλούσαν για μια ζωή που δεν ενδιέφερε καθόλου, χαρτιά απαραίτητα για ένα σύστημα που είχε κολλήσει και που ποιος ξέρει αν και πότε θα ξεκολλούσε.
            Σήκωσε το βλέμμα ο κύριος Λι, παραιτημένος από την έγνοια να επικοινωνήσει με τον ακοινώνητο απέναντί του, και το έστειλε πίσω του, ψηλά, εκεί που συναντούσε το όρος  Ποικίλο. «Αυτό που βλέπουμε μπροστά μας στην έξοδο από την Αθήνα», του είχε πει ο Υιοθετημένος, για να τον κάνει να καταλάβει ποιο βουνό ήταν.» Εκεί είχε καρφώσει το βλέμμα του ο κύριος Λι, εκεί, στο Ποικίλο, στην έξοδο από την Αθήνα, στην έξοδο από.
            Κι εκεί θα τον αφήσουμε να προσβλέπει, γιατί έτσι κι αλλιώς το σύστημα έχει κολλήσει.
 
 
αφιέρωση: στον Γιάννη, που με έμαθε το Ποικίλο και που χτες είχε τα γενέθλιά του

Κυριακή, 12 Μαΐου 2019

ο ήχος της απουσίας

          

             Τον βάραινε ο ήχος της σιωπής, του είπε.
            «Ο ήχος της σιωπής;»
            «Ναι, Λάμπρο, πώς να στο πω, η απουσία των ήχων που μέχρι τότε με συντρόφευαν».
            Δεν ήταν πολύς καιρός που είχε χωρίσει. Έφυγε αυτός, δε γινόταν διαφορετικά. Πήρε λίγα πράγματα και νοίκιασε ένα μικρό  διαμέρισμα. Κι από τις πρώτες μέρες, προτού καταλαγιάσει καν η μέσα φουρτούνα, τον κάρφωνε η απουσία των ήχων.
            Δεν είχε ποτέ φανταστεί πόσο κατευναστική επίδραση ασκούσε ο ήχος του νερού, όταν εκείνη έκανε το μπάνιο της˙ το γουργούρισμα της καφετιέρας με τον καλό καφέ που της έφερνε κάθε τόσο˙ το κλειδί που ανοίγει την πόρτα στις οκτώ παρά δέκα˙ η βαριά κοιμισμένη ανάσα μέσα στη νύχτα˙ τα δάχτυλα που πέφτουν νευρικά και άτσαλα στο πληκτρολόγιο˙ ο ήχος των πιάτων στην κουζίνα συνοδεία ραδιοφώνου, ό,τι, τέλος πάντων, έφτανε στ’ αυτιά του και στη δευτερεύουσα αντίληψή του τις ώρες που ο ίδιος ασχολούνταν με τα δικά του, ίσως και σ’ άλλο δωμάτιο του σπιτιού.
            Δεν είχε καταλάβει ποτέ την ευεργεσία αυτής της συμφωνίας των ήχων, των ήχων της ανθρώπινης παρουσίας, ήταν σα να μην είχε ακούσει ποτέ το τραγούδι τους – τα έχουν αυτά οι κανονικότητες, ξεγελάνε, περνιούνται για αιωνιότητες. Στοργική αγκαλιά και ειρήνη το σύμπαν των ήχων, ακόμα και των καθημερινών θορύβων που παράγονταν και έφταναν στ’ αυτιά του μεταμφιεσμένοι σαν ενοχλητικοί: μια ηλεκτρική σκούπα, ένα σφυρί που καρφώνει τον τοίχο, ένα καπάκι κατσαρόλας που πέφτει κάτω –«γαμώ το!»-, το πιστολάκι για τα μαλλιά, τόσα, τόσα, είναι τόσα που σου φωνάζουν ν’ ανοίξεις τα μάτια, να αντικρύσεις την αγκαλιά που σου ανοίγουν και σου προσφέρουν.

