Κυριακή, 24 Φεβρουαρίου 2019

ακούει κανείς;


            Κατηφόριζαν την Πανεπιστημίου τα δυο αδέρφια, μετά την παρουσίαση του βιβλίου του φίλου τους του Φώτη, τα μαγαζιά ανοιχτά ακόμα, κόσμος αρκετός.
            Γι’ αυτόν τον κόσμο των λεωφόρων άρχισαν να φλυαρούν, κάτι για πολύβουη ερημιά, για πόσες ιστορίες δίπλα δίπλα και μαζεμένες, για αλληλοδιασταυρούμενες μοναξιές, για
            «Μιχάλη!» Ακινητοποιημένη μια μοναξιά κοίταζε τον Δίδυμο με έκπληξη, απορία και ετοιμότητα αναδρομής. Με τον κύριο Λι καθάρισε γρήγορα με ένα χαμόγελο, αναζητώντας ίσως συμμαχίες και αποδοχή σ’ αυτή τη μίνι και έκτακτη συνεδρίαση πεζοδρομίου: «πρέπει να είσαι ο Λάμπρος, ε, μάλλον δε θα με θυμάσαι, μια εποχή κάναμε πολλή παρέα με τον αδερφό σου˙ Λία».
            Κρέμασε ο κύριος Λι υπομονετικά το χαμόγελο του δεύτερου ρόλου, όσην ώρα κράτησε η πτήση στο παρελθόν, χαιρετήθηκαν, φιλήθηκαν κιόλας, χώρισαν με τις συνήθεις αλληλοϋποσχέσεις.
            Η Λία. Περασμένα μεγαλεία.
            «Πολύ θερμό σε είδα, αδερφέ. Μα δεν είχατε ψυχραθεί κάποτε εσείς;»
            «Πάνε χρόνια πολλά, Λάμπρο. Ατονούν αυτά. Αν δεν τη σγαρλίζεις, η φωτιά σβήνει. Άλλωστε, πέρα από εκείνο το περιστατικό με τη φιλοξενία που μας έκανε να ψυχραθούμε, η Λία ήτανε πολύ εντάξει.»
            «Ποιο περιστατικό;» 
            « Στο νησί, ρε, δε θυμάσαι; Με τη φίλη της, την Αναστασία.. Στις διακοπές του Πάσχα..»
            «Ωωω, χω, χω!» - αγιοβασιλιάτικη ικανοποίηση ο Λάμπρος. «Τότε που έστησες αυτί;;»
            «Άντε, ρε!» – ενοχλημένος ο Δίδυμος.
            Σιγά σιγά ο Λι θυμάται. Ο Δίδυμος φιλοξενεί δυο καλές του φίλες, ένα βράδυ επιστρέφουν σπίτι και χωρίς να ξέρουν ότι αυτός είναι ξαπλωμένος στο διπλανό δωμάτιο, μιλάνε γι’ αυτόν σχολιάζοντάς τον. Ο  Δίδυμος ακούει μια άλλη  Λία, όχι σαν κι αυτή που ήξερε, δυσαρεστημένη από λεπτομέρειες, κριτική, επικριτική, ακόμα και το χρώμα της φωνής της αλλιώς το ακούει. Δεν είπαν φοβερά πράγματα. Όμως ήταν αρκετά για να χαλάσει η διάθεση του και για να ραγίσει η σχέση του με τη φίλη του. Φαίνεται πως κάποια στιγμή κατάλαβαν κι αυτές ότι τους είχε ακούσει, θα σοκαρίστηκαν, ίσως. Την άλλη μέρα, χωρίς κανείς να πει κάτι γι’ αυτό, προφασίστηκαν κάτι και έφυγαν εσπευσμένα  απ’ το νησί. Ανάσταση χωρίς Αναστασία.
            « Και καλά, εσύ γιατί χαμογελάς τόση ώρα;»
            «Γιατί σου ‘χω ένα τέλειο απόσπασμα για την περίπτωσή σου. Θα στο στείλω με μέιλ, μόλις πάω σπίτι».
            Και το ‘στειλε. Και έγραφε:


