Κυριακή, 17 Φεβρουαρίου 2019

τότε που συνέχεια



             Ένα βαθύ βράδυ ενός Σεπτεμβρίου ανίκανου να πείσει το καλοκαίρι να αποσυρθεί, μπροστά στο ανοιχτό παράθυρο και στο άσπρο φως της λάμπας που πρόσφερε έναν τοσοδά μικρόκοσμο στο σκοτάδι, ο κύριος Λι ετοίμαζε τις παραδόσεις των μαθημάτων του. Βιβλίο: «Οδηγίες διδασκαλίας φιλολογικών μαθημάτων». Τίποτα εδώ μέσα από τη νύχτα και τους ήχους της, τις λαχτάρες της, τα μυστικά της. Το βιβλίο είχε μεσάνυχτα για τη νύχτα.
            Και τι να πει για τον παρατατικό ο κύριος  Λι; «Δηλώνει γεγονός εξελισσόμενο στο παρελθόν», οι οδηγίες. Και «επαναληπτικότητα, κάτι που συνέβαινε κατ’επανάληψη στο παρελθόν». Και «στόχος οι μαθητές να κατανοήσουν το ρηματικό ποιόν της ενέργειας που εκφράζει ο χρόνος» και «να μπορούν να τον διακρίνουν από τους άλλους παρελθοντικούς χρόνους».
            Μπα;
            Αλλιώς τον είχε στο πετσί του ο κύριος Λι. Σχεδόν συγγενή του τον αισθανόταν. Η διάρκειά του τού διαμόρφωνε συνήθειες και η επαναληπτικότητά του έπλαθε οικειότητα. Κι έφτιαχνε έτσι ο Λι εποχές ολόκληρες της ζωής του. «Τότε που..».
            Τότε που συνέχεια. Και πάλι. Και ξανά και ξανά.
            Και όσο δεν πλησίαζε κανένας αόριστος να κάνει τη ζημιά του και να διακόψει τη μακαριότητα της συνέχειας, τόσο έχτιζε ο παρατατικός νησάκια στη μνήμη του κυρίου Λι. Τότε που.. Που ο πατέρας τα μεσημέρια έκρυβε τα μικρά δωράκια κάτω απ’ την πετσέτα του φαγητού και μας έβαζε να διαλέξουμε. Που περιμέναμε την παρέλαση για να φάμε το πρώτο παγωτό. Που κλέβαμε κορόμηλα επιστρέφοντας απ’ το σχολείο. Που χτυπούσαμε τα κουδούνια και το βάζαμε στα πόδια. Που τις Κυριακές πηγαίναμε για πικνίκ στον Άγιο Κοσμά με το λεωφορείο.
            Η νύχτα που έμπαινε απ’  το παράθυρο και ακύρωνε τις οδηγίες των φιλολογικών μαθημάτων είχε κιόλας οργανώσει το σχέδιο του αυριανού μαθήματος.
            «Δε θα κάνουμε και πολύ μάθημα», τους είπε την επόμενη μέρα. «Μόνο θα γράψετε στο τετράδιό σας για λίγη ώρα κάτι ο καθένας και μετά θα τα διαβάσουμε» «Με τι θέμα, κύριε;» «Με θέμα ‘Θυμάμαι τα παιδικά μου καλοκαίρια’».
            Απόρησαν, ίσως και δυσθύμησαν λίγο, τι είν’ αυτά τώρα, αλλά έγραψαν. Κι όταν ήρθε η ώρα να τα διαβάσουν, «όχιιι, λίγο, λίγο ακόμα, κύριε, περιμένετε, περιμένετεεε!». Και μετά  τα διάβασαν. Δυνατά, στην τάξη. Κι αίφνης αυτή γέμισε ήλιο και παρέες σκανδαλιάρικες και αυστηρούς μεγάλους, πονηρούς μικρούς, βουτιές και παιχνίδια, έρωτες και πόθους και συναντήσεις και θάλασσα και φλούδες από καρπούζι, και ζωή που είχε κιόλας γίνει κειμήλιο στον προσωπικό θησαυρό του καθένα. Ένα θησαυρό που όλοι βιάζονταν να ξαναχαρούν και να επιδείξουν.
             Όλες οι ιστορίες γραμμένες στον παρατατικό. Όλες για τα παρατατικά καλοκαίρια τους. Λίγη σημασία δώσαν τα παιδιά, όταν τους είπε «Ο παρατατικός είναι ο χρόνος της παιδικής μας ηλικίας». Έτσι κι αλλιώς παιδιά ήταν.
            Μπορεί να μην μπορούσε να την υποστηρίξει εύκολα, αλλά στο βάθος ήταν σίγουρος ο κύριος Λι για την παιδαγωγική του τακτική.


