Κυριακή, 16 Σεπτεμβρίου 2018

λίγα μέτρα πιο 'κει


            Λίγα  μέτρα πιο ’κει από το θηριώδες εμπορικό κέντρο, διαστάσεων τεραστίων, σε ένα δρομάκι που σχεδόν κανείς διαβάτης δε διαβαίνει, έκανε λες τη μοναχική κι απέλπιδα αντίστασή του ένα μικρό, καλαίσθητο, διαστάσεων ανθρωπίνων, καφέ.
            Βρέθηκαν για λίγο εκεί, να ανταλλάξουν σημειώσεις και βιβλία, κουβέντες και εκμυστηρεύσεις, εντυπώσεις και ψευδαισθήσεις.
            Μαζί με τους  αχνιστούς τούρκικους στα μικρά μπρούτζινα μπρίκια ερχόταν πάντα και ένα γλυκάκι κουταλιού. Παράδοση κάποτε. Τώρα παράδοση του μαγαζιού.
            - Τριανταφυλλάκι χιώτικο, ανακοίνωσε με καμάρι, ακουμπώντας το περήφανα στο τραπεζάκι. Πεσκέσι απ’  το γαμπρό μου˙ λιχουδιά!
            Κι όση ώρα ο Παλιός Μαθητής αγόρευε για τη ζωή του στο εξωτερικό, για όσα οι ευρωπαίοι κατακτήσανε που εμείς ούτε στον ύπνο μας, για «εκεί, όμως, λειτουργούν οι νόμοι, ε;», για υποχρεώσεις και δικαιώματα,
            ο κύριος Λι ασκούσε το δικαίωμά του στη γευστική επεξεργασία του χιώτικου τριαντάφυλλου. Η ιδέα ότι τρώει αυτό το ιδιαίτερο λουλούδι προσγειωνότανε με ένα άκρως αντιφατικό τρόπο μέσα του. Από τη μια γευόταν αυτό το φίνο άρωμα, τα λεπτά , διακριτικά, ευαίσθητα τριάντα φύλλα, με όρους απόλαυσης˙ απ’ την άλλη «τι ιδέα! Να μασάω το λουλούδι, να το τρώω – τι βαρβαρότης!»
            Έμειναν ασχολίαστα τα δικαιώματα και οι νόμοι των ευρωπαίων, νικήθηκαν κατά κράτος από το λεπτεπίλεπτο χιώτικο γλυκό. Διακόπτει τον εμβρόντητο Παλιό Μαθητή:
            - Ρε παιδί μου, κοίτα πώς τρίζουν στο στόμα τα φυλλαράκια! Τι άρωμα ροδόκηπων αναδύεται από ένα τοσοδά πιατάκι.. Αλλά και πάλι, πού του κατέβηκε του ανθρώπου να τρώει τα τριαντάφυλλα, δε σου φαίνεται λίγο άγριο, ε, για πες;
            Ξέχασε, συγχώρησε γρήγορα τη διακοπή ο Παλιός Μαθητής. Γέλασε.
            - Α, ρε δάσκαλε! Γι’ αυτό μ’ άρεσες πάντα, για τη λοξή ματιά σου. Δύσκολο να φας χωρίς να σκεφτείς, ε; Χα! Και με τα χρόνια μάλλον έχει μεγαλώσει το κουσούρι.. Πρόσεχε, πάντως, πρόσεχε.Την πρεσβυωπία εντάξει, αλλά τη λοξή ματιά δεν την κάνει καλά ο οφθαλμίατρος!
            - Κουσούρι, ε; σχεδόν μονολογεί ο Λι σκεπτικός.
            - Ε, αφού βασανίζεσαι! Δε θυμάσαι που μας έλεγες ότι ακόμα και η γλώσσα καμιά φορά δε σε καλύπτει, γιατί βάζει οπτικές που δεν είναι στην ίδια κατεύθυνση με τις δικές σου; Δε θυμάσαι το «ευτυχώς ή δυστυχώς» που το αντικαθιστούσες με το «ευτυχώς και δυστυχώς», γιατί δεν έβλεπες δίλημμα παρά συνύπαρξη; Δε θυμάσαι τα καλοκακομαθημένα παιδιά, γιατί  δεν μπορούσες να ξεχωρίσεις  τα καλομαθημένα από τα κακομαθημένα; Και τόσα άλλα!
            Για άλλη μια  φορά ο Παλιός Μαθητής είχε δίκιο. Αλλά τι να έκανε ο κύριος Λι; Δεν ήταν ότι το προσπαθούσε. Έτσι λειτουργούσε η σκέψη του. Λίγα  μέτρα πιο ’κει. Ευτυχώς και δυστυχώς..