            Τώρα, στο μικρό του διαμέρισμα, μια σιωπή πηχτή απλωνόταν σαν ομίχλη, σα να βυθιζόταν ο ίδιος στο νερό, κανένας ήχος - γιατί τον πνιγμό τον φανταζόταν πάντα άηχο; Ο ήχος της απουσίας είναι οξύς, μεταλλικός, αμείλικτος˙ τρυπάει τ’ αυτιά με την ανυπαρξία του, είπε.
            Ο κύριος Λι τον άκουγε αμήχανος και με την αίσθηση της ολοκληρωτικής αδυναμίας να αρθρώσει παρήγορο λόγο. Κατέφυγε μόνο παρελκυστικά, παραπλανητικά, στη συνήθη σεισάχθεια τακτική του. Της χαριτωμένης ελάφρυνσης.
            « Μέσα σ’ αυτή τη σιωπή, ακούς τουλάχιστον τους χτύπους της καρδιάς σου;», τον ρώτησε.  Και στο καταφατικό σκεφτικό νεύμα του συνομιλητή του, αποφάνθηκε σαν αισιόδοξα: «Α, είναι μια καλή αρχή αυτό!»
            Έμειναν για λίγο στη σιωπή. Δεν είναι η ώρα να ακούσουμε τη μουσική της τώρα.