οι φωτογραφίες είναι του Γιάννη Μάνεση

Κυριακή, 10 Φεβρουαρίου 2019

μυρωδιά χαρτιού

           “Λαογραφία δεν είναι τα σιγκούνια και τα τσουράπια. Λαογραφία είναι να βγεις με ένα κασετοφωνάκι στη Σταδίου και να ηχογραφήσεις ό,τι ακούγεται”,  θυμάται ο κύριος Λι τον καθηγητή του της λαογραφίας να λέει. Και το θυμάται γιατί του έμεινε κουσούρι από τότε να μετατρέπει σε  ραντάρ τα αυτιά του  και να πιάνει τις σκόρπιες κουβέντες των περαστικών. Δε θέλησε ποτέ να πάρει θέση για τον ορισμό της λαογραφίας, αλλά σχεδόν πάντα η συγκομιδή του απ’ τα λόγια του δρόμου αποδεικνυόταν πλούσια και ενδιαφέρουσα.
            Οδός Βουλής τώρα. Αγαπημένο στενό. Ανάμεσα Καραγιώργη Σερβίας και Κολοκοτρώνη· Λίγα μέτρα όλα κι όλα. Μια μικρή γειτονιά. Κάποια μαγαζιά άλλων εποχών έχουν ξεχαστεί ανοιχτά ακόμα, σα σκονάκι σε διαγώνισμα Ιστορίας. Ο κύριος Λι για μια φορά ακόμα στη ζωή του απέναντι  από το «Άριστον», θα λιμπιστεί και θα φλερτάρει τις τυρόπιτες κουρού στη βιτρίνα, που τον περιμένουν καρτερικά από τις δεκαετίες της νιότης του, και για μια φορά  ακόμα θα προσπεράσει ηττημένος, αποφεύγοντας να μασουλάει στο δρόμο. Όμως στον «Ίκαρο» θα σταματήσει, ακόμα κι αν δεν μπει να αγοράσει. Έχει κιόλας βάλει το χέρι στην τσάντα, να βγάλει τα γυαλιά του, να ρίξει αδηφάγες ματιές στα βιβλία της αγαπημένης βιτρίνας.

            Τότε ήταν που  σχεδόν έπεσε πάνω του ο προσεγμένος-σε-όλα-του νεαρός με την ιπτάμενη μπλε καμπαρντίνα, καθώς ξεπρόβαλε βιαστικά απ’ την στοά μιλώντας αφοσιωμένα και νευρικά  στο κινητό του. Χαμένος στην ίδια του την αύρα και την αυτοπεποίθηση, ψηφίδα του κινούμενου μωσαϊκού του δρόμου, ενός δρόμου που δεν υπήρχε παρά μόνο για να τον διασχίζει. Μπορεί κάπου εκεί να ήταν κι ο Βουκεφάλας. «Ναι, ναι, άκου, μην αφήνεις καμιά ευκαιρία να πηγαίνει  χαμένη, καμιά», τον άκουσε ο κύριος Λι να λέει στην παλάμη του που κρατούσε το κινητό,  και μια οσμή αρπακτικού κατέκλυσε τα ρουθούνια του ήρωά μας. Κι ενώ ο νεαρός κατακτητής πασών των ευκαιριών χανόταν απ’ το οπτικό του πεδίο, τραβώντας για άλλα πεδία δόξης λαμπρά,
            αίφνης του Λι  η οδός Βουλής του φάνηκε λίγο πιο υπερσυντέλικος. Τα βιβλία στην υποφωτισμένη βιτρίνα του «Ίκαρου» σαν λίγο πιο κίτρινα  και ορφανά κι η βαριά σιδερένια του πόρτα σαν λίγο πιο βαριά. Μας γέρασαν προώρως, Γιώργο, το κατάλαβες; *– θυμάται το στίχο. Μια αίσθηση υποχώρησης ενός αμήχανου παρελθόντος· μια αίσθηση επέλασης αμνήμονος παρόντος. Είναι η λήθη, ηλίθιοι.

            Σε κάποιο βαθύ υπόγειο γεννιούνται οι αποφάσεις: αντι-δραστικά ο κύριος Λι σπρώχνει την παλιά πόρτα και μπαίνει. Βγαίνοντας σε λίγα λεπτά έχει στη μύτη του αυτή τη φορά τη μυρωδιά του χαρτιού και στα χέρια του βιβλίο εκλεκτό. «Μην αφήνεις καμιά ευκαιρία να πηγαίνει χαμένη, καμιά» - βουίζει ακόμα στ’ αυτιά του η φράση, αλλά της έχει δώσει κιόλας άλλο, δικό του νόημα. Χωρίς δισταγμό κανένα μπαίνει στο «Άριστον» και «Μια κουρού, παρακαλώ, θα ήθελα».
            Μάχες μικρές, ασήμαντες.