            « Το να κρυφακούς είναι αναμφίβολα χρήσιμο, αν αναζητάς μια συγκεκριμένη πληροφορία, αλλά ακόμα και η τυχαία ακρόαση, σαν κι αυτή που μπορεί να σου προκύψει ένα πρωί, ενώ κατεβαίνεις τα σκαλιά ενός φιλικού σπιτιού στο οποίο φιλοξενείσαι –αυτό το είδος της ακρόασης στον χώρο ενός σπιτιού -, μπορεί να είναι διαφωτιστική, με πολύ διαφορετικό τρόπο. Όρθιος στη μέση της σκάλας, με το ένα γόνατο λυγισμένο και το ένα χέρι ακουμπισμένο στο κάγκελο, ακούς τον φίλο σου να συζητά με τη γυναίκα του και αποκομίζεις μια σπάνια πληροφορία: πώς αλληλεπιδρά ο φίλος σου με κάποιον άλλο, εν τη απουσία σου. Αυτό δεν θα συνέβαινε ποτέ σε μια απευθείας συζήτηση, αφού δεν μπορείς να συζητήσεις με κάποιον χωρίς να επηρεάσεις τη στάση του. Όταν συνομιλώ με κάποιον, βλέπω απλώς την εικόνα που ο ίδιος θέλει να προβάλει για τον εαυτό του, καθώς αλληλεπιδρά με το παρόν και την ιστορία που τον συνδέει με εμένα. Κανένας μας δεν είναι μόνο ένα άτομο, είμαστε τουλάχιστον τόσα όσα και οι γνωστοί μας. Ό,τι ακούει κανείς κρυφά μπορεί να τον σοκάρει ή να τον προβληματίσει, αφού το ακούει παράτυπα, σαν να οικειοποιείται ξένη ιδιοκτησία, και φέρει πάντα τον χαρακτήρα του απαγορευμένου. Κι όμως, στο φως της μέρας, αυτά που έχει κρυφακούσει κανείς ενδέχεται να αποκαλύψουν κάτι παραπάνω από την προσωπικότητα του άλλου, μπορεί να φανερώσουν μια αλήθεια που γίνεται αντιληπτή μόνο όταν η μέριμνα για την αυτοεικόνα μας απαλείφεται. Πώς αλλιώς να εξηγήσει κανείς την αμηχανία του, όταν γίνεται μάρτυρας της ανεξάρτητης ύπαρξης ενός άλλου ανθρώπινου όντος, το οποίο γνώριζε μόνο μέσω μιας άμεσης σχέσης μαζί του;  Και πώς αλλιώς να κατανοήσει αυτή την αμηχανία, παρά μόνο αντιμετωπίζοντας καταπρόσωπο τον εγωκεντρισμό που προδίδει; Αν όντως υπάρχει ειλικρίνεια τη στιγμή που κρυφακούς, δεν αναδύεται ακριβώς από την απουσία του εαυτού σου, που σου παρέχει τη δυνατότητα να ακούς χωρίς το φίλτρο του  εγώ σου;»*
            «Λία..», μονολόγησε ο Λι, κλείνοντας τον υπολογιστή. «Θα μπορούσε να ήταν και το θηλυκό του ‘Λι’..».

* Zia Haider Rahman, "Υπό το φως των όσων γνωρίζουμε", μτφρ. Ανδρέας Μιχαηλίδης, εκδ. Πόλις, 2018, σελ. 189

