Κυριακή, 28 Απριλίου 2019

οδός Φιλαρέτου


           Ψηλός, ευθυτενής, περήφανο παράστημα. Είχε τη χαρά να δει και τα παιδιά του να του μοιάζουν. Λεβεντιές απ’ έξω κι από μέσα, σαν κι αυτόν.
            Για τον Λι ήταν πάντα  «ο μπαμπάς του Νίκου», δεν τον γνώρισε στα νιάτα του, το παρελθόν του terra incognita, ποιος ρωτούσε για τους μπαμπάδες..
            Περνούσαν όμως τα χρόνια και ψηφίδες πληροφορίες σχημάτιζαν σταδιακά στα μάτια του Λι μια ζωή. Μια ζωή που οι νεαροί δε βλέπουν συνήθως, καθώς το μάτι τους πέφτει στο λαμπρό μπροστά.
            Ίμβρος. Σχοινούδι. Κτήματα πολλά, ζωντανά, καλλιέργειες, κυνήγια,  ο κυρ Γιάννης στο άλογο, ο πατέρας πρώτος μουσικός στα πανηγύρια, μια οικογένεια που κάνει το κουμάντο της, που ζει καλά. Και που ζει δεμένη με τη γη της. Ώσπου να εκδιωχθεί απ’ αυτήν. Όπως κι όλες οι άλλες του νησιού. Απ’ την αγριάδα των ανθρώπων και τις κατασκευές της Ιστορίας.

            Πρόσφυγας στην Αθήνα του ’60 ο κυρ Γιάννης, με δυο μικρά παιδιά και κάποιους από το αποδεκατισμένο σόι. Νύχτα έφευγε για τη δουλειά, νύχτα επέστρεφε˙ δουλεύοντας σε ένα υπόγειο έκανε χρόνια να δει φως του ήλιου. Το βιολί του μ’ ένα σεντόνι διπλωμένο έμενε στη ντουλάπα ανέγγιχτο. Πρόσφυγας στον τόπο του που δεν είναι τόπος του. Πέρασε πολύς πέτρινος καιρός μέχρι να νοικιάσουν το διαμέρισμα στην οδό Φιλαρέτου, εκεί που τον γνώρισε ο κύριος Λι, και μέχρι ν’ αρχίσουν σιγά σιγά να στρώνουν τη ζωή τους, μιαν άλλη ζωή.
            Κι εκείνο το χαμόγελο; Το σχεδόν γέλιο; «Τι φτιάν’ς, ρε Λάμπρο», ρωτούσε και τον ένιωθες σε ετοιμότητα να σε καλοδεχτεί, να συμπληρώσει την απάντησή σου εύθυμα, ενθαρρυντικά, ζωογόνα. Κι ύστερα οι αστεϊσμοί, τα καλόκαρδα πειράγματα, οι παροιμίες κι οι ιστορίες από τον παλιό καιρό, τότε που οι σοδειές της ζωής ήταν αφειδώλευτες. Μιας ζωής που δεν κλεινόταν στο διαμέρισμα της Φιλαρέτου, δε χωρούσε εκεί,  που  όμως σιγά σιγά κατάφερε και ξεχείλιζε από τα τσουκάλια, ανασταινόταν από τα μαγειρέματα και τις μυρωδιές της Μαρίας του, αργότερα κι από τους ήχους του βιολιού του ίδιου του κυρ Γιάννη, και να οι μπάλοι και να τα απτάλικα και να το φως που πολεμάει τα σκοτάδια της μνήμης. Ένα φως που το μετέφερε στη γειτονιά και στον περίγυρο. Με την καλή του διάθεση,  την εξωστρεφή παρουσία του, με το πλησίασμά του στους ανθρώπους, με την εύθυμη ατάκα, εκείνη που μοιράζει χαμόγελα στις κατσούφες μέρες.
            Δεν τη φοβήθηκε τη ζωή ποτέ ο κυρ Γιάννης. Κι ας πορευόταν με το κρυφό σαράκι της απώλειας. Της απώλειας αγαπημένων από φρικτά ναυάγια και φρικτούς διωγμούς, από την απώλεια μιας γης που πόνεσε πολύ να ξαναδεί.  Όλα τα σύνθλιβε ένα κάτι που φώλιαζε σ’ εκείνο το χαμόγελο, όταν ρωτούσε τον νεαρό Λι «τι φτιάν’ς, ρε Λάμπρο;», μια ερώτηση που συνοδευόταν από αρκετά ειλικρινή μπράβο και ευφρόσυνα συμπληρώματα.
            Και τώρα, περασμένα τα ενενήντα, μόνος πια στο διαμέρισμα της Φιλαρέτου, με την ίδια περηφάνια διδάσκει ζωή. Έχει πολύν καιρό να τον επισκεφτεί ο Λι. Ντρέπεται κιόλας λίγο γι ‘αυτό.. Προχτές, πήγε μόνο  και του γλίστρησε κάτω απ’  την πόρτα μια κάρτα. «Κυρ Γιάννη, καλό Πάσχα». Υστερόγραφο: «Όλο και κάτι φτιάνουμε».
αφιέρωση: στη Μαρία, του Νικόλα