*. Στίχος από το ποίημα του Μανόλη Αναγνωστάκη Νέοι της Σιδώνος, 1970
ΥΓ1. Η λέξη kuru στα τούρκικα σημαίνει ξερός και, όπως διαβάζουμε στο ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, ο σημερινός ιδιοκτήτης του "Άριστον' εξηγεί πως πριν το 1900 πήγε ο παππούς του στην Κωνσταντινούπολη, δούλεψε σε ένα τυροπιτάδικο κι  έφερε από 'κει τη συνταγή για την τυρόπιτα στην Αθήνα. Τότε, στην Πόλη, την έλεγαν kuru, που σημαίνει ξερή, ζύμη χωρίς λιπαρά. 
ΥΓ2. Η ανάρτηση έγινε με την ευγενική χορηγία του καταστήματος «Άριστον»
ΥΓ3. Εντάξει, αστειάκια..

Κυριακή, 3 Φεβρουαρίου 2019

υποκοριστική ευεργεσία



            Ήταν η ώρα που τα δυο ζευγάρια  απολάμβαναν τα προνόμια του υποκοριστικού. Η κουβέντα εκείνη την ώρα ήτανε κουβεντούλα κι αυτό σήμαινε προσέγγιση, συμπάθεια, καλή διάθεση, φιλικό χρόνο, συναισθήματα κι εκμυστηρεύσεις, δέσιμο.
            Πόσο μάλλον που η Μαρία εδώ κι αρκετή ώρα με βελονάκια την εκτίμηση και την αγάπη έπλεκε το εγκώμιο του Φώτη. Σεμνός, ευγενής και ελαφρά αμήχανος ο Φώτης, αποπειράθηκε κάποια στιγμή να το κλείσει το θέμα. «Εντάξει, δεν είναι και βραδιά Φώτη απόψε! Φάτε και τίποτα τώρα, έχουν αρχίσει και κρυώνουν», δήλωσε, αλλά η παρέα δεν του πολυέδωσε σημασία. Αναγκάστηκε να σοβαρευτεί – πάντα στη γραμμή της αποδόμησης του μύθου που του έχτιζε η Μαρία.
            «Ακούστε», είπε αποφασιστικά, «όλα αυτά μπορεί και να μην είναι και τόσο χαρίσματα όσο ακούγονται. Ανάγκη για αποδοχή είναι. Στο βάθος, με όλες αυτές τις καλοσύνες την αποδοχή των άλλων ζητάω».
            Χωράνε και μεγάλες κουβέντες στην  κουβεντούλα.
            Του κυρίου Λι του έκανε μεγάλη και εξαίρετη εντύπωση η δήλωση, το αυτομαστίγωμα  αυτό του φίλου του. Πάντα πίστευε ότι ο καθένας μέσα του, στο σκοτεινό κομμάτι  της ατομικότητάς του,  έχει πράγματα καλά κρυμμένα που όχι μόνο δεν τα ανακοινώνει στους άλλους αλλά που πιθανώς τα κρύβει κι από  τον ίδιο του τον εαυτό. Πράγματα επικίνδυνα για τις λείες επιφάνειες, εκρηκτικά για τις φιλήσυχες στιγμές μας, αποκαρδιωτικά κι ανώφελα αν αναβλύσουν, πράγματα που θα μπορούσαν να γκρεμίζουν το μύθο μας, τις καλές εντυπώσεις, την εικόνα που τόσο πολύ πασχίζουμε να μοιραζόμαστε με τους άλλους. Πολλές φορές μάλιστα σκεφτόταν ο κύριος Λι μήπως αυτός ο εξωραϊσμός είναι ένα από τα όπλα που η φύση σε προικίζει και, ξεκινώντας το ταξίδι της ζωής σου, στο βάζει στη βαλίτσα συμβουλεύοντάς σε «Έχε το, μπορεί να σου χρειαστεί». Μήπως καταντάει κάτι σαν φυσική τάση.
            Και να τώρα. Ο Φώτης, ο φίλος του, εκεί μπροστά  του, δηλώνει «μπορεί να μην είμαι καλός˙ μπορεί της καλοσύνης σας απλός επαίτης να ’μαι.». Στα μάτια τού Λι, ο Φώτης, αποποιούμενος τους επαίνους των άλλων, στην ουσία χάριζε τον καλύτερο για τον  εαυτό του. Εδώ, μπροστά σε ανθρώπους αγαπημένους, τολμούσε και φώτιζε το σκοτεινό κομμάτι της ατομικότητας και το διέθετε σε κοινή θέα, αναλαμβάνοντας δυναμικά την ευθύνη της αδυναμίας του.
            «Κρασάκι ποιος θέλει;» - η Μαρία, σηκώνοντας το μπουκάλι για να γεμίσει τα ποτήρια και επιβεβαιώνοντας για μια ακόμα φορά πως τα υποκοριστικά χαϊδεύουν τις στιγμές μας.