Κυριακή, 17 Φεβρουαρίου 2019

τότε που συνέχεια



             Ένα βαθύ βράδυ ενός Σεπτεμβρίου ανίκανου να πείσει το καλοκαίρι να αποσυρθεί, μπροστά στο ανοιχτό παράθυρο και στο άσπρο φως της λάμπας που πρόσφερε έναν τοσοδά μικρόκοσμο στο σκοτάδι, ο κύριος Λι ετοίμαζε τις παραδόσεις των μαθημάτων του. Βιβλίο: «Οδηγίες διδασκαλίας φιλολογικών μαθημάτων». Τίποτα εδώ μέσα από τη νύχτα και τους ήχους της, τις λαχτάρες της, τα μυστικά της. Το βιβλίο είχε μεσάνυχτα για τη νύχτα.
            Και τι να πει για τον παρατατικό ο κύριος  Λι; «Δηλώνει γεγονός εξελισσόμενο στο παρελθόν», οι οδηγίες. Και «επαναληπτικότητα, κάτι που συνέβαινε κατ’επανάληψη στο παρελθόν». Και «στόχος οι μαθητές να κατανοήσουν το ρηματικό ποιόν της ενέργειας που εκφράζει ο χρόνος» και «να μπορούν να τον διακρίνουν από τους άλλους παρελθοντικούς χρόνους».
            Μπα;
            Αλλιώς τον είχε στο πετσί του ο κύριος Λι. Σχεδόν συγγενή του τον αισθανόταν. Η διάρκειά του τού διαμόρφωνε συνήθειες και η επαναληπτικότητά του έπλαθε οικειότητα. Κι έφτιαχνε έτσι ο Λι εποχές ολόκληρες της ζωής του. «Τότε που..».
            Τότε που συνέχεια. Και πάλι. Και ξανά και ξανά.
            Και όσο δεν πλησίαζε κανένας αόριστος να κάνει τη ζημιά του και να διακόψει τη μακαριότητα της συνέχειας, τόσο έχτιζε ο παρατατικός νησάκια στη μνήμη του κυρίου Λι. Τότε που.. Που ο πατέρας τα μεσημέρια έκρυβε τα μικρά δωράκια κάτω απ’ την πετσέτα του φαγητού και μας έβαζε να διαλέξουμε. Που περιμέναμε την παρέλαση για να φάμε το πρώτο παγωτό. Που κλέβαμε κορόμηλα επιστρέφοντας απ’ το σχολείο. Που χτυπούσαμε τα κουδούνια και το βάζαμε στα πόδια. Που τις Κυριακές πηγαίναμε για πικνίκ στον Άγιο Κοσμά με το λεωφορείο.
            Η νύχτα που έμπαινε απ’  το παράθυρο και ακύρωνε τις οδηγίες των φιλολογικών μαθημάτων είχε κιόλας οργανώσει το σχέδιο του αυριανού μαθήματος.
            «Δε θα κάνουμε και πολύ μάθημα», τους είπε την επόμενη μέρα. «Μόνο θα γράψετε στο τετράδιό σας για λίγη ώρα κάτι ο καθένας και μετά θα τα διαβάσουμε» «Με τι θέμα, κύριε;» «Με θέμα ‘Θυμάμαι τα παιδικά μου καλοκαίρια’».
            Απόρησαν, ίσως και δυσθύμησαν λίγο, τι είν’ αυτά τώρα, αλλά έγραψαν. Κι όταν ήρθε η ώρα να τα διαβάσουν, «όχιιι, λίγο, λίγο ακόμα, κύριε, περιμένετε, περιμένετεεε!». Και μετά  τα διάβασαν. Δυνατά, στην τάξη. Κι αίφνης αυτή γέμισε ήλιο και παρέες σκανδαλιάρικες και αυστηρούς μεγάλους, πονηρούς μικρούς, βουτιές και παιχνίδια, έρωτες και πόθους και συναντήσεις και θάλασσα και φλούδες από καρπούζι, και ζωή που είχε κιόλας γίνει κειμήλιο στον προσωπικό θησαυρό του καθένα. Ένα θησαυρό που όλοι βιάζονταν να ξαναχαρούν και να επιδείξουν.
             Όλες οι ιστορίες γραμμένες στον παρατατικό. Όλες για τα παρατατικά καλοκαίρια τους. Λίγη σημασία δώσαν τα παιδιά, όταν τους είπε «Ο παρατατικός είναι ο χρόνος της παιδικής μας ηλικίας». Έτσι κι αλλιώς παιδιά ήταν.
            Μπορεί να μην μπορούσε να την υποστηρίξει εύκολα, αλλά στο βάθος ήταν σίγουρος ο κύριος Λι για την παιδαγωγική του τακτική.


