Κυριακή, 22 Ιουλίου 2018

αδιάκοπα προνόμια


- Διακοπές; Όταν δεν έχω κάτι, τότε πώς να το διακόψω, δάσκαλε; Γιατί να γεμίσω τις μπαταρίες μου, όταν είμαι μόνιμα σβηστός, όταν κανείς δε μου ζητάει να λειτουργήσω; Λοιπόν, όχι. Δε θα πάω. Και γιατί δεν μπορώ και..
            Ο Παλιός Μαθητής, τώρα νέος επιστήμονας και χωρίς αμοιβή από πουθενά, κάθεται μπροστά από το διστακτικά και δειλά κερασμένο, ολοένα και λιγότερο κρύο καφέ του, στης
 συνοικιακής πλατείας το συνηθισμένο καφενείο, που λόγω του κυκλικού του σχήματος αλλά και των συζητήσεων που κάνουν εκεί με τον κύριο Λι το έχουν ονομάσει αστειευόμενοι Φιλοσοφικό Περίπτερο Συνοικίας.
            Ο κ. Λι τον κοιτάζει αποσβολωμένος. Δε βλέπει παράπονο στον τόνο της φωνής του παλιού του μαθητή. Ούτε καμιά οργή να αστράφτει στα μάτια του, καθώς αυτός μεταφέρει τις διαπιστώσεις του. Όσο κι αν ο ίδιος ο Λι να θεωρούσε πως θα μπορούσαν το παράπονο και η οργή να κινητοποιήσουν αντιδράσεις.
            - Καλά, ρε Σωτήρη, και δε σε χαλάει αυτό;
            - Τι να με χαλάει; Και γιατί να σταθώ σ’ αυτό; Και γιατί να με χαλάει αυτό και όχι τόσα άλλα;  Θυμάσαι κάποτε στην τάξη που διαπιστώναμε ότι η ποικιλία προνομίων στον κόσμο είναι τεράστια; Που ο δυτικός περισσότερο κόσμος επινοεί χιλιάδες τρόπους για να κατασκευάζει προνομιούχους;
            - Δηλαδή, λες Σωτήρη, δεν είναι δεδομένες οι διακοπές, ε; Η δυνατότητά τους προνόμιο; ρωτάει τώρα ο Λι ρητορικά, διαπιστωτικά και προβοκατόρικα. Και συνεχίζει:
            - Δεν ξέρω αν πρόλαβες  τα χρόνια που τα ταξίδια γινόντουσαν συναγωνιστικές αφηγήσεις στα τραπέζια των φίλων. Ποιος πήγε πού, φωτογραφίες λόγου και εικόνας, αξιοπερίεργα περιστατικά και συγκρίσεις, άνθρωποι που ξεκινάνε δραπέτες μιας αστικής ρουτίνας και επιστρέφουν δαφνοστεφείς Μάρκο Πόλο και ξεδιψασμένοι Μαγγελάνοι. Ο χρόνος ανάμεσα στα ταξίδια κατέληγε να είναι διάλειμμα, προσωρινή διακοπή των διακοπών, χρόνος απολογισμού του προηγούμενου και προετοιμασίας του επόμενου.
            - Ναι, όμως και τότε υπήρχαν μετανάστες, πρόσφυγες, πόλεμοι εμφύλιοι και άλλοι, άνθρωποι τσακισμένοι, ερείπια με ψυχή και ανάγκες, έτσι δεν είναι;
            - Ναι, έτσι είναι, βέβαια, όμως το λαμπερό περιτύλιγμα της εποχής θάμπωνε˙ το αεικίνητο περιθώριο λειτουργούσε στο χώρο του αοράτου˙ η Ιστορία είχε δουλειά να αποδομεί ιδεολογίες και αξίες κι οι άνθρωποι να κουβεντιάζουν τις διακοπές τους.
            - Ε, τώρα που μας έρριξε από τον ψηλό θρόνο η Ιστορία, ας χτίσουμε άλλες ιδεολογίες και αξίες. Εμείς. Εμείς δεν είμαστε το μεγαλύτερο κομμάτι της Ιστορίας; Κι αυτό στην τάξη δεν το λέγαμε;
              Ασυναίσθητα ο κύριος Λι ρίχνει το βλέμμα του γύρω˙ στην πλατεία, στα παγκάκια, στις πολυκατοικίες της γειτονιάς, στα μπαλκόνια. Κοντά Αύγουστος, η μεγαλούπολη βράζει αμήχανη στην προσφορά δροσιάς, άνθρωποι αδιάκοποι, αδιάκοπα γαντζωμένοι πάνω της, επινοούν ένα ακόμα απόγεμα, το προχωράνε όπως μπορούν. «Εμείς είμαστε το μεγαλύτερο κομμάτι της Ιστορίας», θυμάται τα λόγια του στην τάξη – εμπνευστικά τα ήθελε να είναι – και παλεύει τώρα κι ο ίδιος να εμπνευστεί απ’ αυτά, καθώς ο συνδυασμός τους με την εικόνα αυτής της στιγμής μπορεί και να γίνει επικίνδυνα ειρωνικός.
            Το κινητό του Σωτήρη δονείται πάνω στο τραπέζι, ο μικρός το σηκώνει και μιλάει. Δυσκολεύεται. Δεν ακούει καλά. «Δε σ’ ακούω καλά, ρε συ, πες μου πάλι.. Δε σ’ ακούω, γαμώτο, κάνει διακοπές»
            Χαμογελάει ο Λι.  «Φτάσαμε ο μαθητής μου να μην κάνει διακοπές και το τηλέφωνό του να κάνει!», συλλογίζεται και
            - Από το κακό στο χειρότερο πάει ο καπιταλισμός, Σωτηράκη, του παρατηρεί γελώντας, καθώς αυτός κλείνει συχγυσμένος το τηλέφωνο και  κοιτάζει τον παλιό του δάσκαλο απορημένος.