Κυριακή, 27 Ιανουαρίου 2019

φωτεινό σκοτάδι

            «Δραπέτισσα σκέψη», μονολόγησε ο Λι σχεδόν εκνευρισμένος, καθώς δεν κατάφερνε να βάλει σε τάξη τις λέξεις μέσα του, την ώρα που είχε βυθιστεί σ’ αυτό που συνέβαινε εκείνη τη στιγμή και του απορροφούσε σα μαύρη τρύπα τις εγκεφαλικές λειτουργίες των αισθήσεών του.
            Τίποτα το μεταφυσικό. Σε ένα μικρό χώρο, καθισμένος πολύ κοντά στη σκηνή, παρέα με τη Μικρή του Φίλη, άκουγαν μουσική. Τη μουσική συζήτηση που είχαν στήσει ένα πιάνο, ένα κοντραμπάσο, τα ντραμς. Τίποτα μεταφυσικό. Ή, ίσως, όλα μεταφυσικά. Γιατί μερικά πράγματα που συμβαίνουν στη ζωή φτάνουν να μας βγάζουν από τη ζωή, να διαμορφώνουν ένα δικό τους σύμπαν, όπου εκεί αισθήσεις, εκεί άλλη γλώσσα, άλλοι κανόνες, άλλοι ρυθμοί. Μαύρες τρύπες της καθημερινής πραγματικότητας.
            Ίσως γι’ αυτό δεν μπορεί να βρει περιγραφές της προκοπής ο ήρωάς μας. Κάπως σα να το αντιλήφθηκε αυτό, παραιτήθηκε λοιπόν από την προσπάθεια να εξηγεί και αφέθηκε στην απορρόφησή του  από το μικροσύμπαν που φιλόξενα οι τρεις μουσικοί τούς πρόσφεραν.
            Στο σκοτάδι ο χώρος˙ λίγο φως – φωτίζεται η μουσική; -, οι πρώτες νότες γεννάνε κιόλας κόσμους, τα μάτια των μουσικών προσηλωμένα, ναι, αλλά μέσα – πού κοιτάζουν; -, τα δάχτυλα έχουν ζωντανέψει, έχουν τη δική τους ζωή τώρα, χαϊδεύουν, αγγίζουν, χτυπάνε και σίγουρα χαμογελάνε βαθιά. Οι ήχοι ξέρουν να κατακτούν. Ξεχύνονται και με τρόπο υπόγειο  κατακλύζουν το χώρο. Η ιερή λειτουργία της μέθεξης. Είμαστε εκεί. Δεν είμαστε εκεί. Είμαστε εμείς. Είμαστε εμείς αλλιώς. «Διάολε, πάλι στην παγίδα της περιγραφής έχω πέσει», μονολογεί ξανά ο Λι. Το ξαναπαρατάει. Συνεπαρμένος από αυτή τη μαγεία που συντελείται γύρω και μέσα του, αφήνεται να παρατηρεί μια σταγόνα ιδρώτα που πέφτει πάνω στη βαθιά καφεκόκκινη επιφάνεια του κοντραμπάσου, που κάνει μια μικρή διαδρομή χαϊδεύοντας το βερνίκι του σφενδαμιού και σταδιακά σβήνει, χάνεται κι αυτή.
            Πόση αφοσίωση, προσήλωση, επιμονή, πόση αγάπη και ένταση, πόση επεξεργασία, σκέψη, δημιουργία, πόσο πάθος, πόση μουσική, πόση ζωή  χωράει μέσα σε μια σταγόνα;
            Φωτεινό το σκοτάδι μέσα στο μικρό χώρο.
             Αργότερα, βγαίνοντας, περασμένα μεσάνυχτα στον κόσμο τούτο, ο Λι κι η Μικρή του Φίλη συναντήθηκαν με τους νυσταγμένους ήχους και τις εικόνες της  πόλης. Ο ράθυμος βρυχηθμός της κοντινής λεωφόρου, μια μηχανή που βάζει μπροστά, ένα σκυλάκι δεμένο απ’ το λουρί που κάνει τη νυχτερινή του βόλτα, τα παρκαρισμένα ακίνητα αυτοκίνητα. Στα νερά της  βροχής σπασμένα χρωματιστά καθρεφτάκια του ουρανού. Η αντανάκλαση από τα φώτα της πόλης πρόσφερε διακριτικά την ομαλή προσγείωση απ’  την πτήση. 