Κυριακή, 5 Μαΐου 2019

το ραβδάκι που κάνει το αυτό άλλο


        Τι κάνει ο κύριος Λι όταν οι μαθητές του, ώρα πολλή, αποτυπώνουν τις σκέψεις τους στο χαρτί; Τους παρατηρεί και
σημειώνει κι αυτός τις σκέψεις του
για τους μαθητές που σημειώνουν τις σκέψεις τους.
            Η έκθεση σήμερα έχει θέμα τη σχέση κατανάλωσης και μέσων μαζικής επικοινωνίας και κοινωνικής δικτύωσης. Τις επιπτώσεις απ’  αυτή τη σχέση. Τις προτάσεις  ανακούφισης απ’  αυτές τις επιπτώσεις. Και παρατηρώντας εαυτόν και ετέρους ο κύριος Λι  στέκει αμήχανος απέναντι στην αντίφαση: κάποιοι άνθρωποι σε ένα χώρο, πελάτες καλοί  της εποχής τους όλοι, συνεπείς καταναλωτές, εξαπολύουν μύδρους κατά της κατανάλωσης και του καταναλωτικού ανθρώπου.
            Και σημειώνει ο Λι με το μολυβάκι του στη δική του έκθεση, στο πίσω μέρος ενός φύλλου με το σχέδιο μαθήματος, το διδακτικό στόχο, την αφόρμηση και τη διδακτική πορεία μιας  παράδοσης μαθήματος. Στο πίσω μέρος:
            «Το γνωστό με το πουλί στο κλουβί: Δεδομένο πως η ζωή είναι αυτό. Αυτό που έχει. Τρώει, πίνει, κελαηδάει. Αν ένα πορτάκι ξεχασμένο και δυο ασθενικά φτερά στην πλάτη του μαρτυρήσουν πως η ζωή είναι άλλο,  τότε άγνοια, τρόμος κι αδυναμία. Άλλο; Τι άλλο, δηλαδή; Σκύβει ο Πλάτωνας, «άλλο», του ψιθυρίζει, «η πραγματική ζωή δεν είναι επίπεδες σκιές˙ είναι χρώματα και αφή, είναι μυρωδιές και άπειρο, είναι αποχρώσεις, ποικιλία, πόνος και χαρά».
            Αλλά το σπήλαιο του Πλάτωνα είναι πολύ μακριά, φαίνεται, και κανείς δεν ξεχνάει το πορτάκι του κλουβιού ανοιχτό. Και το πουλάκι συνεχίζει να τρώει, να πίνει και να κελαηδάει μέσα στο κλουβί. Κι εμείς συνεχίζουμε να το ταΐζουμε με κανναβούρι, νερό και σκιές. Η ζωή είναι αυτό.»
            Έντεκα παρά. Έξω ήλιος. Οι μαθητές συνεχίζουν να γράφουν. Η ζωή είναι αυτό. Ο κύριος Λι συνεχίζει να σημειώνει.
            «Στην ταλαιπωρημένη χώρα μας μεγαλώνουμε θεωρώντας ότι η εκπαίδευση είναι αυτό. Τη γυμνώσαμε απ’ τα στολίδια της, τη σέρνουμε άχαρη, παραιτημένη, άνευρη, αποχυμωμένη, αδιάφορη. Δώδεκα χρόνια πορεία για τις Άγιες Πανελλαδικές εξετάσεις, το αδιάβλητο κι αδιαμφισβήτητο κριτήριο της επιτυχίας των  νέων. Δώδεκα χρόνια αναιτιολόγητης ανηφόρας κακοτράχαλης, μακριά από την ανακάλυψη του εαυτού και της χαράς της γνώσης, μακριά από την έμπνευση, μακριά από τον τύπο του ανθρώπου που μάθαμε να εκθειάζουμε στις μαθητικές εκθέσεις, μακριά από την ελευθερία. Η εκπαίδευση είναι αυτό. Κελαηδήστε, ωραία μου πουλάκια, κελαηδήστε.»
            Βλέπει τα ίσως έφηβα παιδιά του ο κύριος Λι  σκυμμένα στα θρανία τους να γράφουν, –πότε φτάσανε στην τρίτη λυκείου; -, η εντατικοποίηση τους τείνει το περίστροφο κι αυτά γράφουν. Χωρίς χαρά, χωρίς να ξέρουν γιατί, αποστασιοποιημένα απ’  αυτά που γράφουν, ακόμα κι από τον ίδιο τον εαυτό τους που δε γνώρισαν, που δεν ανάπτυξαν, που δεν πλούτισαν μέσα από τις ανέμπνευστες διαδικασίες ενός τέτοιου σχολείου.
            Ο κύριος Λι είναι σίγουρος. Σπάνια είναι σίγουρος, αλλά εδώ είναι. «Η εκπαίδευση δεν είναι αυτό. Είναι άλλο», γράφει.  «Είναι εκείνο το ραβδάκι που αγγίζει τις άκρες των χειλιών μας και μας τις ανασηκώνει όταν αντικρύζουμε μαγεμένοι τον κόσμο και τον άνθρωπο. Πόσο δύσκολος στόχος μπορεί να είναι;»
            «Κύριε, το αδηφάγος πώς γράφεται;»
            «Ποιος είναι αδηφάγος, Χριστίνα;»
            «Για τον καταναλωτισμό γράφω, κύριε».
            «Με ήτα, Χριστίνα».
            Ο, η αδηφάγος. Η αδηφάγος εκπαίδευση. Αυτή, με ήττα, σκέφτεται ο κύριος Λι και αφήνει το μάτι του να πέσει στο λουσμένο με φως απέναντι  μπαλκόνι.

αφιέρωση: στη Στέλλα Χ. για τον όμορφο αγώνα  και την προσφορά της στην εκπαίδευση

σημείωση 1: οι φωτογραφίες είναι από παλιότερες εκδηλώσεις και δραστηριότητες του 6ου λυκείου Καλλιθέας
σημείωση 2: το λογοπαίγνιο του τέλους κλάπηκε από  ποίημα του Αργύρη Χιόνη ( "με ήτα η ζωή τελειώνει˙ / με ήττα, επίσης" )