οι φωτογραφίες είναι του Γιάννη Μάνεση

Κυριακή, 10 Φεβρουαρίου 2019

μυρωδιά χαρτιού

           “Λαογραφία δεν είναι τα σιγκούνια και τα τσουράπια. Λαογραφία είναι να βγεις με ένα κασετοφωνάκι στη Σταδίου και να ηχογραφήσεις ό,τι ακούγεται”,  θυμάται ο κύριος Λι τον καθηγητή του της λαογραφίας να λέει. Και το θυμάται γιατί του έμεινε κουσούρι από τότε να μετατρέπει σε  ραντάρ τα αυτιά του  και να πιάνει τις σκόρπιες κουβέντες των περαστικών. Δε θέλησε ποτέ να πάρει θέση για τον ορισμό της λαογραφίας, αλλά σχεδόν πάντα η συγκομιδή του απ’ τα λόγια του δρόμου αποδεικνυόταν πλούσια και ενδιαφέρουσα.
            Οδός Βουλής τώρα. Αγαπημένο στενό. Ανάμεσα Καραγιώργη Σερβίας και Κολοκοτρώνη· Λίγα μέτρα όλα κι όλα. Μια μικρή γειτονιά. Κάποια μαγαζιά άλλων εποχών έχουν ξεχαστεί ανοιχτά ακόμα, σα σκονάκι σε διαγώνισμα Ιστορίας. Ο κύριος Λι για μια φορά ακόμα στη ζωή του απέναντι  από το «Άριστον», θα λιμπιστεί και θα φλερτάρει τις τυρόπιτες κουρού στη βιτρίνα, που τον περιμένουν καρτερικά από τις δεκαετίες της νιότης του, και για μια φορά  ακόμα θα προσπεράσει ηττημένος, αποφεύγοντας να μασουλάει στο δρόμο. Όμως στον «Ίκαρο» θα σταματήσει, ακόμα κι αν δεν μπει να αγοράσει. Έχει κιόλας βάλει το χέρι στην τσάντα, να βγάλει τα γυαλιά του, να ρίξει αδηφάγες ματιές στα βιβλία της αγαπημένης βιτρίνας.

            Τότε ήταν που  σχεδόν έπεσε πάνω του ο προσεγμένος-σε-όλα-του νεαρός με την ιπτάμενη μπλε καμπαρντίνα, καθώς ξεπρόβαλε βιαστικά απ’ την στοά μιλώντας αφοσιωμένα και νευρικά  στο κινητό του. Χαμένος στην ίδια του την αύρα και την αυτοπεποίθηση, ψηφίδα του κινούμενου μωσαϊκού του δρόμου, ενός δρόμου που δεν υπήρχε παρά μόνο για να τον διασχίζει. Μπορεί κάπου εκεί να ήταν κι ο Βουκεφάλας. «Ναι, ναι, άκου, μην αφήνεις καμιά ευκαιρία να πηγαίνει  χαμένη, καμιά», τον άκουσε ο κύριος Λι να λέει στην παλάμη του που κρατούσε το κινητό,  και μια οσμή αρπακτικού κατέκλυσε τα ρουθούνια του ήρωά μας. Κι ενώ ο νεαρός κατακτητής πασών των ευκαιριών χανόταν απ’ το οπτικό του πεδίο, τραβώντας για άλλα πεδία δόξης λαμπρά,
            αίφνης του Λι  η οδός Βουλής του φάνηκε λίγο πιο υπερσυντέλικος. Τα βιβλία στην υποφωτισμένη βιτρίνα του «Ίκαρου» σαν λίγο πιο κίτρινα  και ορφανά κι η βαριά σιδερένια του πόρτα σαν λίγο πιο βαριά. Μας γέρασαν προώρως, Γιώργο, το κατάλαβες; *– θυμάται το στίχο. Μια αίσθηση υποχώρησης ενός αμήχανου παρελθόντος· μια αίσθηση επέλασης αμνήμονος παρόντος. Είναι η λήθη, ηλίθιοι.

            Σε κάποιο βαθύ υπόγειο γεννιούνται οι αποφάσεις: αντι-δραστικά ο κύριος Λι σπρώχνει την παλιά πόρτα και μπαίνει. Βγαίνοντας σε λίγα λεπτά έχει στη μύτη του αυτή τη φορά τη μυρωδιά του χαρτιού και στα χέρια του βιβλίο εκλεκτό. «Μην αφήνεις καμιά ευκαιρία να πηγαίνει χαμένη, καμιά» - βουίζει ακόμα στ’ αυτιά του η φράση, αλλά της έχει δώσει κιόλας άλλο, δικό του νόημα. Χωρίς δισταγμό κανένα μπαίνει στο «Άριστον» και «Μια κουρού, παρακαλώ, θα ήθελα».
            Μάχες μικρές, ασήμαντες.


*. Στίχος από το ποίημα του Μανόλη Αναγνωστάκη Νέοι της Σιδώνος, 1970
ΥΓ1. Η λέξη kuru στα τούρκικα σημαίνει ξερός και, όπως διαβάζουμε στο ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, ο σημερινός ιδιοκτήτης του "Άριστον' εξηγεί πως πριν το 1900 πήγε ο παππούς του στην Κωνσταντινούπολη, δούλεψε σε ένα τυροπιτάδικο κι  έφερε από 'κει τη συνταγή για την τυρόπιτα στην Αθήνα. Τότε, στην Πόλη, την έλεγαν kuru, που σημαίνει ξερή, ζύμη χωρίς λιπαρά. 
ΥΓ2. Η ανάρτηση έγινε με την ευγενική χορηγία του καταστήματος «Άριστον»
ΥΓ3. Εντάξει, αστειάκια..