Κυριακή, 15 Ιουλίου 2018

ντολμαδάκια




            Αργό, υγρό απόγεμα καλοκαιριού. Απειλητικά θερμές οι προβλέψεις του καιρού στα δελτία. Εγκλωβισμένοι στα τείχη που οι ίδιοι ύψωσαν ή επέλεξαν, οι Αθηναίοι, επινοούν υποψίες δροσιάς.
            Ο Δίδυμος κι ο κύριος Λι περνούν, κάνοντας την αρκετά συνηθισμένη βόλτα τους,
από ένα στενό του Ψυρρή, την ώρα που στο τραπέζι της παρέας των τουριστών προσγειώνεται ένα πιάτο με ντολμαδάκια περιχυμένα με κρέμα αυγολέμονου. Έξι κεφάλια σκύβουν εξεταστικά πάνω του και κάποιοι κάτι λένε.
            Απ’ τους τυχερούς ανθρώπους του εικοστού αιώνα τα αδέρφια, ταξίδεψαν πολύ˙ αναγνωρίζουν την κίνηση των κεφαλιών, τα αντανακλαστικά του Δίδυμου ταχύτερα:
            - Είδες, Λάμπρο; Περιέργεια και ανακάλυψη γι’ αυτούς ένα πιάτο ντολμάδες, διαπιστώνει με κάποια δόση ανωτερότητας.
            - Και τι ανακάλυψη, Μπούφο! Πού να το δοκιμάσουν κιόλας!
            Ανηφόριζαν την οδό Μίκωνος, με κατεύθυνση το Μοναστηράκι, στην ιστορική αυτή συνοικία που τώρα προσφέροντας τη λοξά γοητευτική γραφικότητά της γέμιζε περιπλανώμενους τουρίστες και περαστικούς. Με αφορμή τα έξι σκυμμένα κεφάλια πάνω στο πιάτο των ντολμάδων, ο Λι κι ο αδερφός του τώρα παρατηρούν τους τουρίστες με τους οποίους διασταυρώνονται. Να κοιτάζουν τα παλιά κτίρια, τα μικρά εκκλησάκια, τα γκράφιτι που παλιρροϊκά κατέκλυσαν τους τοίχους, να κοντοστέκονται και να χαϊδεύουν κάποια γάτα, να δείχνουν με το δείκτη τεντωμένο, να συμβουλεύονται τα gps τους και να αποφασίζουν από ποιο στενό θα κατευθυνθούν – πού; Να φωτογραφίζουν σημεία και στιγμιότυπα αιχμαλωτίζοντας εικόνες ισόβια πια αιχμάλωτες σε ξένα μέρη.
            -Αυτό σου έλεγα, Λάμπρο, συμπληρώνει ο Δίδυμος. Αν το οικείο σου προσφέρει την ασφάλεια, το νέο και το ξένο σου προσφέρουν την ανακάλυψη, τη γνώση, την περιέργεια να μάθεις και να προχωρήσεις, τη χαρά και το συναρπαστικό της κατάκτησης, ακόμα και της οικειοποίησης. Και δείχνοντάς του το ζευγάρι που μάταια προσπαθούσε να συλλαβίσει το όνομα στην ταμπέλα του δρόμου, διαφωνώντας και γελώντας,
            - κοίταξέ τους, του λέει, μέσα σ’ αυτή τη χαρά ζούνε.
            - Ναι, αλλά κι εμείς που τους βλέπουμε, Μπούφο; Μήπως δεν είναι ένας καλός τρόπος να θυμόμαστε να ενεργοποιούμε τις αισθήσεις μας; Να γεμίζουμε απορίες, να γινόμαστε φιλέρευνοι, να ανανεώνουμε τη ματιά μας πάνω στα πράγματα και να ξανανακαλύπτουμε τον κόσμο, τον κόσμο μας; Εμείς γιατί ξεχάσαμε τη φωτογραφική μας στο ντουλάπι σήμερα; Δεν έχουμε να δούμε τίποτα νέο, τίποτα καινούργιο;
            - Δίκιο έχεις, Λάμπρο. Να ξαναγεννιόμαστε κάθε στιγμή, καλό το ζητούμενο. Αλλά, έλα τώρα, συμφώνησε, όχι και στα ντολμαδάκια τα πνιγμένα στην προπαρασκευασμένη κρέμα αυγολέμονου!
            Κι ενώ βγαίνουν σιγά σιγά απ’ τα στενά και αντικρύζουν  ήδη το τζαμί και το κτίριο του σταθμού στην πλατεία, ανακαλούν τα ντολμαδάκια της  μαμάς, στερεοτυπικά υπερεκτιμημένα και εξαγιασμένα στη μνήμη τους και μάλλον όχι πνιγμένα, ως συνήθως,  στο αλάτι.