Κυριακή, 9 Σεπτεμβρίου 2018

δυο άνθρωποι, μια γάτα και ένα φθινόπωρο

            Τους πετύχαμε στη μέση της βραδινής κουβέντας. Στο σαλονάκι του κυρίου Λι, με τη μεγάλη  βιβλιοθήκη, την μπαλκονόπορτα ανοιχτή έτσι που η φθινοπωρινή δροσούλα να φτιάχνει έναν αόρατον ιστό ανάμεσα στο μέσα και το έξω, - κάτι που σφραγίζει και το διαβατήριο της Γάλας, της άσπρης γάτας του ήρωά μας, ώστε αυτή να κυκλοφορεί ελευθέρως καταργώντας τα αχρείαστα και κουραστικά σύνορα.
            - Δεν μπορείς ποτέ να πεις «γερνάω», Λάμπρο. Είναι σαν το παρόν. Δε συλλαμβάνεται η στιγμή του. Μπορείς να πεις «γεράσαμε» ή «έχουμε γεράσει», αλλά..
            - Σιγά μην το πω..
            - ..αλλά  -συνεχίζει ο Δίδυμος, ρίχνοντας μια φευγαλέα απαξιωτική ματιά στον αδερφό του- .. αλλά ποτέ δεν μπορείς να πεις πότε αρχίζει αυτός ο ενεστώτας.
            Η κουβέντα ξεκίνησε με αφορμή την επιστροφή από τον Δίδυμο στον αδερφό του του βιβλίου που είχε δανειστεί και μόλις είχε διαβάσει: "Αυτό ήταν η ζωή; Τότε άλλη μια φορά!", του Irvin Yalom (μτφρ. Ευαγ. Ανδριτσάνου, εκδ. Άγρα, 2017) Ο Yalom το συγγράφει στα 85 του χρόνια και μάλιστα σε μια ηλικία που συνεχίζει να εργάζεται ως ψυχοθεραπευτής, δεχόμενος καθημερινά θεραπευόμενους.
            - Κοίτα, ρε, λέει ο Δίδυμος, ανοίγοντας με το ένα χέρι το βιβλίο και ψάχνοντας με το άλλο τα πρεσβυωπικά του γυαλιά: Ο Γιάλομ κάνει διάλογο με ένα συνομήλικό του θεραπευόμενο, χρηματιστή, ο οποίος συνεχίζει ακόμα, στα 85 του, να δουλεύει με εντατικούς ρυθμούς.
Γιάλομ: Φαντάσου τη ζωή σου χωρίς δουλειά, Χάουαρντ. Πώς θα ήταν;
Χάουαρντ: Ομολογώ ότι τρέμω στην ιδέα να σταματήσω.
Γιάλομ: Προσπάθησε να φανταστείς τον εαυτό σου χωρίς τη δουλειά.
Χάουαρντ. Ξέρω πού το πας. Παραδέχομαι ότι φοβάμαι να σταματήσω. Τι θα κάνω όλη μέρα; (…)
Γιάλομ: Αναρωτιέμαι μήπως αισθάνεσαι ότι η δουλειά σε κρατάει στη ζωή, ότι χωρίς τη δουλειά θα κυλήσεις στη γεροντική αδυναμία και το θάνατο. Μπορούμε να βρούμε μαζί κάποιον τρόπο να ξεμπλέξουμε τη ζωή από τη δουλειά;
            - Καλά, αφού κι ο ίδιος ο Γιάλομ δε δουλεύει ακόμα;
            - Ακριβώς, Λάμπρο, εδώ είναι το θέμα! Γιατί; Τι του πρόσφερε η γνώση της ψυχής που αφοσιωμένα τόσα χρόνια μελετούσε;
            - Σαν απόρριψη της ψυχοθεραπείας μου μοιάζει αυτό, αδερφέ.
            - Απόρριψη, όχι. Τα ξέρεις, τα έχουμε ξαναπεί. Με συμπάθεια τη βλέπω. Με συμπαραστατική διάθεση αλλά και έναν κάποιο οίκτο, καθώς επιχειρεί να τρυπώσει στο βάθος του ανθρώπου-πλανήτη και δεν έχει φτάσει παρά στη φλούδα του.
            Θα τραβήξει πολύ η κουβέντα τους. Τα ποτήρια στο τραπέζι θα αδειάσουν, θα γεμίσουν, θα ξαναδειάσουν, τα δυο τρία πιατάκια, γερασμένα κι αυτά, με ό,τι θα έχει απομείνει μέσα τους ίσα που θα θυμίζουν αυτό που ήταν όταν φτάνανε γεμάτα υποσχέσεις, η Γάλα κουλουριασμένη κοντά στο σύνορο θα τεντώνει τα αυτιά της σε κάθε υποψία πετάγματος και η φθινοπωρινή νύχτα θα κοιτάζει με αγωνία πάνω από τις κεραίες των πολυκατοικιών για το πρώτο φως της μέρας.
            Θα τραβήξει η κουβέντα τους κι εμείς δε θα την ακούσουμε. Μας φτάνει και μας περισσεύει η αίσθηση δυο ανθρώπων που κουβεντιάζουν, μιας γάτας που λαγοκοιμάται και μιας φθινοπωρινής νύχτας που αναζητά την ταυτότητά της, καθώς, ενώ είναι ο ίδιος ο χρόνος, φθίνει κι αυτή, όπως και οι οπώρες.