Κυριακή, 21 Απριλίου 2019

τα μάτια της μνήμης

           «Αυτό τι είναι;», ρώτησε μάλλον αδιάφορα ο Παλιός Μαθητής δείχνοντας μια μινιατούρα πάνω στο πιάνο, καθώς ο παλιός του δάσκαλος του έψηνε στην κουζίνα το καφεδάκι.   
             «Ε; Ποιο λες; Δε βλέπω, ρε Τάκη, από ‘δω, και δεν ακούω και καλά. Περίμενε, έρχομαι. Βρες, αν θες να βάλεις κάποιο άλλο CD και έρχομαι».
            Κι όταν σε λίγα λεπτά κατέφτανε στο σαλόνι ο κύριος Λι με τους καφέδες και τα ακούραστα συνοδευτικά καλούδια, ο Τάκης ήταν κιόλας θρονιασμένος στον καναπέ ακούγοντας τους χειμερινούς κολυμβητές της επιλογής του και συνεχίζοντας να επεξεργάζεται με το βλέμμα του τα άφθονα μικροδιακοσμητικά που γέμιζαν τις επιφάνειες του σαλονιού.
             «Πολύ τζάρτζαλο, ρε δάσκαλε. Τι τα θες όλ’ αυτά;»
            Στην αρχή δεν του απάντησε. «Αυτό το τζάρτζαλο είναι τα μάτια της μνήμης μου», σκέφτηκε, αλλά ένιωσε πως αυτή η φράση είχε πολύ στόμφο για τη στιγμή και τις περιστάσεις. Όταν όμως κάνοντας έναν άτεχνο ελιγμό για να αποφύγει την απάντηση – «δε σ’ αρέσουνε πολύ, ε;», είπε χαμογελώντας - , ο παλιός μαθητής του επέμεινε:
            «Όχι, απλώς αναρωτιέμαι γιατί τα ‘χεις μαζέψει. Δε σου κουράζουν το μάτι;»
            «Τάκη, ξέρεις ότι είμαι υπέρ της υγρασίας των ματιών˙ η ξηρασία βλάπτει σοβαρά την υγεία. Τους. Και μας.»
            «Λάμπρο, αρχίζω και σε χάνω, μίλα απλά».
            «Τάκη μου, πιο απλά απ’ ό,τι είναι δε γίνεται: Αυτά τα σκατουλάκια είναι στιγμές της ζωής μου, άνθρωποι της ζωής μου, κομμάτια της ζωής μου˙ κουβαλάνε τόση μνήμη, κλωστές που συνδέουν παρελθόν και παρόν. Τα προστατεύω και τα τιμώ, γιατί κι αυτά με προσέχουν, αλλά και γιατί χωρίς εμένα δε θα υπάρχουν. Υπάρχει ένας άτυπος νόμος της βαρύτητας, της έλξης, ξέρω ‘γω, που ενώνει τα άψυχα πράγματα με τα ζωντανά πλάσματα. Και με βάση αυτό το νόμο τα άψυχα αποκτούν το νόημά τους. »
            «Τι έγινε; Μεγαλώνεις και το πας στο μεταφυσικό;»
            «Καθόλου, Τάκη. Κοίτα, ας πούμε, αυτή τη μορφή πάνω στο πιάνο – γι’ αυτό με ρωτούσες πριν;
            «Ποιο; Αυτός που παίζει ένα όργανο;»
 