Κυριακή, 8 Ιουλίου 2018

μυρωδιά τσιγαρισμένου κρεμμυδιού

             «Ποδήλατοοοοοοοο!», ακούστηκε πανηγυρικά η θριαμβευτική ιαχή του μικρού, όταν αυτός, κρατημένος από το διεκπεραιωτικό χέρι του παππού, αντίκρυσε τον κύριο Λι που σχεδόν αγγίζοντάς τους περνούσε από τον για-όλες-τις-χρήσεις-πεζών ποδηλατόδρομο.
            «Προς τι η τόση χαρά;», αναρωτήθηκε. «Γιατί άραγε ενθουσιάστηκε τόσο ο μικρός;»
            Συνέχισε τις σκέψεις του ποδηλατώντας προς τη μικρή πλατεία όπου και το ραντεβού του με τον Παλιό Μαθητή. Η ιδέα ότι το πιτσιρίκι ενθουσιάστηκε γιατί αναγνώρισε το είδος ποδήλατο, ήταν δηλαδή σαν να συναντήθηκε με κάποιο κομμάτι του δικού του κόσμου, που το ήξερε και μπορεί να το είχε επιθυμήσει κιόλας, που αποτελούσε λοιπόν το οικείο μέσα σε ένα ανοίκειο ενήλικο κόσμο, η ιδέα αυτή του φάνηκε ιδιαιτέρως ικανοποιητική.
             Πόσο τρυφερή έβλεπε ο κύριος Λι την ανάγκη των ανθρώπων να χτίζουν νησίδες οικειότητας στη ζωή τους, πόσο συμπαθητική ανάγκη για να αντιμετωπίζουν τους φόβους τους για το άγνωστο. Το οικείο είναι το χέρι της μαμάς που σου χτενίζει τα μαλλιά, η κουβέρτα που σε σκεπάζει στα πρώτα κρύα του Νοέμβρη, η μυρωδιά του τσιγαρισμένου κρεμμυδιού που έρχεται από την κουζίνα κι είναι όλη η παιδική σου ηλικία, γιατί τότε μαθαίνεις να γνωρίζεις και, κυρίως, να αναγνωρίζεις τα πράγματα, τα πράγματα που μαζί με τους τόπους και τα πρόσωπα γίνονται σιγά σιγά πατρίδα σου – μπορείς να το λες γειτονιά, συνοικία, μπορεί χωριό, νησί, ιδιαίτερη πατρίδα, είναι ο οίκος σου πάντως, σπίτι και πατρίδα, αυτός που έφτιαξε το επίθετο «οικείος», δηλαδή «ο δικός μου, ο γνώριμος, αυτός που είναι κομμάτι της ζωής μου». Και που γι’ αυτό ακριβώς  μου χαρίζει μιαν αίσθηση ασφάλειας, ταυτότητας, ισορροπίας, αλήθειας. Και που γι’ αυτό χαίρομαι τόσο όταν τη βιώνω.

            «Και που με κάνει να φωνάζω ‘ποδήλατοοοοοοοο!’ , όταν αυτό μου κλείνει το μάτι σαν παλιόφιλος», καταλήγει ο κύριος Λι, ολοκληρώνοντας τον κύκλο της σκέψης του.
            Βλέπει τον εαυτό του, στη θέση του παιδιού, να αναφωνεί «χαμόγελοοοοοοο!», βλέπει τον εαυτό του να αναφωνεί «χάδιιιιιιιιιι!», βλέπει τον εαυτό του να σκιρτάει στη θέα ενός τραπεζιού στην ακροθαλασσιά, ενός αρμυρού ορίζοντα, ενός βιβλίου τυλιγμένου που προσφέρεται, βλέπει πως η ανάγκη του για οικειότητα και ο ενθουσιασμός του γι’ αυτή είναι η ίδια μ’ αυτήν του μικρού που φώναξε με έξαψη στη θέα ενός ποδήλατου.
            Το μόνο που δε βλέπει είναι ότι πάνε αρκετά λεπτά και εκατοντάδες μέτρα που προσπέρασε τη μικρή πλατεία, αφηρημένος ως συνήθως, ξεχνώντας τον αγαπημένο του Παλιό Μαθητή. Και συνεχίζει συνεπαρμένος, ποιος ξέρει για πού, αφήνοντάς εμάς να τον παρακολουθούμε με ένα χαμόγελο αναμονής για το πάθημά  του.