Κυριακή, 2 Σεπτεμβρίου 2018

εμμονές

             Συναντήθηκαν στην παραλία, μετά το μπάνιο. Με τα μαγιό τους και οι δύο, ο Λι βρεμμένος ακόμα, με το κόκκινό του μαγιό, ο πολύ παλιός γείτονας έτοιμος να φύγει. Φορούσε κι αυτός το μαγιό του, καπελάκι τζόκεϊ με γράμματα αμερικάνικης φίρμας, γυαλιά ηλίου, σταυρουδάκι χρυσό, κομποσκοίνι,  βέρα, πέδιλα για τη θάλασσα, στο χέρι  ήδη τα κλειδιά του αυτοκινήτου και τα τσιγάρα.
            Πολλά ή λίγα φοράει; αστραπιαίως αναρωτήθηκε ο Λι.
            Είχαν να ιδωθούνε χρόνια.  Αυτός του αφηγήθηκε το χρονικό της «ανακάλυψης» του οικοπέδου στο οποίο έχτισαν το σπίτι που τώρα κατοικούν και χαίρονται. Πώς ήταν έτοιμοι να επιστρέψουν, αρχές Σεπτέμβρη, από τις διακοπές τους, πώς τα 'φερε η συγκυρία και πήγανε να δούνε εκείνο το οικοπεδάκι που η πεθερά τόσον καιρό τους έλεγε να το εκμεταλλευτούν αλλά δεν έδιναν σημασία, πώς πήγαν στην άκρη του θεού και πώς περπάτησαν μέσα από τ’ αγκάθια και τις λιθιές και πώς αίφνης, ανοίχτηκε μπροστά στα μάτια τους ένας επίγειος παράδεισος, μια όασις εν τη ερήμω, ένα «ααα». «Να ’ρθείτε μια μέρα, να κάτσουμε στο μπαλκόνι, φαίνεται όλο το Ιόνιο, μέχρι Κεφαλονιά και Ιθάκη» κι έκανε το χέρι του έτσι, στον αέρα, για να δείξει το απέραντο επίπεδο της θάλασσας, σα να έλεγε όλα, όλα τέλειωσαν, σαν μαέστρος που επιβάλλει αργά στην ορχήστρα τη σταδιακή σιωπή, καθώς τελειώνει το έργο και η συμφωνία των ήχων..
            Πόσες φορές να είχε κάνει αυτή την αφήγηση; Υπήρχε γνωστός του που να μην την είχε ακούσει; Πόσο πλούτιζε τη δική του ζωή η ιστορία της ανακάλυψης του οικοπέδου, πόσο συμπλήρωνε το πορτρέτο της ζωής του, τι χώρο καταλάμβανε μέσα του, πόσο του άρεσε να την προσφέρει σαν προσφέροντας κομμάτι του εαυτού του;
            - Είμαστε και οι αφηγήσεις μας, Λάμπρο, στο έχω πει κι άλλες φορές, δήλωσε θυμοσοφικά ο Δίδυμος, αφού άκουσε τις σκέψεις του αδερφού του.
            - Μήπως -ακόμα περισσότερο- είμαστε για τις αφηγήσεις μας; ρώτησε κάπως προκλητικά ο Λι, έχοντας στο πίσω του μυαλού του και τη μεγάλη του αγαπημένη, τη λογοτεχνία.
            - Δε θα  το προχωρήσω τόσο, αδερφέ, του ’κοψε κάπως τη φόρα ο Δίδυμος. Όμως είμαι προθυμότατος στον επόμενο καφέ να δούμε τη σχέση που έχουν οι αφηγήσεις, οι ιστορίες, στη ζωή μας.
            Έχοντας βάλει βάσεις για τη μελλοντική τους κουβέντα, τα δυο αδέρφια χωρίστηκαν. Ξεκλειδώνοντας το ποδήλατό του ο κύριος Λι, για να επιστρέψει σπίτι, ακόμα αναρωτιόταν˙ πολλά ή λίγα φορούσε ο παλιός γείτονας;
            Εμμονές..