Κυριακή, 28 Απριλίου 2019

οδός Φιλαρέτου


           Ψηλός, ευθυτενής, περήφανο παράστημα. Είχε τη χαρά να δει και τα παιδιά του να του μοιάζουν. Λεβεντιές απ’ έξω κι από μέσα, σαν κι αυτόν.
            Για τον Λι ήταν πάντα  «ο μπαμπάς του Νίκου», δεν τον γνώρισε στα νιάτα του, το παρελθόν του terra incognita, ποιος ρωτούσε για τους μπαμπάδες..
            Περνούσαν όμως τα χρόνια και ψηφίδες πληροφορίες σχημάτιζαν σταδιακά στα μάτια του Λι μια ζωή. Μια ζωή που οι νεαροί δε βλέπουν συνήθως, καθώς το μάτι τους πέφτει στο λαμπρό μπροστά.
            Ίμβρος. Σχοινούδι. Κτήματα πολλά, ζωντανά, καλλιέργειες, κυνήγια,  ο κυρ Γιάννης στο άλογο, ο πατέρας πρώτος μουσικός στα πανηγύρια, μια οικογένεια που κάνει το κουμάντο της, που ζει καλά. Και που ζει δεμένη με τη γη της. Ώσπου να εκδιωχθεί απ’ αυτήν. Όπως κι όλες οι άλλες του νησιού. Απ’ την αγριάδα των ανθρώπων και τις κατασκευές της Ιστορίας.

            Πρόσφυγας στην Αθήνα του ’60 ο κυρ Γιάννης, με δυο μικρά παιδιά και κάποιους από το αποδεκατισμένο σόι. Νύχτα έφευγε για τη δουλειά, νύχτα επέστρεφε˙ δουλεύοντας σε ένα υπόγειο έκανε χρόνια να δει φως του ήλιου. Το βιολί του μ’ ένα σεντόνι διπλωμένο έμενε στη ντουλάπα ανέγγιχτο. Πρόσφυγας στον τόπο του που δεν είναι τόπος του. Πέρασε πολύς πέτρινος καιρός μέχρι να νοικιάσουν το διαμέρισμα στην οδό Φιλαρέτου, εκεί που τον γνώρισε ο κύριος Λι, και μέχρι ν’ αρχίσουν σιγά σιγά να στρώνουν τη ζωή τους, μιαν άλλη ζωή.
            Κι εκείνο το χαμόγελο; Το σχεδόν γέλιο; «Τι φτιάν’ς, ρε Λάμπρο», ρωτούσε και τον ένιωθες σε ετοιμότητα να σε καλοδεχτεί, να συμπληρώσει την απάντησή σου εύθυμα, ενθαρρυντικά, ζωογόνα. Κι ύστερα οι αστεϊσμοί, τα καλόκαρδα πειράγματα, οι παροιμίες κι οι ιστορίες από τον παλιό καιρό, τότε που οι σοδειές της ζωής ήταν αφειδώλευτες. Μιας ζωής που δεν κλεινόταν στο διαμέρισμα της Φιλαρέτου, δε χωρούσε εκεί,  που  όμως σιγά σιγά κατάφερε και ξεχείλιζε από τα τσουκάλια, ανασταινόταν από τα μαγειρέματα και τις μυρωδιές της Μαρίας του, αργότερα κι από τους ήχους του βιολιού του ίδιου του κυρ Γιάννη, και να οι μπάλοι και να τα απτάλικα και να το φως που πολεμάει τα σκοτάδια της μνήμης. Ένα φως που το μετέφερε στη γειτονιά και στον περίγυρο. Με την καλή του διάθεση,  την εξωστρεφή παρουσία του, με το πλησίασμά του στους ανθρώπους, με την εύθυμη ατάκα, εκείνη που μοιράζει χαμόγελα στις κατσούφες μέρες.
            Δεν τη φοβήθηκε τη ζωή ποτέ ο κυρ Γιάννης. Κι ας πορευόταν με το κρυφό σαράκι της απώλειας. Της απώλειας αγαπημένων από φρικτά ναυάγια και φρικτούς διωγμούς, από την απώλεια μιας γης που πόνεσε πολύ να ξαναδεί.  Όλα τα σύνθλιβε ένα κάτι που φώλιαζε σ’ εκείνο το χαμόγελο, όταν ρωτούσε τον νεαρό Λι «τι φτιάν’ς, ρε Λάμπρο;», μια ερώτηση που συνοδευόταν από αρκετά ειλικρινή μπράβο και ευφρόσυνα συμπληρώματα.
            Και τώρα, περασμένα τα ενενήντα, μόνος πια στο διαμέρισμα της Φιλαρέτου, με την ίδια περηφάνια διδάσκει ζωή. Έχει πολύν καιρό να τον επισκεφτεί ο Λι. Ντρέπεται κιόλας λίγο γι ‘αυτό.. Προχτές, πήγε μόνο  και του γλίστρησε κάτω απ’  την πόρτα μια κάρτα. «Κυρ Γιάννη, καλό Πάσχα». Υστερόγραφο: «Όλο και κάτι φτιάνουμε».
αφιέρωση: στη Μαρία, του Νικόλα