Κυριακή, 1 Ιουλίου 2018

η βασική αρχή της ελάχιστης ανεμελιάς



Στα ταξίδια αναψυχής, αποφαίνεται ο κύριος Λι, λειτουργεί η Β.ΑΡ.ΕΛ.Α: Η βασική αρχή της ελάχιστης ανεμελιάς.
            Προκαλεί το μειδίαμα της παρέας.
            - Άντε, πάλι!
            - Πώς το εννοείτε, κύριε Λάμπρο μας, αυτό; τον ρωτάει η Ελπίδα.
            - Όταν αποφασίζει κάποιος, Ελπίδα, να κάνει ένα ταξιδάκι, όπως εμείς τώρα, όσα βάσανα κι αν έχει, κάνει μια σύμβαση με τον εαυτό του να περάσει κάποιες πιο ξέγνοιαστες μέρες, να ηρεμήσει, να ξεκουραστεί, να προσφέρει στον εαυτό του αυτό που είναι η ανεμελιά του ταξιδιού, που το έχει τόσο ανάγκη  και που είναι αυτό που βλέπουμε τώρα: οι πιτσιλιές της θάλασσας στο αλατισμένο τζάμι του πλοίου, τα γλαρόνια πάνω από τα βράχια της Γυάρου στην πρωινή τους δραστηριότητα, τα καπέλα μας κι η ψάθινη τσάντα με τον χάρτη της Τήνου, το μαντίλι σου που φωνάζει εκδρομή, τα πέδιλά μου που χτες δεν τα φορούσα, οι αγουροξυπνημένοι επιβάτες με τους πλαστικούς καφέδες
και τα κινητά στα χέρια.
            Έχουν στήσει ανέμελο πηγαδάκι οι τέσσερεις φίλοι στις αεροπορικές θέσεις  του πλοίου. Η Ελπίδα έχει καθήσει πρόχειρα στο χερούλι της θέσης του Λι προς το διάδρομο κι ο Γιάννης από μπροστά έχει γυρίσει ανάποδα κι ακουμπάει τους αγκώνες του στη ράχη του καθίσματος αντικρύζοντας τον κύριο Λι και τη Μικρή του Φίλη.  Ο Λι, για τη συζήτηση, έχει κλείσει το βιβλίο που διάβαζε, το ακουμπάει πάνω στα πόδια του κρατώντας το με το χέρι του χρησιμοποιώντας το ένα δάχτυλο για πρόχειρο σελιδοδείκτη. Ο Γιάννης εκμεταλλεύεται τον τίτλο του βιβλίου (Georgi Gospodinov, «Περί φυσικής της μελαγχολίας, μτφρ Αλ. Ιωαννίδου, Ίκαρος, 2018»), για να σγαρλίσει τη συζήτηση:

            - Ανέμελος ταξιδεύεις, Λάμπρο, αλλά η μελαγχολία κατάφερε και τρύπωσε στα μπαγκάζια σου, ε; Για να μη σου πω ότι την πήρες μαζί σου μόνος σου! τον πειράζει, δείχνοντάς του το βιβλίο που διαβάζει.
            Μετά θα κουβεντιάσουν περί ανέμων και υδάτων, κυριολεκτικά όμως, καθώς τα μποφόρ ροκανίζουν την ανεμελιά της Μικρής Φίλης, θα καταστρώσουν διαδρομές για το σύντομο ταξίδι τους, πρωινές προσδοκίες θερινής διάθεσης, που ο Γιάννης θα συντηρεί σε υψηλό επίπεδο επαινώντας το νησί του και δείχνοντας με το δάχτυλο σημεία στον ανοιχτό μικρό χάρτη που κρατάει η Ελπίδα. Ένας χάρτης που ήδη προσωποποιείται, που γίνεται «ο δικός μας χάρτης», ένα νησί που η παρέα ετοιμάζεται να το ζωγραφίσει με τα δικά της χρώματα.
            Πόσα χρώματα, έχει το κάθε νησί;
            Ωστόσο, με το που θα αποτραβηχτούν  λίγο στα δικά του ο καθένας, ο Λι θα επιστρέψει στην οξυδερκή παρατήρηση του φίλου του. Θα τη στριφογυρνάει βασανιστικά στο μυαλό του. Δεν κρατιέται. Τον σκουντάει ελαφρά στον ώμο, πάνω που ο καημένος έκλεινε λίγο τα μάτια:
            - Και πώς τα καταφέρνει η μελαγχολία, ρε Γιάννη,  και τρυπώνει μόνη της στα μπαγκάζια;
            Ευτυχώς, λειτουργεί και τώρα η βασική αρχή της ελάχιστης ανεμελιάς του ταξιδιού, που οδηγεί τον Γιάννη σε ανάλογης διάθεσης απάντηση.

            - Τι να σου πω, Λάμπρο μου. Μάλλον δεν έχει επινοήσει ο άνθρωπος ακόμα το τέλειο απορρυπαντικό που καθαρίζει τους ισχυρούς λεκέδες της. Δε συνεχίζεις τώρα το βιβλίο σου, να  βρεις και την απάντηση, να ξεκουραστούμε κι εμείς λιγάκι μπας και φτάσουμε πιο φρέσκοι;
            Δεν πρόλαβε. Τον πρόλαβε η ανακοίνωση. «Σε λίγα λεπτά το πλοίο μας φτάνει στο λιμάνι τη Τήνου. Παρακαλούνται οι επιβάτες με προορισμό ..» κλπκλπ. Ανοίγει για τα καλά τα μάτια ο Γιάννης κι επιμένει να πειράζει το φίλο του:
            - Και για να τελειώνουμε: Φτάσαμε, Λάμπρο. Και, όπως  λέει ο Καραγκιόζης, θα φάμε, θα πιούμε και νηστικοί θα κοιμηθούμε. Αυτή η απάντηση σε καλύπτει περισσότερο; Άντε, που μου θες και ανεμελιά, πάμε!