Κυριακή, 26 Αυγούστου 2018

komorebi


Κάθησαν στο εναλλακτικό καφενείο. Δεν είναι το όνομά του αυτό, ο κύριος Λι το λέει έτσι, με τη συνήθη κριτική διάθεση.
            Κι εκεί συνέβη το απρόσμενο˙ το αντίστροφο απ’ αυτό που θα χαρακτήριζε κανείς λογικό: Δεν ήταν το Νησί αυτό που αποτελούσε το σκηνικό για τη συνάντησή τους, που διαμόρφωνε την εικόνα και τους όρους στην ανάμνηση που χτιζόταν εκείνη την ώρα˙ ήταν αυτοί οι ίδιοι, η ίδια τους η συνάντηση, που διαμόρφωναν την εικόνα του Νησιού˙ ήταν η ατμόσφαιρα που ανάβλυζε από μέσα τους και μεταξύ τους, που χάριζε ιδιαιτερότητα και χαρακτήρα στο εναλλακτικό καφενείο, στο πρωινό, στον αύγουστο, στο νησί.
             Ήξερε ο κύριος Λι, ένιωθε, ότι εκείνο που θα μείνει απ’ αυτό το πρωινό δε θα είναι τα γεγονότα, αλλά ακριβώς αυτό που φαίνεται πως δε συμβαίνει – και πως γι’ αυτό δεν περιγράφεται και εύκολα. Η φιλόξενη σκιά της μουριάς και το ελάχιστο φως που γλιστράει μέσα από το φύλλωμά της, το ράθυμο, αγουροξυπνημένο πρωινό καθώς πάει να ρίξει λίγο νερό στο πρόσωπό του, δυο χαμένοι στα στενά τουρίστες που κοιτάζουν δεξιά αριστερά, η μυρωδιά ενός διεκπεραιωτικού τοστ, η επανάληψη του μικρού κουταλιού που στριφογυρνάει στο φλυτζάνι, η εύθραυστη περαστική πεταλούδα, το κλάμα ενός αόρατου μωρού που διαπερνά τις κλειστές πράσινες γρίλλιες, ο ξεφλουδισμένος σοβάς στον απέναντι τοίχο, η υποψία της θάλασσας που στέλνει την υγρασία της,
            όλα αυτά και τόσα άλλα δυσπερίγραπτα αποκτούν αξία συνθετικών στοιχείων κατασκευής μιας ανάμνησης βουτηγμένης στη συγκίνηση, καθώς περνούν από το ολοζώντανο φίλτρο της συνάντησης του κυρίου Λι και της Μαντώς, καθώς διυλίζονται από την ίδια τους τη  διάθεση, αυτή τη διάθεση που έντυσε  τούτο το πρωινό με νόημα. Ένα πρωινό που θα έλεγε κανείς, κάνοντας λάθος, ότι δε συνέβη τίποτα.

            Καλοί φίλοι σημαίνει και κοινή αντίληψη, ίσως. Οπότε:
            - Πάει η ξενάγηση στο Μουσείο, Λάμπρο, ε; - η Μαντώ.
            - Ναι, δυστυχώς ή ευτυχώς. Μας επιβλήθηκε η ξενάγηση στο παρελθόν και στο παρόν μας, φιλενάδα – ο κύριος Λι.
            - Δεν πειράζει, ωραία είναι εδώ – η Μαντώ, συνοψίζοντας απλά όλα τα παραπάνω. Κι η ματιά της στάθηκε στα αδύναμα ίχνη που άφηναν στον πεζόδρομο οι αχτίδες του ήλιου που κατάφερναν και διαπερνούσαν το παχύ φύλλωμα της μουριάς.
            - Komorebi, είπε.
            - Ε;
            - Μια γιαπωνέζικη λέξη είναι, «αμετάφραστη», πολύ όμορφη. Σημαίνει ακριβώς αυτό: το φως του ήλιου που περνά μέσα από το φύλλωμα του δέντρου.
            Μετά από λίγες μέρες ένα μέιλ της Μαντώς σταλμένο από την Πάρο έφτασε στον κύριο Λι. Ένα μέιλ που του θύμισε την εύθραυστη, περαστική πεταλούδα του εναλλακτικού καφενείου.  Κάτω από μια φωτογραφία βγαλμένη στην «κοιλάδα των πεταλούδων», λίγα χιλιόμετρα έξω από την Παροικιά, έγραφε: « Οι φωνές και τα σφυρίγματα τις αναστατώνουν και πετούν εδώ κι εκεί, ενώ θα έπρεπε να φυλάξουν την ενέργεια αυτή για το ταξίδι που τις περιμένει.»
            Τι φωλιάζει μέσα στις αναμνήσεις των πρωινών μας;


σημείωση: η τελευταία φωτογραφία είναι της (πραγματικής) Μαντώς  :-)