Κυριακή, 21 Απριλίου 2019

τα μάτια της μνήμης

           «Αυτό τι είναι;», ρώτησε μάλλον αδιάφορα ο Παλιός Μαθητής δείχνοντας μια μινιατούρα πάνω στο πιάνο, καθώς ο παλιός του δάσκαλος του έψηνε στην κουζίνα το καφεδάκι.   
             «Ε; Ποιο λες; Δε βλέπω, ρε Τάκη, από ‘δω, και δεν ακούω και καλά. Περίμενε, έρχομαι. Βρες, αν θες να βάλεις κάποιο άλλο CD και έρχομαι».
            Κι όταν σε λίγα λεπτά κατέφτανε στο σαλόνι ο κύριος Λι με τους καφέδες και τα ακούραστα συνοδευτικά καλούδια, ο Τάκης ήταν κιόλας θρονιασμένος στον καναπέ ακούγοντας τους χειμερινούς κολυμβητές της επιλογής του και συνεχίζοντας να επεξεργάζεται με το βλέμμα του τα άφθονα μικροδιακοσμητικά που γέμιζαν τις επιφάνειες του σαλονιού.
             «Πολύ τζάρτζαλο, ρε δάσκαλε. Τι τα θες όλ’ αυτά;»
            Στην αρχή δεν του απάντησε. «Αυτό το τζάρτζαλο είναι τα μάτια της μνήμης μου», σκέφτηκε, αλλά ένιωσε πως αυτή η φράση είχε πολύ στόμφο για τη στιγμή και τις περιστάσεις. Όταν όμως κάνοντας έναν άτεχνο ελιγμό για να αποφύγει την απάντηση – «δε σ’ αρέσουνε πολύ, ε;», είπε χαμογελώντας - , ο παλιός μαθητής του επέμεινε:
            «Όχι, απλώς αναρωτιέμαι γιατί τα ‘χεις μαζέψει. Δε σου κουράζουν το μάτι;»
            «Τάκη, ξέρεις ότι είμαι υπέρ της υγρασίας των ματιών˙ η ξηρασία βλάπτει σοβαρά την υγεία. Τους. Και μας.»
            «Λάμπρο, αρχίζω και σε χάνω, μίλα απλά».
            «Τάκη μου, πιο απλά απ’ ό,τι είναι δε γίνεται: Αυτά τα σκατουλάκια είναι στιγμές της ζωής μου, άνθρωποι της ζωής μου, κομμάτια της ζωής μου˙ κουβαλάνε τόση μνήμη, κλωστές που συνδέουν παρελθόν και παρόν. Τα προστατεύω και τα τιμώ, γιατί κι αυτά με προσέχουν, αλλά και γιατί χωρίς εμένα δε θα υπάρχουν. Υπάρχει ένας άτυπος νόμος της βαρύτητας, της έλξης, ξέρω ‘γω, που ενώνει τα άψυχα πράγματα με τα ζωντανά πλάσματα. Και με βάση αυτό το νόμο τα άψυχα αποκτούν το νόημά τους. »
            «Τι έγινε; Μεγαλώνεις και το πας στο μεταφυσικό;»
            «Καθόλου, Τάκη. Κοίτα, ας πούμε, αυτή τη μορφή πάνω στο πιάνο – γι’ αυτό με ρωτούσες πριν;
            «Ποιο; Αυτός που παίζει ένα όργανο;»
 