Κυριακή, 24 Ιουνίου 2018

και δεν τη φιάχνω;


            Ο Υιοθετημένος είναι στην εφηβεία. Κι η εφηβεία αγαπάει τα άκρα˙ τα ύψη και τα βάθη. Και συνήθως τα βάθη. Κι ο Υιοθετημένος σε ένα τέτοιο βρίσκεται. Ο Λι, ως συνήθως, προσπαθεί πλαγίως να ανασύρει στην επιφάνεια τον βυθισμένο μικρό.
            - Θυμάσαι τον κυρ Γιάννη, μικρέ; τον ρωτάει.
            - Μου έχεις πει τόσες φορές, τι απ’  όλα, άλλωστε; απαντάει ρωτώντας μάλλον απρόθυμα.
            -Άκου: Το ’53, όταν έγινε ο μεγάλος σεισμός στη Ζάκυνθο, εργαζόταν στη Χαλκίδα. Εκεί τον βρήκε ένας γνωστός και γείτονας από τη Ζάκυνθο και του παρέδωσε το κλειδί του σπιτιού του στη Ζάκυνθο, που του είχε εμπιστευτεί ο νεαρός τότε  Γιάννης, όσο έλειπε.
            - Το αχρείαστο κλειδί ενός σπιτιού που δεν υπήρχε πια.
            - Ακριβώς. Είδες; Έχει πολλά πρόσωπα η προσφυγιά κι είναι όλα οδυνηρά. Στην περίπτωση του Γιάννη και των ζακυνθινών της γενιάς του δεν είναι μόνο ότι έφυγαν από τον τόπο τους˙ είναι και ότι αυτός ο τόπος έπαψε να υπάρχει, έσβησε από το χάρτη.
              Εγκαθίσταται, λοιπόν, μόνιμα στην Αθήνα ο Γιάννης, στήνει τη ζωή του εκεί, εργάζεται, κάνει οικογένεια, μεγαλώνει παιδιά, αλλά το σαράκι της απώλειας επίμονα τον σκάβει. Κι είναι αυτό που κάποια στιγμή θα του προσφέρει την τρελή, φαινομενικά, ιδέα: να αναστήσει την πόλη των παιδικών του χρόνων.
            - Να την αναστήσει; Δηλαδή; Για τη μακέτα λες;
            - Ναι, την αναπαράσταση της προσεισμικής πόλης της Ζακύνθου, που τώρα πια είναι στο μουσείο της πόλης. Κάτσε λίγο να σου διαβάσω από τις σημειώσεις που ο ίδιος έχει αφήσει – και λέγοντας ο Λι φέρνει στον Υιοθετημένο ένα παλιό αυτοσχέδιο μηχανογραφημένο τεύχος. Του διαβάζει:
 «1945 Κεφαλονιά, 1948 Χαλκίδα, υπάλληλος. Η Ζάκυνθος με περίμενε όμορφη και νοσταλγική στις άδειές μου και καμιά φορά στις γιορτές. 1953. ΣΕΙΣΜΟΣ!
            Έμεινα άφωνος. Αν ήταν δυνατό να χαθεί ολοσχερώς τέτοιο νησί! Να πάω; Γιατί; Να πειστώ με τα μάτια για την απίστευτη καταστροφή; Έκανα δέκα χρόνια να το αποφασίσω και μόνο όταν έμαθα ότι η ανοικοδόμηση είχε προχωρήσει κι ότι είχε πάρει πλέον κάποια μορφή που έμοιαζε στην παλιά, αφού διατηρήθηκαν ορισμένα βασικά στοιχεία, τότε ξεκίνησα. Ήταν το 1963.
            Τη «νέα» Ζάκυνθο, ύστερα από την πρώτη εντύπωση, δεν την έβλεπα πια. Συνεχώς – και μάταια – αναζητούσα μια γωνιά απ’ τα παλιά. Συνεχώς ανάπλαθα στο μυαλό τις γνωστές  γωνίες και κτίρια. Περπατώντας στην παραλιακή Διον. Ρώμα ένιωθα ότι περπατούσα πάνω στα γκρεμισμένα ρεπάρα! Στα πιο εσωτερικά μέρη που κυριαρχούσαν τα μικρά ισόγεια και τα λυόμενα έχανα κυριολεκτικά τον προσανατολισμό μου για το πού βρισκόμουνα. (…) Τα επόμενα χρόνια πήγαινα τακτικά στη Ζάκυνθο, αλλά πάντα η ίδια αδιόρθωτη κατάσταση: τη Ζάκυνθο συνεχώς την «έβλεπα» με την παλιά όψη κι όχι με τη νέα της φορεσιά. Κι αυτό ως το 1972 που ξυπνώντας κάποιο πρωινό κοιτούσα στον τοίχο δίπλα στο κρεβάτι και νοερά σχημάτιζα τη μικρογραφία μιας παλιάς γειτονιάς.
            - Και δε φιάχνω την παλιά πόλη σε μικρογραφία; Φαντάσου να ξαναδώ τη Ζάκυνθο με τα μάτια, όπως την έχω στο νου!»[1]