Κυριακή, 19 Αυγούστου 2018

το αποτύπωμα


             Πρόκληση και ρίσκο η επίσκεψη μετά από πολλά χρόνια σε μέρη που ζήσαμε.
            Ο κύριος Λι επισκέπτης στο χωριό του νησιού στο σχολειό του οποίου πριν πολλά χρόνια, και για χρόνια, δίδαξε. Μέρα της λαμπρής γιορτής του Αυγούστου, ώρα που αρχίζουν και διακρίνονται τα φώτα χωρίς να φωτίζουν, πλανόδιοι έχουν στήσει κιόλας  πάγκους, μυρωδιές και τσίκνα, σημαιάκια και λαμπιόνια, μια εξέδρα ξύλινη για τους μουσικούς που κιόλας δοκιμάζουν τον ήχο, έναν ήχο που θα αναδυθεί σε λίγο από τα φύλλα των δέντρων στα οποία στηρίχτηκαν τα τεράστια ηχεία,  αυτοκίνητα κινητά κι ακίνητα πνίγουν τα στενά δρομάκια, η πλατεία στολισμένη, καλυμμένη από τραπεζοκαθίσματα, έτοιμη για τη λατρευτική τελετή, δέχεται σιγά σιγά  τους πρώτους πουκαμισάτους εορτάζοντες που καταφτάνουν συνοδεία χρωματιστών φορεμάτων και μικρών ζιζάνιων δορυφόρων.

            Τα παρατηρεί όλα αυτά ο κύριος Λι καθισμένος στην άκρη του τραπεζιού, στην άκρη του πανηγυριού και της πανηγυριώτικης διάθεσης. Σκέφτεται πώς με τα χρόνια τα πανηγύρια της συνάντησης, της επικοινωνίας, του χορού και της χαράς έγιναν πανηγύρια του πλαστικού και της κακογουστιάς. Δεν του φαίνεται περίεργο, βέβαια, δεν είναι σολωμός το πανηγύρι, για να κολυμπήσει κόντρα στη ροή των πραγμάτων.
            Αλλά αφήνει τις σκέψεις αυτές για άλλες στιγμές. Ετούτη  την ώρα, προσπαθώντας να ανιχνεύσει και να διακρίνει στις φυσιογνωμίες των σαραντάρηδων τους παλιούς του μαθητές, από άλλες σκέψεις κατακλύζεται. Ψάχνει να βρει κάπου το αποτύπωμα από το πέρασμά του εδώ, στο σχολείο. Πέντε χρόνια έμεινε, χρόνια εκπαιδευτικού φανατισμού, εντατικής και έντονης προσπάθειας να ανάψουν φαναράκια πολιτισμού στο μυαλό, στις καρδιές και στα δρομάκια του χωριού. Βομβάρδιζε αλύπητα το μικρό μέρος με θεατρικές παραστάσεις, εκδηλώσεις, συναυλίες, μαθήματα μουσικής, ραδιοφωνικές εκπομπές, βιβλιοθήκη, εκδόσεις περιοδικών, εισέβαλλε «από παντού σαν Πανσέληνος», που έλεγε ελυτικά και χωρίς σεμνοτυφία. Τι έμεινε;
            Τέτοια σκεφτόταν, εσωτερικά απομονωμένος από τη γενικευμένη ευωχία ο Λι, όταν:
            - Δάσκαλε!! Πόσα χρόνια!
            ακούει, βλέποντας τον σωματώδη ευτραφή σαραντάρη να τον πλησιάζει, ντυμένο με τα ρούχα της φιλαρμονικής και με ένα πλατύ χαμόγελο. Τον αγκαλιάζει σφιχτά. Το χαμόγελο είναι λες και ξεχάστηκε στο πρόσωπό του, λάμπει:
            - Ο Μάκης είμαι, δάσκαλε! πόσο χαίρουμαι που σε βλέπω, τι χρόνια, ακόμα κρατάω το τετράδιο της Ιστορίας, θυμάμαι περιμέναμε πώς και πώς να κάνουμε μάθημα, ήταν πραγματικά, τα καλύτερά μου χρόνια κι έλεγα τι να κάνει εκειός ο άθρωπος, πόσο χαίρουμαι, ήρθες για διακοπές;
            Περίεργο αποτύπωμα ανακάλυψε «εκειός ο άθρωπος» απόψε, εν μέσω πανηγυριού. Ένα τοσοδά αποτύπωμα  που ταξιδεύει στη μνήμη του Μάκη.
            Όμως ο χρόνος τον έχει συμφιλιώσει με τα μεγέθη. Ίσως ένα τοσοδά αποτύπωμα στη μνήμη να είναι η Πανσέληνος που εισβάλλει από παντού και που φωτίζει το δρόμο˙ ίσως άλλο να μην είναι. Ίσως το τοσοδά να είναι τόσο.