αφιερωση: στο Σπύρο (αλλά και στον Αρίωνα και στον Αναστάση), ισχνό ευχαριστώ

Κυριακή, 20 Ιανουαρίου 2019

σαν σινεμά




            Όλα αυτά τα χρόνια της κρίσης, ο Λι και οι φίλοι του έχασαν τη σιγουριά του πατήματος, την ανεμελιά της συνέχισης των συνηθειών τους. Κλονίστηκαν οι βεβαιότητες, άρχισε να μετασχηματίζεται η καθημερινότητά τους και, χωρίς να το πολυσυνειδητοποιούν, συχνά και ο τρόπος σκέψης τους. Πολλές φορές έφτασαν να επιδίδονται σε ένα άτυπο διαγωνισμό κακοτυχίας˙ ποιος έχασε περισσότερα, ποιος είναι το μεγαλύτερο θύμα της κρίσης. Ελεγείες της απώλειας.
            Ουδεμία έκπληξις, ουδεμία πρωτοτυπία. Αυτό έκαναν λίγο πολύ όλοι.
            Κάτι τον ενοχλούσε τον κύριο Λι σ’ αυτή τη στάση˙ κάτι που πάντως δεν τον απέτρεπε από τη συμμετοχή στις θρηνητικές κορώνες, που δεν ήταν αρκετό για να τον οδηγήσει σε μια αποστασιοποιημένη σιωπή.
            Τι ήταν λοιπόν αυτό που τον ενοχλούσε; Να το. Το έχει τώρα μπροστά του, στη σελίδα 453 του βιβλίου του Zia Haider Rahman «Υπό το φως των όσων γνωρίζουμε» (μτφρ. Ανδ. Μιχαηλίδη, εκδ. Πόλις.) Ένα τόσο δα απόσπασμα. Που είναι η στιγμή που η λογοτεχνία συνοψίζει μιαν αίσθηση, μιαν αντίληψη, μια σκέψη που υπήρχε διάχυτη μέσα μας κι ακόμα δεν είχαμε αποκρυσταλλώσει σε λέξεις – τουλάχιστον όχι τόσο καθαρά. «Είναι αλήθεια», δηλώνει ο ήρωας του Rahman, «ότι δεν παρέμεινα απρόσβλητος από οικονομικές δυσκολίες. Επρόκειτο όμως για δυσκολίες - πρόκειται για δυσκολίες- ενός τυχερού ανθρώπου.»

            Κι αυτό είναι κάτι που ο ίδιος θέλει να το θυμάται και να τους το θυμίζει κάθε στιγμή. Όλες αυτές οι δυσκολίες μας, λέει τώρα ο Λι, επρόκειτο για δυσκολίες τυχερών ανθρώπων. Ανθρώπων που κουβεντιάζουν τρώγοντας και πίνοντας, στα σπίτια τους και έξω, που πληκτρολογούν τη ζωή τους και που ανάβουν τις ηλεκτρικές τους κουβέρτες μισή ώρα πριν κοιμηθούν.
            Δεν παραβλέπει τις απώλειες ο Λι, αλλά δεν μπορεί και να κλείνει τα μάτια στα χαμηλά σκαλοπάτια της σκάλας. Ούτε να ξεχνάει αυτό το επίθετο που πολλές φορές στη ζωή του το έφερνε μπροστά του: τυχερός. Τυχερός άνθρωπος.
            - Τυχερός ή άξιος; τον είχε ρωτήσει κάποια φορά ο Δίδυμος, κάπως προκλητικά.
            - Ακόμα κι αν άξιος, το «τυχερός» δεν αναιρείται, απάντησε στοχαστικά ο Λι.
            Το βιβλίο ανοιχτό στη σελίδα 453. Πάει ο ειρμός. Έρριξε τα μάτια του ανιχνευτικά στη σελίδα, να πιάσει πάλι το νήμα, να συνεχίσει την ανάγνωση.
            Στο τραπεζάκι το τσάι άχνιζε ακόμα, δίπλα στα πόδια του η Γάλα κουλουριασμένη, παραδομένη στη θαλπωρή της σόμπας. Ο αέρας, τα γκρίζα σύννεφα, το χιονόνερο, από το παράθυρό του έξω. Σαν σινεμά.