            - «Και δεν τη φιάχνω;». «Και δεν τη φιάχνω;»! Καταλαβαίνεις, μικρέ; Καταλαβαίνεις; ρωτούσε, εκστασιασμένος λες, ο κύριος Λι.
            - Ε, καλά, είχε όμως ταλέντο και γνώσεις και το έκανε.
            - Δεν ξέρω. Αγάπη είχε σίγουρα, αγάπη. Μικρός αντίκρυσε και θαύμασε, κατέγραψε στη μνήμη, εγχάραξε στην καρδιά, αγάπησε έντονα, απορρόφησε και αποθήκευσε πολύτιμα στοιχεία ταυτότητας και ατμόσφαιρας του τόπου του – χρώματα, μυρωδιές, δραστηριότητες, ανθρώπους, επιφάνειες, εικόνες, ήχους, συνήθειες, διαδρομές, - τα κράτησε τρυφερά σα «μια σπίθα τρεμόσβηστη στις υγρές μου παλάμες»[2], τα διατήρησε άθικτα μέσα στην προσωπική του κιβωτό και τα ταξίδεψε μέχρι το 1972. Μέχρι εκείνο το πρωί που όλα αυτά του εμφανίστηκαν στον τοίχο ως νοητή εικόνα μιας παλιάς γειτονιάς του νησιού. Μέχρι τη στιγμή εκείνη που αυθόρμητα, παρορμητικά – θα πει ο ανυποψίαστος – σκέφτηκε να ξαναφτιάξει τη γκρεμισμένη από το σεισμό πόλη του.



            Συγκινημένος ο Λι σταμάτησε. Ήθελε να προσθέσει πως να, όταν σου γκρεμίζεται κάτι, κάτι που έχτισες, ένα σπίτι, μια επιθυμία, μια πατρίδα, ένα όνειρο, το «και δεν το φιάχνω;» είναι η απάντηση. Αλλά δε μίλησε. Πήγε να φυλάξει το παλιό φυλλάδιο στη βιβλιοθήκη, ελπίζοντας, ίσως υπερβολικά αισιόδοξα,  πως  ο Υιοθετημένος θα έπαιρνε το μήνυμα.



[1] Από το δεκαεξασέλιδο κείμενο «Η μακέτα μου κι εγώ», που έχει γράψει ο Γιάννης Μάνεσης και που  με γλαφυρό τρόπο αναφέρεται τόσο στη ζωή στη Ζάκυνθο των δεκαετιών 1930-1950, που γνώρισε ως παιδί, όσο και σε πολλές κατασκευαστικές λεπτομέρειες της μακέτας του. Το κείμενο αυτό έχει δημοσιευτεί και στο περιοδικό «Περίπλους», τ. 26, καλοκαίρι 1990.«Η μακέτα μου κι εγώ», σελ. 6-7
[2] Μ. Αναγνωστάκη, ποιητ. συλλογή Εποχές, στίχος από το ποίημα «Πέντε μικρά θέματα, III».
ΣΗΜ. Δυστυχώς, οι φωτογραφίες προέρχονται από σάρωση παλαιών φωτογραφιών και ούτε καθαρές είναι, ούτε αποδίδεται το φυσικό χρώμα πιστά.  

Κυριακή, 17 Ιουνίου 2018

το ηλιοσκόπιο του Μέτωνος




Τότε, στην τάξη, είχε προηγηθεί ο διάλογος του κ. Λι με την Παλιά Μαθήτρια, που τον είχε φέρει σε πολύ δύσκολη θέση ή μάλλον σε θέση αποκαλυπτικής έκπληξης. Αμέριμνος και σίγουρος για την κυριαρχία του επί του διδασκομένου αντικειμένου, ο κύριος Λι σχολίαζε ένα ποίημα του Καβάφη. «Όπως βλέπετε», είπε κάποια στιγμή, «είναι πολύ ιδιαίτερη ποιητική φωνή».
            Χεράκι. Μυρσίνη.
            - Ναι, Μυρσίνη.
            - Τι σημαίνει «ιδιαίτερος», κύριε;
            Η Μυρσίνη. Με τις λοξές απορίες της.
            - Σημαίνει ότι έχει ένα πολύ δικό του, χαρακτηριστικό ύφος, που τον ξεχωρίζει, απαντάει ο ακόμα γαλήνιος δάσκαλος.
            - Μα, όλοι, δηλαδή ο καθένας, δεν έχει το δικό του τρόπο, το δικό του ξεχωριστό ύφος; Υπάρχει κανείς που δεν έχει;
            Αυτά είναι τα ωραία της εκπαίδευσης. Εκεί που ταξιδεύεις ασφαλής με το κρουαζιερόπλοιο, αίφνης βρίσκεσαι ναυαγός σε μια σχεδία, μεσοπέλαγα, χωρίς πυξίδα. Υπάρχουν στιγμές που σου γκρεμίζουν τα lego και που πρέπει να ξαναχτίσεις την κατασκευή σε άλλες βάσεις, αλλιώς.