οι φωτογραφίες είναι του Γιάννη Μάνεση

Κυριακή, 12 Αυγούστου 2018

κριτική βιβλίου


            Παλιά μονοκατοικία με κήπο. Υπάρχουν ακόμα τέτοιες σπάνιες οάσεις στην τσιμεντούπολη. Η μικρή μάντρα καλύπτεται από ένα ευωδιαστό γιασεμί. Δρασκελίζεις την πόρτα της αυλής, ανεβαίνεις τρία τέσσερα σκαλάκια και βρίσκεσαι στη βεράντα, που αγκαλιάζει την κεντρική είσοδο του σπιτιού.
            Ανεκπαίδευτος ο Λι, περιέργως, με τα λουλούδια, δύσκολα θα μας κάνει την περιγραφή˙ δεν τους συστήθηκε, τσιγκούνικα ασχολήθηκε μαζί τους, δεν έμαθε ποτέ του να τα προσέχει ιδιαίτερα. Χαριτωμένη τη βρίσκει την ιδιοτροπία του αυτή και του τη συγχωρεί η επιεικής φίλη του, η Ανθή, που θα την αδικούσαμε με την έκφραση «είναι δικός της αυτός ο κήπος». Η Ανθή είναι κομμάτι του κήπου. Ανασαίνει μαζί του, συζητάει, φροντίζει και προσέχει, πονάει,  μαθαίνει τα μυστικά του και ακουμπάει εκεί τα δικά της, είναι κομμάτι του κήπου κι ο κήπος κομμάτι δικό της. Ακόμα κι όταν ο απρόσεκτος Λι περνάει  ανυποψίαστος από δίπλα, για να σταθεί στο κατώφλι της βεράντας  και να χτυπήσει το κουδούνι, ακόμα και τότε, αδιόρατα, φτάνει σ’ αυτόν η αίσθηση της γαλήνης που εκπέμπει η μικρή, υποταγμένη στην ευγένεια ζούγκλα.
            Κι η βεράντα, η υπερυψωμένη βεράντα, με ένα τραπέζι και δυο απλές πολυθρόνες, περιποιημένη κι αυτή κατ’ αναλογία,  κατάστρωμα πλοίου που η πλώρη του ανοίγεται στη θάλασσα του κήπου. Συχνός επισκέπτης της βεράντας ο Λι, αφήνεται να τον αγγίζει η  αύρα που εκπέμπεται απ’ όλη αυτή τη σχέση αγάπης και φροντίδας, αφήνει να του χαϊδεύουν  τις πατούσες τα κύματα του κήπου και δυο ήρεμες γάτες που επέλεξαν το βασίλειο αυτό για κατοικία, συζητάει περί ανέμων και υδάτων και ταυτόχρονα προσπαθεί να αποκωδικοποιήσει το μυστικό του κήπου – αν και θα έπρεπε να ξέρει πως το μυστικό είναι εκεί μπροστά του και του ξαναγεμίζει χαμογελώντας το ποτήρι με κόκκινο κρασί.

            Πού θυμήθηκε τη βεράντα της Ανθής ο κύριος Λι; Δροσερό καλοκαιρινό βράδυ στο νησί, έστειλε τη σκέψη του στην αποπνικτική τσιμεντούπολη κι αυτή πεισματικά γαντζώθηκε απ’  τον κήπο της Ανθής. Τι να κάνει; Της έστειλε μήνυμα.
            « Πώς πας, κοπέλα;»
            « Προσπαθώ να τακτοποιήσω διάφορες εκκρεμότητες στο σπίτι, κάνω την παρουσίαση της εργασίας και, επιτέλους, άρχισα να διαβάζω ένα βιβλίο στη βεράντα το πρωί.»
            «Ποιο βιβλίο διαβάζεις στη βεράντα;»
            «Η ζωή πουονειρεύτηκε ο Ερνέστο Γκ», του Guenassia, βιβλίο που είχα ξεκινήσει τα Χριστούγεννα(!) Το απόλαυσα!»
            Πόσο καλές κριτικές βιβλίων κάνει η Ανθή!
            Εννοείται πως άμα τη επιστροφή του από το νησί ο κύριος Λι, έχοντάς το ήδη διαβάσει, θα σπεύσει στον ευωδιαστό κήπο των άγνωστων φυτών, θα πάρει θέση στο κατάστρωμα και δίπλα από το ποτήρι με το κόκκινο κρασί θα ανταλλάξει τις εντυπώσεις του με την τρυφερή σαν το μίσχο ενός λουλουδιού φιλενάδα του.