Κυριακή, 13 Ιανουαρίου 2019

υγρασία στα μάτια



             Πότε μπήκε στη ζωή του δε θυμάται ο κύριος Λι. Προσπαθεί να, αλλά δε θυμάται. Φαίνεται πως για καιρό κυκλοφορούσε σ’ αυτό που ο Λι ονομάζει γκρίζα ζώνη της συνείδησης. Μπορεί να περνούσε από μπροστά του μέσα από κάποια οθόνη, σαν αδιάφορος απόηχος κάποιας διαφήμισης, μπορεί να έσκαγε μύτη στις κουβέντες άλλων που τον ίδιο δεν τον αφορούσαν, ή να παρουσιαζόταν φωτισμένος σε κάποια βιτρίνα ή ακόμα δίπλα στην προσφορά της τιμής σοκ σε κάποιο σαββατιάτικο φυλλάδιο αλυσίδας σουπερμάρκετ, έτσι που ανεπαίσθητα μόνο να απασχολεί τις αισθήσεις του.
            Έμενε εκεί, όμως. Στην γκρίζα ζώνη. Εκεί, δηλαδή, που υπάρχει κάτι αλλά δεν υπάρχει για μας˙ δε μας ενδιαφέρει, δε μας αφορά. Εκεί που ο καθένας στιβάζει μεγάλο κομμάτι του κόσμου τούτου, πολλές φορές ακόμα και τα συναισθήματα των άλλων. Αλλά δεν είναι αυτό που τώρα σκέφτεται ο κύριος Λι.
            Τον αφυγραντήρα σκέφτεται. Πότε, πώς, τρύπωσε στη ζωή του; Πότε διέσχισε την γκρίζα ζώνη και ήρθε και στρογγυλοκάθησε μπροστά του ξηρός ξηρός κι αθόρυβος; Τώρα του τον εκθείαζε η Μικρή του Φίλη. Πριν λίγες μέρες ο Νικόλας, ο Ανδρέας, το Θεοπάλαβο, όλοι.
             Πολιορκείται αλλεπαλλήλως ο κύριος Λι. Ικέτης τώρα με μαραμένη ανθοδέσμη στο χέρι, ο αφυγραντήρας περιμένει με κρυφή λαχτάρα την έγκριση. Οι προξενητές τον επαινούν. Ο νέος είναι ωραίος και οι καλεσμένοι επευφημούν.
            - Κολοκύθια ξέρεις. Ξέρω, ξερωκέφαλος είσαι, αλλά μη μου παραπονεθείς όταν θα σε πονάνε τα κοκκαλάκια σου – η Μικρή του Φίλη.
            - Είναι σωτηρία, ρε, σου λέω, στο σπίτι στο χωριό είναι εντυπωσιακή η αλλαγή – ο Ανδρέας.
            - Τον έχω ερωτευτεί, Λάμπρο μου, φοβερή λύση – το Θεοπάλαβο.
            Πολιορκημένος νιώθει και ούτε καν ελεύθερος ο Λάμπρος της.
            Και σκέφτεται τους αιώνες χωρίς. Και του λένε να ζήσει στο Μεσαίωνα, λοιπόν. Και σκέφτεται το χρόνο που απαιτεί το χρήμα που απαιτεί η νέα απαίτηση. Και του λένε επιλογές είναι αυτές – η Μικρή του Φίλη, πιο θαρραλέα, του ψιθύρισε «υπάρχει και κάτι που λέγεται προσαρμογή, Λάμπρο».
            Πολιορκείται και μεταθέτει την απόφαση αγοράς ο κύριος Λι, την αφήνει να ωριμάσει ή να ξεχαστεί κι ας μαραθεί η γαμήλια ανθοδέσμη. Τη μεταθέτει και ευχαρίστως καταφεύγει στην ποίηση,
εκεί που η υγρασία κατοικεί στα μάτια της,
εκεί που η υγρασία είναι ελεύθερη να κουρνιάζει και στα δικά του μάτια,
κάθε που τη σκέφτεται,
κάθε που νιώθει την παρουσία της δίπλα του.