            Τώρα, ανηφορίζουν μαζί το λόφο της Πνύκας, λίγο πριν την ανατολή της φθινοπωρινής ισημερίας, θυμούνται το διάλογο στην τάξη και γελάνε.
            - Με είχε εντυπωσιάσει η απλότητα της παρατήρησης και ταυτόχρονα το βάθος της, της λέει. 
            - Ποτέ δεν ήσουν προσεκτικός με τους μύθους, Λάμπρο, του παρατηρεί η Παλιά Μαθήτρια. Παρόλο που εσύ ο ίδιος μας είχες πει κάποτε ότι οι μύθοι ήταν ο τρόπος να ερμηνεύουμε τον κόσμο. Ότι η γοητεία τους είναι στην πίσω τους πλευρά, σ’ αυτή που δε φωτίζεται από την αφήγηση. Κι αυτό με την ιδιαιτερότητα το είδα στα έξι μου, όταν η μαμά μου διάβαζε στο κρεβάτι το μύθο του Προκρούστη. Ό,τι ξεχωρίζει το κόβουμε – φρίκη.
            - Για «να είσαι σαν τους άλλους», ε;
            - Μα, αυτό είναι το αστείο! Δεν υπάρχουν άλλοι. Υπάρχει ο καθένας, ο κάθε ιδιαίτερος, υπάρχει αυτός που δεν είναι ίδιος με κανέναν άλλο!
            - Κι όμως, Μυρσίνη, ο καθένας μας φοβάται να διαφέρει από «τους άλλους». Υπάρχει μια κρυφά επιβαλλόμενη ισότητα. Η «κοινή γνώμη», η «κοινωνία», ο «κόσμος», είναι πέτρες βαριές πάνω στην ατομικότητά μας.
            - Τόσο, που κάποιοι καθηγητές ξεχνάνε ότι όλοι είμαστε ιδιαίτεροι και μιλάνε για ιδιαίτερες καλλιτεχνικές φωνές, ε;

            Πόσα χρόνια πέρασαν από εκείνο το μάθημα; - εννοώ το μάθημα που πήρε ο κύριος Λι  από τη μαθήτριά του. Πόσα χρόνια κι ακόμα να βρει μία ικανοποιητική απάντηση;          
            Ανηφορίζουν λίγο ακόμα. Νότια προβάλλει σε όλη του την έκταση αγουροξυπνημένος ο Σαρωνικός. Μακρινός απόηχος της συμφωνίας των πρωινών ήχων της πόλης. Η Αθήνα μικρό μπάλωμα στο δέρμα της φύσης. Ο ανατολικός ήλιος,  μεγαλόθυμος, θωπευτικά τη χαϊδεύει.
            - Ανατολή φθινοπωρινής ισημερίας, ε; Δεν ακούγεται λίγο αντιφατικό αυτό;
            - Ναι, κύριε Λάμπρο. Λάμπρο Μαυρίδη..
            Γελάνε. Πάντα ετοιμοπόλεμη η Παλιά Μαθήτρια!

Κυριακή, 10 Ιουνίου 2018

τ' αριστερό λακκάκι του χαμόγελου



             Bραδυφλεγείς τύποι οι δίδυμοι. Τόσο, που καμιά φορά η φωτιά που θα ανάψει το φυτιλάκι μιας κουβέντας θα φανεί μέρες μετά. Προχτές, την παρατήρηση του Δίδυμου ότι όσο και να απαξιούμε να ασχολιόμαστε με θέματα όπως ο Μεγαλέξανδρος και το Μακεδονικό ασχολιούνται αυτά μαζί μας, είναι κομμάτια της ιστορίας κλπκλπ ο κύριος Λι θυμήθηκε να την απαντήσει μόλις πριν λίγο με τον αγαπημένο του τρόπο: με ένα καθυστερημένο μέιλ. Σας το έχω εδώ, φρέσκο φρέσκο και ζεστό. Μήπως κι αυτό κομμάτι της Ιστορίας δεν είναι;  Γράφει:

            « Άκουσε, Μπούφο,
            Τη ζωή μου δε μου τη διαμόρφωσαν οι μεγάλοι στρατηγοί και κατακτητές και τα μεγάλα μου προβλήματα δε μου τα έλυσαν τα βιβλία της Ιστορίας με τα διδάγματά τους. Αυτά μόνο με έμαθαν να χαμηλώνω τα μάτια, να έχω απέχθεια στο αίμα και να τρομάζω με το άγριο φορτίο  των ανθρώπων.
            Τη ζωή μου τη διαμόρφωσαν όσοι μου άνοιγαν μονοπάτια αγάπης˙ όσοι μου εστίαζαν το βλέμμα μου στα μικρά του κόσμου. Κι εστιάζοντας στα μικρά, θαύμα, τα έβλεπα μεγάλα. Τα λόγια που ειπώθηκαν  διαμόρφωσαν τη ζωή μου, αδερφέ, τα χέρια που απλώθηκαν, τα φιλιά που δόθηκαν κι εκείνα που δεν τόλμησαν, τα δάκρυα των αποχωρισμών και των αφίξεων, οι κουβέντες που έσβηναν στο μικρό ποτήρι του κρασιού, οι κινήσεις που ψιθύριζαν «εδώ είμαι», τα αγγίγματα στον ώμο, οι υπερβάσεις των ορίων, τα «όχι μέχρι εκεί», οι αγκαλιές καταφύγια κι οι αγκαλιές χαράς, εσύ, τα ξεφτίδια της κάθε ήττας, η μικρή κουρελού της κουζίνας και τ’ αναμμένο τη νύχτα πορτατίφ, η κορομηλιά του κήπου, οι υποσχέσεις κι η ανάγκη τους, οι συμβουλές που ζητήθηκαν κι αυτές που αγνοήθηκαν, οι συγγνώμες  και τα παράτα μας, τα πιο μικρά ίχνη της αγάπης στο κατάστικτο δέρμα μου, η ησυχία της νύχτας που σέβεται την ανάσα μας κι η ανάσα που σέβεται την ησυχία της νύχτας, τα γράμματα που γλιστρούσαν κάτω από τη χαραμάδα της πόρτας κι αργότερα στο ηλεκτρονικό κουτί και φώναζαν «δεν είμαστε μόνοι», το μολύβι των υπογραμμίσεων που χάραζε το σχήμα της καρδιάς και της σκέψης μου, οι ματιές, οι ευθύβολες ματιές απ’ τα μάτια στα μάτια, το δεξί κι αριστερό λακκάκι του χαμόγελου˙