στη Στελλίνα, με συνωμοτικό χαμόγελο

Κυριακή, 5 Αυγούστου 2018

πίσω από την αχλύ του υγρού ορίζοντα




La verdad es que no hay verdad, η αλήθεια είναι ότι δεν υπάρχει αλήθεια, θυμάται τα παιχνιδιάρικα λόγια του Pablo Neruda ο κύριος Λι, ακουμπισμένος στην κουπαστή του μοντέρνου πλοίου που τον πάει στο Νησί και ασκώντας ύπουλα και ξεδιάντροπα την αγαπημένη του συνήθεια: να στήνει αυτί˙  να κατευθύνει το ραντάρ του στις γύρω κουβέντες.
            Η μεσήλικη παρέα δίπλα του φαίνεται συγκυριακή γνωριμία του πλοίου. Και καθώς ίσα που αχνοφέγγουν μέσα από την αχλύ του υγρού, γκριζογάλανου ορίζοντα οι γραμμές του νησιού:
            -Εσείς πρώτη φορά πάτε Ζάκυνθο; η μία κυρία
            - Ήρθαμε και πέρσι, έχουμε κάτι φίλους εδώ, αλλά μας  άρεσε και ξανάρθαμε - ο κύριος.
            - Α, οπότε τα ξέρετε τα κατατόπια, ε; ο άλλος κύριος. Έχει καλή θάλασσα;
            - Πού θα μείνετε; ο κύριος που μας άρεσε και ξανάρθαμε. Να πάτε προς Βασιλικό, φοβερά νερά, το Πόρτο Ζόρο είναι ωραίο, μην πάτε προς Καλαμάκι˙ είναι γεμάτο τουρίστες κι έχει πολλή φασαρία.
            - Έχει καλό φαγητό, παιδιά. Εμάς μας πήγανε .. πώς τη λέγαν εκείνη την ταβέρνα πάνω απ΄ το γκρεμό, Κώστα; η πρώτη κυρία.
            - Πού να θυμάμαι, ρε Ειρήνη, τώρα; Και στον Κοιλιωμένο θα φάτε καλά. Στα χωριά. Στα χωριά έχει καλό φαΐ. Να πάρετε κουνέλι - ο κύριος που μας άρεσε και φάγαμε καλά.
            Πάντα τον εντυπωσίαζε τον κύριο Λι αυτό. Το Νησί για τον καθένα είναι ένα άλλο νησί. Τι σχέση έχει η εικόνα που έχει γι’ αυτό ο ντόπιος, ο άγγλος τουρίστας με το βραχιολάκι που γλιστράει στο αντηλιακό του τοπίο, ο φυσιολάτρης πεζοπόρος με το χάρτη των μονοπατιών στο χέρι, ο προ εικοσαετίας παραθεριστής και ο σημερινός άποικος με το στιβαρό αυτοκίνητο φορτωμένο με τον πλαστικό εξοπλισμό  των φωσφορικών χρωμάτων, ο φιλομαθής νοσταλγός με το ένα μάτι στους οδηγούς και το άλλο στη μηχανή, ο εικοσάρης των μπαρ κι ο εξηντάρης της ερημικής απαίτησης; Ποιο Νησί έχει ζήσει ο καθένας, τι απαντάει, αλήθεια, στην ερώτηση «έχεις πάει στη Ζάκυνθο»; ποια είναι η Ζάκυνθος για τον καθένα; πώς επικοινωνούν οι άνθρωποι;

            Και χαίρεται που σε λίγες μέρες θα φιλοξενήσει τη Μαντώ. Και που φιλοδοξεί να της γνωρίσει τη δική του Ζάκυνθο. Και αποκρούει τη σκέψη ότι αυτό είναι πολύ εγωιστικό επειδή στην ουσία είναι σα να της γνωρίζει κομμάτια του εαυτού του. Αναπόφευκτο το βλέπει, όχι εγωιστικό. Αναπόφευκτο και συναρπαστικό, καθώς ο κόσμος που μας περιβάλλει είναι ο κόσμος που προσλαμβάνουμε, πώς να το κάνουμε, κι αυτόν κοινωνούμε.
            Κι αν ακόμα περάσουν από το Ναυάγιο, θα είναι για να δείξει στη Μαντώ πώς ναυαγούν οι τουρίστες, πώς γίνονται κομμάτι της γνωστής αφίσας και πώς γίνοντας κομμάτι της αφίσας τούς ξεφεύγουν  τα αρώματα του τόπου, οι πέτρες που φωνάζουν την ιστορία, τα αμπέλια κι οι ελιές που επιμένουν να ανοίγουν ακόμα φιλόξενες αγκαλιές.
            Καημένη Μαντώ, ποια Ζάκυνθο θα δεις; συλλογίζεται αυτοσαρκαστικά ο Λι.


            Κι ενώ το πλοίο πλησιάζει και οι γραμμές του νησιού διακρίνονται πια καθαρά:
             - Να! Η Μπόχαλη, η Μπόχαλη, βλέπετε; Εκείνος ο λόφος πάνω απ’  την πόλη, φαίνεται όλη η πόλη από ΄κει πάνω! εκστασιασμένος ο πρώτος κύριος
            - Κι έχει κι ωραίο.. πώς το λέγαν εκείνο το γλυκό που φάγαμε, ρε Κώστα, στη Μπόχαλη;
            - Φρυγανιά, Ειρήνη.
            - Αα, ναι! Παιδιά, να δοκιμάσετε. Είναι φρυγανιά βουτηγμένη σε σιρόπι κι από πάνω..
            .. καιλοιπάκαιλοιπάκαιλοιπά. Η ταυτότητα του Νησιού ανεπαισθήτως έπεσε από τη τσάντα της κυρίας κάτω από το κάθισμα, εκεί, κοντά στην κουπαστή όπου ακόμα ρέμβαζε κλέβοντας λόγια ο κύριος Λι.
           