Κυριακή, 3 Φεβρουαρίου 2019

υποκοριστική ευεργεσία



            Ήταν η ώρα που τα δυο ζευγάρια  απολάμβαναν τα προνόμια του υποκοριστικού. Η κουβέντα εκείνη την ώρα ήτανε κουβεντούλα κι αυτό σήμαινε προσέγγιση, συμπάθεια, καλή διάθεση, φιλικό χρόνο, συναισθήματα κι εκμυστηρεύσεις, δέσιμο.
            Πόσο μάλλον που η Μαρία εδώ κι αρκετή ώρα με βελονάκια την εκτίμηση και την αγάπη έπλεκε το εγκώμιο του Φώτη. Σεμνός, ευγενής και ελαφρά αμήχανος ο Φώτης, αποπειράθηκε κάποια στιγμή να το κλείσει το θέμα. «Εντάξει, δεν είναι και βραδιά Φώτη απόψε! Φάτε και τίποτα τώρα, έχουν αρχίσει και κρυώνουν», δήλωσε, αλλά η παρέα δεν του πολυέδωσε σημασία. Αναγκάστηκε να σοβαρευτεί – πάντα στη γραμμή της αποδόμησης του μύθου που του έχτιζε η Μαρία.
            «Ακούστε», είπε αποφασιστικά, «όλα αυτά μπορεί και να μην είναι και τόσο χαρίσματα όσο ακούγονται. Ανάγκη για αποδοχή είναι. Στο βάθος, με όλες αυτές τις καλοσύνες την αποδοχή των άλλων ζητάω».
            Χωράνε και μεγάλες κουβέντες στην  κουβεντούλα.
            Του κυρίου Λι του έκανε μεγάλη και εξαίρετη εντύπωση η δήλωση, το αυτομαστίγωμα  αυτό του φίλου του. Πάντα πίστευε ότι ο καθένας μέσα του, στο σκοτεινό κομμάτι  της ατομικότητάς του,  έχει πράγματα καλά κρυμμένα που όχι μόνο δεν τα ανακοινώνει στους άλλους αλλά που πιθανώς τα κρύβει κι από  τον ίδιο του τον εαυτό. Πράγματα επικίνδυνα για τις λείες επιφάνειες, εκρηκτικά για τις φιλήσυχες στιγμές μας, αποκαρδιωτικά κι ανώφελα αν αναβλύσουν, πράγματα που θα μπορούσαν να γκρεμίζουν το μύθο μας, τις καλές εντυπώσεις, την εικόνα που τόσο πολύ πασχίζουμε να μοιραζόμαστε με τους άλλους. Πολλές φορές μάλιστα σκεφτόταν ο κύριος Λι μήπως αυτός ο εξωραϊσμός είναι ένα από τα όπλα που η φύση σε προικίζει και, ξεκινώντας το ταξίδι της ζωής σου, στο βάζει στη βαλίτσα συμβουλεύοντάς σε «Έχε το, μπορεί να σου χρειαστεί». Μήπως καταντάει κάτι σαν φυσική τάση.
            Και να τώρα. Ο Φώτης, ο φίλος του, εκεί μπροστά  του, δηλώνει «μπορεί να μην είμαι καλός˙ μπορεί της καλοσύνης σας απλός επαίτης να ’μαι.». Στα μάτια τού Λι, ο Φώτης, αποποιούμενος τους επαίνους των άλλων, στην ουσία χάριζε τον καλύτερο για τον  εαυτό του. Εδώ, μπροστά σε ανθρώπους αγαπημένους, τολμούσε και φώτιζε το σκοτεινό κομμάτι της ατομικότητας και το διέθετε σε κοινή θέα, αναλαμβάνοντας δυναμικά την ευθύνη της αδυναμίας του.
            «Κρασάκι ποιος θέλει;» - η Μαρία, σηκώνοντας το μπουκάλι για να γεμίσει τα ποτήρια και επιβεβαιώνοντας για μια ακόμα φορά πως τα υποκοριστικά χαϊδεύουν τις στιγμές μας.