            «Ναι. Τσέλο. Πάνε εικοσιπέντεκαί χρόνια. Ο πατέρας, που έπαιζε τσέλο, έχει πεθάνει ένα μήνα πριν, εγώ πηγαίνω στο Λονδίνο να δω δυο φίλους, σε μιαν υπαίθρια υγρή αγορά βλέπω κάποιον να φτιάχνει με σίδερο απλά, μικρά γλυπτά. Το μάτι μου πέφτει σ’ αυτό τον μικρό τσελίστα, σε μιαν άκρη του πάγκου. Το μυαλό στον πατέρα. Είμαι εκεί, στο Λονδίνο, σε μιαν υπαίθρια αγορά κι είμαι ένας νεαρός χαμένος, χωρίς το στήριγμα της ζωής μου, με πόδια που πατάνε αδύναμα – πού;  Και στον υγρό πάγκο του πλανόδιου καλλιτέχνη, στη μικρή σιδερένια κατασκευή βλέπω τον πατέρα μου. Στην επιστροφή απ’ το ταξίδι τοποθέτησα τον τσελίστα στο πιάνο και πια ο πατέρας συνοδεύει κάθε μουσική, αλλά γεμίζει και τη μνήμη με ένα νεαρό παιδί που ταξιδεύει και που πενθεί και που έχει φίλους και που ψάχνει  να πατήσει γερά τα πόδια του στη γη και σιγά σιγά πορεύεται προς αυτό το σαλονάκι και τον καφέ του αγαπημένου του παλιού μαθητή». Δευτερόλεπτο υγρής σιωπής και «Οκέι;» - ένα οκέι που ρίχτηκε σα σύνθημα για να αλλάξει η συζήτηση και που για μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα συνοδεύτηκε από ένα
            «για λέγε, εσύ εντάξει με τη μετακόμιση; Τα έφερες τα πράγματα απ’ την Ιταλία; Ο γάτος; Πρέπει να ‘σαι σε πολύ καλή φάση, ε;»
            Ήξερε ο κύριος Λι ότι όσο βαρυσήμαντος και νοηματοδοτημένος μπορεί να είναι ο προσωπικός χώρος του καθένα, για τους άλλους μπορεί απλώς και μόνο να αποτελεί ένα μέρος της καθημερινότητάς τους, και μ’ αυτό ήταν συμφιλιωμένος. Ο Τάκης εύκολα επανέφερε το μυαλό του στον προβληματισμό της μέρας, της μέρας του, ασμένως επανήλθε στο θέμα που τον ρωτούσε  ο παλιός του δάσκαλος και άρχισε να περιγράφει με ενθουσιασμό τα απίθανα και ευτράπελα της επανεγκατάστασής  του στην πατρίδα, στην πατρίδα αυτή που επτά χρόνια πριν τον είχε διώξει για να σπουδάσει αυτό που τόσο ήθελε.
 