            να πω κι άλλα, αδερφέ, ή θα συνεχίσουμε την κουβέντα για το Μεγαλέξανδρο;»

Στη Μοσχούλα, για το δικό της μονοπάτι αγάπης

Κυριακή, 3 Ιουνίου 2018

# ### ##### ##### ή Τα αναγνωστικά κριτήρια του κ. Λι



            Λίγη διαστροφή χρειάζεται. Και ίσως και κάποιες άλλες αδυναμίες, όπως η ατολμία ή η διστακτικότητα, ή η ευνουχιστική κοινωνική δειλία, που εξασφαλίζουν μια πλούσια εσωτερική ζωή και ασφαλώς  την υπερτροφία της φαντασίας.
            Εξοπλισμένος με όλες αυτές τις προσωπικές αρετές -  και άλλες πολλές που δεν είναι της παρούσης -, ο Λι-νέος, πολύ νέος, ταξιδεύει με το υπεραστικό λεωφορείο της δεκαετίας του ’80. Και βέβαια είναι κιόλας ερωτευμένος. Με την κοπέλα που βρίσκεται λίγες θέσεις διαγώνια και πίσω του. Που είναι όλα ωραία πάνω της, ονειρικά. Που είναι, άμα τη θεάσει της,  η κοπέλα της ζωής του. Και που διαβάζει.
            Διαβάζει; Τι διαβάζει; Διαβάζουν τα όνειρα; Τι; Τι διαβάζει η κοπέλα;
            Λυσσάει ο νεαρός Λι να μπει στον κόσμο του ονείρου του που σήμερα έχει τη μορφή μιας φοιτήτριας βυθισμένης στην ανάγνωση!
            Ο Λι ξέρει απέξω λίγο πολύ όλες τις εκδόσεις της εποχής – δεν είναι και τόσες όπως σήμερα. Και παρόλο που δε διακρίνονται τα γράμματα του τίτλου, όμως το σχήμα του εξωφύλλου φαίνεται: Ένα πλατύ και χρωματιστό περιμετρικό περίγραμμα πλαισιώνει το άσπρο εξώφυλλο. Στο λευκό μόνο ο τίτλος και κάτω ένα σήμα – μάλλον του εκδοτικού οίκου. Με ικανοποίηση ο ερωτευμένος Λι αναγνωρίζει το τυπικό εξώφυλλο των εκδόσεων «Οδυσσέας»! Αλλά ο τίτλος δε διακρίνεται με τίποτα. Στάσου, όμως! Διακρίνεται ο αριθμός και το μέγεθος των λέξεων του τίτλου. Τέσσερις μικρές λέξεις, η πρώτη πολύ μικρή, προφανώς άρθρο.
            Το λεωφορείο φτάνει στον καθόλου ονειρικό σταθμό, το όνειρο δραπετεύει χωμένο σε μια αγκαλιά άφιξης, βράδιασε απότομα, ο Λι έφτασε σπίτι, αλλά ο έρωτας ανέστιος επιμένει. Επιμένει και βρίσκει τον πίνακα με τις λίγες δεκάδες των εκδόσεων του «Οδυσσέα», ο οποίος υπάρχει στις τελευταίες σελίδες κάθε έκδοσης. Και ψάχνει τρεις  μικρές λέξεις με ένα άρθρο μπροστά και, ναι, μία μόνο εκδοχή υπάρχει: « Η ζωή είναι αλλού», Μίλαν Κούντερα!  Ο ενθουσιασμός της ανακάλυψης σχεδόν πληρώνει το κενό του απωλεσθέντος ονείρου. Και, επίσης, «Μίλαν Κούντερα»; Ποιος είναι αυτός ο συγγραφέας που μόλις τότε είχε αρχίσει να μεταφράζεται στην Ελλάδα; Πώς στο καλό δεν ξέρει τίποτα γι’ αυτόν; Τι ήξερε η οπτασία του που δεν ήξερε αυτός;
            Εννοείται πως την επόμενη μέρα θα πάει να αγοράσει το βιβλίο – πόσο σοβαρότερες ασχολίες μπορεί να έχει ένας αιθεροβάμων φοιτητής; -, εννοείται πως θα το ρουφήξει με μεγάλη δίψα και περιέργεια , εννοείται πως επιζητά να κρατήσει αναμμένη τη φωτίτσα του υπεραστικού του έρωτα.
            Εκείνο που δεν ήξερε αγοράζοντας το βιβλίο είναι ότι στον τσέχο συγγραφέα συναντούσε έναν άλλο έρωτα ζωής, που πέρασε χρόνια μαζί του γοητευμένος, συζητώντας ακόρεστα, ανταλλάσσοντας σκέψεις και συναισθήματα, ομορφαίνοντας τη ζωή.
            Φαίνεται πως ο έρωτας ήταν αλλού.

Στον Τώνη, βέβαια, πού αλλού;