της Αθηνάς - όπως και οι φωτογραφίες, άλλωστε

Κυριακή, 6 Ιανουαρίου 2019

πάω αργά γιατί βιάζομαι


            Η πολυετής παράδοση της πρωτοχρονιάς του κυρίου Λι περιλαμβάνει την πρόσκληση εκλεκτής παρέας ευάριθμων φίλων, την παρακολούθηση μαζί τους της πρωτοχρονιάτικης συναυλίας της Βιέννης και την παράθεση ευφρόσυνου, εορταστικού γεύματος.
            Αυτές οι πολυετείς παραδόσεις, γενικώς, έχουν και την ιδιότητα ότι κωδικοποιούν τις σκέψεις και τις συμπεριφορές, ενίοτε και τις συζητήσεις των φίλων που επαναλαμβάνονται χάριν της παράδοσης. Έτσι, παρακολουθώντας την απολαυστική συναυλία  και εν μέσω προσυνεννοημένης σιωπής της παρέας, ο κύριος Λι ερχόταν πάλι στις ίδιες σκέψεις που έκανε και τα προηγούμενα χρόνια, την ίδια μέρα και ώρα. Για τον πολιτισμό των δυτικών κοινωνιών, για την αστική τάξη, για των τάξεων την πάλη και τις ανισότητες, για τα κριτήρια και τα πρότυπα της ομορφιάς, για την κοπιώδη, σκληρή άσκηση που προαπαιτείται για να φτάσει κανείς σε ένα άρτιο και σπάνιο αποτέλεσμα όπως αυτό που αντίκρυζαν τώρα, αντιστικτικά αναλογιζόταν τις δικές του ελλείψεις, αλλά κι αυτά που ο τόπος του δε θα έφτανε μάλλον ποτέ.
            Σε τίποτα απ’ αυτά δεν πήγε η συζήτηση, αργότερα, στο τραπέζι. Ευτυχώς για την αφήγησή μας, γιατί αυτή έχει μια ροπή στο στοχασμό, ειπώθηκε το απλό « Ρε παιδιά, λες και δεν πέρασε μια μέρα από πέρυσι που παρακολουθούσαμε μαζί την πρωτοχρονιάτικη συναυλία! Πώς περνάει ο καιρός!». Όμως –δυστυχώς για την αφήγησή μας που θα ξανακυλήσει νομοτελειακά στο στοχασμό-, η πάσα ήταν ακριβείας ώστε να πάει η κουβέντα στη σχετικότητα του χρόνου, πρωτοχρονιά άλλωστε, με τόσο γόνιμο έδαφος για τα σποράκια μιας τέτοιας κουβέντας.
            Η κουβέντα μάκρυνε, ειπώθηκαν πολλά ωραία. Πού να τα θυμάται όλα τώρα που μόνος συγυρίζει το χορτασμένο σπίτι ο κύριος Λι. Λίγο περισσότερο συγκράτησε τη θεωρία της επιβράδυνσης του χρόνου, όπως την παρουσίαζε ο Νικόλας, ο ίδιος Νικόλας που τριαντακαί χρόνια πριν τον είχε ταξιδέψει με το φως του ήλιου, στα οκτώ λεπτά που αυτό κάνει για να φτάσει στη γη. Έλεγε
            πως σήμερα η επιστήμη κατανοεί την επιβράδυνση του χρόνου ως συνάρτηση της δημιουργίας αναμνήσεων. Πως, όταν είμαστε αγχωμένοι, κάποιοι νευρώνες καταγράφουν  στον εγκέφαλο περισσότερες αναμνήσεις, εντυπώνουν περισσότερες εικόνες. Πως η αίσθηση της διάρκειας του χρόνου που πέρασε εξαρτάται από το πλήθος των αναμνήσεων που καταγράφηκαν στο χρόνο αυτό. Πως όσο περισσότερες οι αναμνήσεις, έστω και στιγμιαίες, τόσος περισσότερος είναι κι ο χρόνος που αντιλαμβανόμαστε ότι πέρασε.
            Και έλεγε ο Νικόλας. Και συνυπόγραφε η παρέα επιβεβαιώνοντας: «Γι’ αυτό, όταν ταξιδεύουμε λες και μεγαλώνει η μέρα!», ο ένας. «Και θυμόμαστε πολύ καλύτερα και τις λεπτομέρειές της», ο άλλος. Και αποφάσισε η παρέα ότι χρειάζεται να ζήσει με περισσότερο πάθος τη νέα χρονιά, περισσότερη ένταση, να προκαλέσει ανοιχτά αυτούς τους νευρώνες, να τους ενεργοποιήσει, έτσι που αυτοί να κάνουν το μοναδικό, αλλά και διόλου ευκαταφρόνητο δωράκι που μπορούν να κάνουν: να επιβραδύνουν το χρόνο, να  μακρύνουν τις μέρες τους και τις νύχτες τους.
            Απομεσήμερο,  φορώντας τα κασκόλ και τις λοιπές ασπίδες για το ψύχος, ανταλλάσσοντας αποχαιρετισμούς κι ευχές, ο Γιάννης: «Και πού 'σαι, Νικόλα; Ευχαριστούμε για την επιβράδυνση του χρόνου μας. Αν μέχρι του χρόνου η επιστήμη έχει και τίποτα καλό για την αθανασία, μη μας ξεχάσεις, ε;»
            Δε μου φαίνονται πολύ σοβαροί οι φίλοι του κυρίου Λι.



     αφορμές σκέψης για την επιβράδυνση του χρόνου 
      στο βιβλίο του Zia Haider Rahman "Υπό το φως των όσων γνωρίζουμε", 
      μτφρ Ανδρέας Μιχαηλίδης, εκδ. Πόλις, 2018,
      δωράκι της Μαρίας που πολύ αγαπάει ο κύριος Λι