αφιέρωση: στο ξωτικό, (και)  για την αφορμή

Κυριακή, 14 Απριλίου 2019

μια σπίθα ασημί


             Η περιοχή, εκείνα τα χρόνια, είχε πολύ ψαράκι. Δεν προλάβαινες να ρίξεις την πετονιά και την ανέβαζες με τσέρουλες και γόπες. Η λεκανίτσα στο ταμπούκι γέμιζε και με την επιστροφή, αφού έδεναν τη βάρκα στο μώλο, τα πιτσιρίκια αναλάμβαναν την περήφανη διανομή στους λιγοστούς γείτονες και κατασκηνωτές. Ώρα ενός μικρού θριάμβου – απ’  αυτούς που η γαλίφα καθημερινότητα  ξέρει να προσφέρει παραπλανώντας.
            Είχαν μυηθεί καλά στα μυστικά της θάλασσας ο μικρός Λι και οι παιδικοί του φίλοι από τον πατέρα.  Όχι ολόκληρης της θάλασσας, βέβαια. Του ελάχιστου κομματιού της, εκείνου που μπορούσαν να αλωνίσουν με μία βαρκούλα τρίμετρη, τόσο όσο να αισθάνονται θαλασσόλυκοι και καπεταναίοι. Πετονιές και αγκίστρια, κόμποι ναυτικοί, τσιμπήματα και δολώματα, αέρηδες, βυθός, σίνια κι αραξοβόλια, κουπιά και άγκυρα, μπουνάτσες και μποφώρια, στοιχεία  του οικείου μικρόκοσμου των Κυριακών και των διακοπών τους.
            Πέρασαν λίγα χρόνια κι ο μικρός Λι δεκαοκτάρισε. Έδωσε τις εξετάσεις του για το Πανεπιστήμιο και μαζί με τον παιδικό του φίλο, τον Νικόλα, πήγαν για λίγες μέρες στο νησί. Και σαν για να θρέψουν την ανάμνηση, ένα πρωινό ξεκίνησαν με ένα βαρκάκι και τον ίδιο πατέρα για ψάρεμα. Στιγμές, εικόνες γνώριμες. Αχάραγο ξύπνημα, συνωμοτικοί ψίθυροι από τις γρίλλιες, φευγαλέες ματιές στον ουρανό που ακόμα να φωτίσει, νυσταγμένη αποδοχή των εντολών του πατέρα, κουβάλημα του ντεπόζιτου, της απόχης, του καλαθιού με τα σύνεργα, «πήρατε τα δολώματα, ή νομίζετε πως θα τα πιάσετε με τη γοητεία σας, ομορφόπαιδα;» 
            Και λίγο αργότερα το μονότονο γουργούρισμα της εξωλέμβιας, η παλάμη που κάνει παιχνίδια με το νερό, η δροσιά και τ’ αλάτι απ’ τις σταγόνες, οι μικροί κυματισμοί της βάρκας που όλο κι ανοίγουν ώσπου να σβήσουν,  η πόλη που αγουροξυπνάει νωχελικά κι όλο και ξεμακραίνει μπροστά στον καθρέφτη της θάλασσας, ο άνισα φωτισμένος ορίζοντας απ’ τα χρώματα του πρωινού, κάποιο περαστικό ρίγος που δε βιάζεται να ζητήσει την κουβέρτα του ήλιου.
            Βρήκαν το σίνιο, έρριξαν άγκυρα, κάπου δεκαοκτώ οργιές εδώ, ετοίμασαν τα σύνεργα, πήραν τις θέσεις τους, λίγο μαζί και λίγο ο καθένας στις σκέψεις του, κι όσο ο ήλιος ανέβαινε τόσο η καλαθούνα γέμιζε ψαράκια.


            Σιγά σιγά το φως του ήλιου βοηθούσε να δεις όλο και πιο βαθιά κάτω από την αρυτίδωτη επιφάνεια. Κι η αλιευτική έξαψη σε έσπρωχνε να κοιτάξεις, να δεις τι ανέβαζες, να δεις τι είχες πιάσει. Κι ο νεαρός Λι, καθώς ανέβαζε την πετονιά του βαριά,  έσκυψε να δει.  Τα χέρια του ανέβαζαν την πετονιά, τα μάτια του χάνονταν έκπληκτα στο γαλάζιο που κατάπινε ο βυθός. Ώσπου αντιλήφθηκε ένα σταφτάλισμα, μια σπίθα ασημί˙ στιγμιαία˙ τρεμουλιαστή. Κι όσο ανέβαζε την πετονιά, τόσο πιο ευδιάκριτη και η πηγή της. Το ψάρι πιασμένο απ’ τ’ αγκίστρι έκανε μία δεξιά, μία αριστερά, να φύγει. Κάτω η εκκωφαντική σιωπή του βυθού, πάνω η  βάρκα σταγόνα στην απέραντη θάλασσα, στο βυθό του ουρανού. 
            Μια ασημί σπίθα στο πουθενά. Ένα στιγμιαίο στραφτάλισμα στην απεραντοσύνη.
            Ο Λι ανέβασε τη γόπα στη βάρκα, την ξαγκίστρωσε προσεκτικά και κρατώντας τη στη χούφτα του έβαλε το χέρι στο νερό και την άφησε ελεύθερη να γλιστρήσει. Την παρακολούθησε καθώς χανόταν. 
            Δεν το είχε διατυπώσει με σκέψεις, αλλά ήδη το ήξερε ότι το ψάρεμα μόνο ως ανάμνηση θα τον απασχολούσε πια.
 