           
           
αφιερώσεις:
στον Γιάννη, για την αφορμή
στη Μαντώ, για την αφορμή
σε ό,τι φέγγει ακόμα, πίσω από την αχλύ του ορίζοντα
σε όσους το κάνουν να φέγγει

Κυριακή, 29 Ιουλίου 2018

κρυφτό

Ο κύριος Λι θυμάται ακόμα το στίχο που κλόνισε τα θεμέλια του στέρεου, νόμιζε, εφηβικού ρομαντισμού του. «Η αγάπη είναι ο φόβος που μας ενώνει με τους άλλους», διάβαζε σ’ ένα ποίημα του Μανόλη Αναγνωστάκη κι έσπευσε να οργιστεί σχεδόν, καθώς έτσι ανάλγητα και βίαια  ο ποιητής τού τραβούσε το χαλί της αθωότητας κάτω από τα πόδια του. Με τον καιρό η οργισμένη αντίδραση θα γινόταν ερωτηματικό, μετά περίσκεψη, διστακτική αποδοχή και τέλος πικρή επαλήθευση.
            Του ταίριαζε ιδιοσυγκρασιακά, άλλωστε, αυτή η θέαση της αγάπης, καθώς μέσα του πάντα σε ετοιμότητα η τάση να παρατηρεί από απόσταση το φαινόμενο άνθρωπος. Κι όταν ζύγιζε  το στίχο του Ελύτη «αυτός ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας!», τον έβλεπε να γέρνει περισσότερο  στο «ο μικρός», όχι στο «μέγας». Ο μικρός απέναντι στο Μεγάλο. Ο μικρός που φοβάται το Μεγάλο και που όλη του η ζωή δε φτάνει να θεραπεύσει το φόβο του. Μόνο παροδικά ξεγελάσματα, αυταπάτες  και παυσίπονα. Ένα άτεχνο, ένα άνισο κρυφτό με ό,τι φοβάται, ο άνθρωπος. Κρυβόμαστε κάνοντας πως. Πως δεν υπάρχει, πως δεν αφορά εμάς προσωπικά, δε θα συμβεί σε μας, η ατυχία δεν είναι για όλους.
            Κι όταν ο για τόσους λόγους μέγας άνθρωπος βρεθεί Απέναντι, όταν αντικρύσει τη μεγάλη Μπόρα ή τη μεγάλη Φλόγα, θα απλώσει τα χέρια να αγκαλιάσει ό,τι πεισματικά είναι δίπλα του, ό,τι τον αγκαλιάζει κι αυτό, που ίσως δεν το πρόσεχε ο μέγας απρόσεκτος, ο πρεσβύωπας, ο λιποτάκτης της Στιγμής και θλιβερός επαίτης μιας άλλης ζωής που δεν υπάρχει. Να  τα αγκαλιάσει όλα. Να γίνει ο ίδιος όλος μια αγκαλιά.

            Όλα αυτά περνάνε από το μυαλό του κυρίου Λι, καθώς στο νησί του, καθηλωμένος απ’ τις τρομερές εικόνες που η μικρή οθόνη του φέρνει στα μάτια του μπροστά. Εικόνες- στοιχεία του Μεγάλου Δέους, του Μεγάλου Δέους που ορθώνεται μπρος στο μικρό άνθρωπο.
             Κι όταν ακόμα ο Δίδυμος θα τηλεφωνήσει από την Αθήνα, αμήχανος κι αυτός, «πήρες χαμπάρι, ρε, από ‘κει κάτω τι γίνεται;», θα θελήσει να ελαφρύνει το βάρος, να βγει εκτός θέματος, γιατί ασήκωτο το θέμα:
- Τι «από ‘κει κάτω’ μου λες; Από την ίδια απόσταση τα βλέπουμε». Στιγμιαία σιωπή και:
- Γύρισες, Λάμπρο; Είσαι Αθήνα;
- Όχι, ρε παιδί μου, εδώ, στο νησί.
- Ε, τι ίδια απόσταση μου λες τότε;
- Τρία μέτρα κι οι δύο από την τηλεόραση, αδερφέ. Ίδια απόσταση.»
            Για την άλλη απόσταση, κουβέντα. Εκεί σοβαρεύουν τα πράγματα. Εκεί αρχίζει το κρυφτό.

ΣΗΜ.Οι φωτογραφίες είναι του νεαρού Γιάννη Μάνεση, από το Blog του: https://wandererstym.blogspot.com/