Κυριακή, 30 Δεκεμβρίου 2018

οκτώ λεπτά



            Κάτι τέτοιες μέρες, παραμονές πρωτοχρονιάς, σαν σε ασκήσεις γυμναστικής στη γραμμή του χρόνου, ο κύριος Λι συνηθίζει να διατρέχει τον άξονα παρελθόν-παρόν-μέλλον.
            Πίσω στο χρόνο, λοιπόν. Ο εικοσιπεντάρης Λι παρουσιάζεται στο στρατό. Κεκαρμένος ήδη και με ηθικό έρπον, το απομεσήμερο θα πάρει το πλοίο απ’ τον Πειραιά και θα φτάσει στο νησί τα χαράματα.
            «Θέλεις να πάμε μαζί;», ο Νικόλας. Μαθήματα διακριτικής, ασχολίαστης συμπαράστασης. Σε όλες τις σημαντικές στιγμές της ζωής του ο φίλος του ο Νικόλας ήταν εκεί. Φορές μπορεί μίλια μακριά, αλλά πάντως εκεί. Δίπλα.
            Τα πλοία τότε είχαν κατάστρωμα γεμάτο κόσμο, κόσμο με άδεια από smartphone, τάμπλετ, κινητά χέρια.  Βρήκαν δυο καθίσματα στην πρύμη, ακριβώς πάνω από το κεφαλάρι της βαριάς μεταλλικής σκάλας, με θέα την άσπρη γραμμή που άφηναν οι μηχανές του πλοίου, γραμμή που έδειχνε με ακρίβεια πυξίδας τη δύση.
            Διάθεση ευφρόσυνη οι φίλοι μας, στη μπάντα το κουρεμένο κεφάλι, μάλλον γιατί ήταν μαζί, μάλλον γιατί ήταν νέοι, μάλλον γιατί είχαν το προνόμιο της ανεμελιάς. Γέλασαν πολύ, σχολίασαν, ξομολογήθηκαν, έκαναν σχέδια, χάζεψαν τους γλάρους που συνόδευαν το πλοίο πετώντας και επαιτώντας  κάνα μεζεδάκι. Κι  όταν ο ήλιος, βαθιά πορτοκαλής, κόντευε να αγγίξει την υδάτινη γραμμή του ορίζοντα:
            «Το ξέρεις ότι ο ήλιος που βλέπεις δεν υπάρχει;», αποκάλυψε  ο Νικόλας.
            «Ε;»
            «Αφού το φως του Ήλιου ταξιδεύει οκτώ λεπτά μέχρι να φτάσει στα μάτια μας, ρε. Αυτό που βλέπουμε εμείς τώρα έχει γίνει. Έχει δύσει ο Ήλιος. Και σε καμιά ακραία περίπτωση, μπορεί να του έχει συμβεί και κανένα κοσμοϊστορικό και ούτε καν να υπάρχει – πού ξέρεις τι γίνεται στο σύμπαν στα οκτώ αυτά λεπτά; Οπότε, άσε τις ρομάντζες και συγκεντρώσου. Αυτό που βλέπεις δεν υπάρχει.»
           

            Η καλοκαιρινή νύχτα στην πρύμη του πλοίου, βιωμένη με ένταση,  ένα παρόν πηχτό σαν το σκοτάδι γύρω, θα τους χαρασσόταν βαθιά στη μνήμη.  Ταξίδευαν πάνω σε μια φωτισμένη γραμμή, ίδια λες μ’ αυτή του χρόνου, πάνω σε μια φωτισμένη γραμμή που έσκιζε την άγρια νυχτερινή γαλήνη της θάλασσας, πάνω  καθρέφτης της ο κατάμαυρος ουρανός με τα μικρά του  φωτεινά στίγματα αστεριών που «μπορεί να μην υπάρχουν τώρα κι αυτά, Λάμπρο», πάνω σε ένα πλοίο που κουβαλούσε τόσες ανθρώπινες ιστορίες, καθώς αδιάφορο  γλιστρούσε απαλά στα λιμάνια που έπιανε σκάλα. Ο Νικόλας φρόντισε να φέρει δυο ποτάκια από το κυλικείο, η παρέα των φοιτητών δίπλα είχε βγάλει κιόλας απ’  τη θήκη την κιθάρα, την κοπέλα που τραγουδούσε φρόντισε το υποσυνείδητο των δύο φίλων να την ερωτευτεί πάραυτα σκουντώντας επίμονα το συνειδητό μπας και  ξυπνήσει από το λήθαργο,
            κι ενώ η νύχτα αυτή, παρούσα ακόμα,  καταχωνιαζόταν ήδη στη μνήμη τους  σε διαστάσεις μύθου, το πλοίο, απαλά κι ανεπαίσθητα κόντευε όλο και πιο πολύ στο ραντεβού του με το νησί.
            Τη θεωρία των οκτώ λεπτών τότε την πρωτόμαθε ο Λι. Απ’ το φίλο του το Νικόλα. Την εκτίμησε ακόμα περισσότερο όταν συνειδητοποίησε ότι μέσα σ’ αυτά τα οκτώ λεπτά , σ’ αυτή τη λάμψη, στρώνει τη ζωή του, όσον καιρό  το φως ταξιδεύει. Και τη θυμάται πάντα καθώς τα ημερολόγια αλλάζουν το τελευταίο ψηφίο τους κι από οκτώ το κάνουν εννιά, κι οι άνθρωποι δίνουν ευχές για τον καινούριο χρόνο γελαστοί και σαν ανέμελοι, έτσι καθώς το πλοίο φωτεινό γλιστράει απαλά στα λιμάνια των μικρών νησιών που πιάνει σκάλα.

αφιέρωση: έγινε ήδη: στο Νικόλα