Κυριακή, 7 Απριλίου 2019

χτυπάει τηλέφωνο




            Tηλέφωνο. Ο Ζήσης. Πάλι.
            Πιστόν φίλον εν κινδύνοις γιγνώσκεις. Ο Λι είναι εκεί, πάντα ήταν. Παραμερίζει εύκολα τον εαυτό του, τρυπώνει στις ιστορίες των άλλων, τους δίνει χώρο. Και είναι εκεί. Για ν’ ακούσει,  να σταθεί, παρήγορο λόγο, θεραπευτικό να αρθρώσει. Αν και αυτή τη φορά η εντύπωσή του είναι πως ο Ζήσης παλεύει με το αδύνατο. Του το είχε δηλώσει, άλλωστε,  προ ημερών με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο .
            «Γυρίζει το ποτάμι πίσω, Λάμπρο;», τον είχε ρωτήσει ο  φίλος του, μιλώντας για τη σχέση  του με τη γυναίκα του.
            «Όχι μόνο δε γυρίζει, Ζήση, αλλά οὐκ ἄν ἐμβαίης εἰς τόν αὐτόν ποταμόν δίς, δύστυχε. Ο αγαπημένος σου ο Ηράκλειτος δεν το ‘λεγε;»
            «Και πού πηγαίνει όλη αυτή η αγάπη, ρε Λάμπρο; Αυτά που θυμάμαι είναι όλα μια άνοιξη. Μια ήσυχη, ωραία ζωή, χωρίς τσακωμούς, όλο γέλια. Η Νανά κι εγώ ήμασταν ένα. Δυο άνθρωποι που αγαπιόμασταν. Εντελώς απλό. Tι έχει γίνει; Γιατί δεν ξαναγυρνάμε εκεί;»
            Ο Ζήσης. «Εντελώς απλό».
            Θυμάται, και αχ, οι ωραίες μέρες.
            Θυμάται, και θέλει να αγαπάει αυτό που αγαπούσε κάποτε.
             Και θέλει να τον αγαπούν όπως τον αγαπούσαν κάποτε.
            Και τώρα τίποτα δεν είναι όπως κάποτε.
            Και τώρα ο Ζήσης κάθεται στα ερείπια και αναζητά έναν τρόπο να επιστρέψει στο παρελθόν.
            Λες κι αν επιστρέψει δε θα ξανασυναντήσει την αιτία που τον έκανε να βρίσκεται τώρα σ’ αυτή την κατάσταση, σ’ αυτό το «χάλι μαύρο», όπως συνοπτικά ο ίδιος το περιγράφει. Λες και το παρελθόν δεν κυοφορεί, λες και οι καταστάσεις που ζούμε σήμερα έπεσαν βροχούλα  από τον ουρανό.
            Αλλά, αναλογίζεται ο Λι, μήπως  και εγκαταλείπει εύκολα τις σταθερές του ο άνθρωπος σ’ αυτή τη ζήση;  Πότε ήταν που άκουσε για μια φίλη του  «Στα τριανταπέντε της χώρισε; Και πώς πέρασαν τόσα χρόνια και δε σκέφτηκε να ξαναφτιάξει τη ζωή της;» «Να ξαναφτιάξει». Ποια έννοια ακριβώς δίνουμε στο «ξανά-» σ’ αυτή την περίπτωση; Τι ξαναφτιάχνουμε;
            Και πάνω που αποφάσιζε ο κύριος Λι να κάνει μια πιο θαρραλέα .. συμβουλευτική συνάντηση με τον Ζήση, πως είναι καιρός να του θέσει ανοιχτά  την άποψή του για το αδιέξοδο της σχέσης του, συνειδητοποίησε ότι το τηλέφωνο είχε σταματήσει –πότε; - να χτυπάει.
            Τα υπαρξιακά προβλήματα τα λύνει ο κύριος Λι. Με το τηλέφωνο δυσκολεύεται λιγάκι.