            «Ναι. Τσέλο. Πάνε εικοσιπέντεκαί χρόνια. Ο πατέρας, που έπαιζε τσέλο, έχει πεθάνει ένα μήνα πριν, εγώ πηγαίνω στο Λονδίνο να δω δυο φίλους, σε μιαν υπαίθρια υγρή αγορά βλέπω κάποιον να φτιάχνει με σίδερο απλά, μικρά γλυπτά. Το μάτι μου πέφτει σ’ αυτό τον μικρό τσελίστα, σε μιαν άκρη του πάγκου. Το μυαλό στον πατέρα. Είμαι εκεί, στο Λονδίνο, σε μιαν υπαίθρια αγορά κι είμαι ένας νεαρός χαμένος, χωρίς το στήριγμα της ζωής μου, με πόδια που πατάνε αδύναμα – πού;  Και στον υγρό πάγκο του πλανόδιου καλλιτέχνη, στη μικρή σιδερένια κατασκευή βλέπω τον πατέρα μου. Στην επιστροφή απ’ το ταξίδι τοποθέτησα τον τσελίστα στο πιάνο και πια ο πατέρας συνοδεύει κάθε μουσική, αλλά γεμίζει και τη μνήμη με ένα νεαρό παιδί που ταξιδεύει και που πενθεί και που έχει φίλους και που ψάχνει  να πατήσει γερά τα πόδια του στη γη και σιγά σιγά πορεύεται προς αυτό το σαλονάκι και τον καφέ του αγαπημένου του παλιού μαθητή». Δευτερόλεπτο υγρής σιωπής και «Οκέι;» - ένα οκέι που ρίχτηκε σα σύνθημα για να αλλάξει η συζήτηση και που για μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα συνοδεύτηκε από ένα
            «για λέγε, εσύ εντάξει με τη μετακόμιση; Τα έφερες τα πράγματα απ’ την Ιταλία; Ο γάτος; Πρέπει να ‘σαι σε πολύ καλή φάση, ε;»
            Ήξερε ο κύριος Λι ότι όσο βαρυσήμαντος και νοηματοδοτημένος μπορεί να είναι ο προσωπικός χώρος του καθένα, για τους άλλους μπορεί απλώς και μόνο να αποτελεί ένα μέρος της καθημερινότητάς τους, και μ’ αυτό ήταν συμφιλιωμένος. Ο Τάκης εύκολα επανέφερε το μυαλό του στον προβληματισμό της μέρας, της μέρας του, ασμένως επανήλθε στο θέμα που τον ρωτούσε  ο παλιός του δάσκαλος και άρχισε να περιγράφει με ενθουσιασμό τα απίθανα και ευτράπελα της επανεγκατάστασής  του στην πατρίδα, στην πατρίδα αυτή που επτά χρόνια πριν τον είχε διώξει για να σπουδάσει αυτό που τόσο ήθελε.
 
αφιέρωση: στο ξωτικό, (και)  για την αφορμή

Κυριακή, 14 Απριλίου 2019

μια σπίθα ασημί


             Η περιοχή, εκείνα τα χρόνια, είχε πολύ ψαράκι. Δεν προλάβαινες να ρίξεις την πετονιά και την ανέβαζες με τσέρουλες και γόπες. Η λεκανίτσα στο ταμπούκι γέμιζε και με την επιστροφή, αφού έδεναν τη βάρκα στο μώλο, τα πιτσιρίκια αναλάμβαναν την περήφανη διανομή στους λιγοστούς γείτονες και κατασκηνωτές. Ώρα ενός μικρού θριάμβου – απ’  αυτούς που η γαλίφα καθημερινότητα  ξέρει να προσφέρει παραπλανώντας.
            Είχαν μυηθεί καλά στα μυστικά της θάλασσας ο μικρός Λι και οι παιδικοί του φίλοι από τον πατέρα.  Όχι ολόκληρης της θάλασσας, βέβαια. Του ελάχιστου κομματιού της, εκείνου που μπορούσαν να αλωνίσουν με μία βαρκούλα τρίμετρη, τόσο όσο να αισθάνονται θαλασσόλυκοι και καπεταναίοι. Πετονιές και αγκίστρια, κόμποι ναυτικοί, τσιμπήματα και δολώματα, αέρηδες, βυθός, σίνια κι αραξοβόλια, κουπιά και άγκυρα, μπουνάτσες και μποφώρια, στοιχεία  του οικείου μικρόκοσμου των Κυριακών και των διακοπών τους.
            Πέρασαν λίγα χρόνια κι ο μικρός Λι δεκαοκτάρισε. Έδωσε τις εξετάσεις του για το Πανεπιστήμιο και μαζί με τον παιδικό του φίλο, τον Νικόλα, πήγαν για λίγες μέρες στο νησί. Και σαν για να θρέψουν την ανάμνηση, ένα πρωινό ξεκίνησαν με ένα βαρκάκι και τον ίδιο πατέρα για ψάρεμα. Στιγμές, εικόνες γνώριμες. Αχάραγο ξύπνημα, συνωμοτικοί ψίθυροι από τις γρίλλιες, φευγαλέες ματιές στον ουρανό που ακόμα να φωτίσει, νυσταγμένη αποδοχή των εντολών του πατέρα, κουβάλημα του ντεπόζιτου, της απόχης, του καλαθιού με τα σύνεργα, «πήρατε τα δολώματα, ή νομίζετε πως θα τα πιάσετε με τη γοητεία σας, ομορφόπαιδα;» 
            Και λίγο αργότερα το μονότονο γουργούρισμα της εξωλέμβιας, η παλάμη που κάνει παιχνίδια με το νερό, η δροσιά και τ’ αλάτι απ’ τις σταγόνες, οι μικροί κυματισμοί της βάρκας που όλο κι ανοίγουν ώσπου να σβήσουν,  η πόλη που αγουροξυπνάει νωχελικά κι όλο και ξεμακραίνει μπροστά στον καθρέφτη της θάλασσας, ο άνισα φωτισμένος ορίζοντας απ’ τα χρώματα του πρωινού, κάποιο περαστικό ρίγος που δε βιάζεται να ζητήσει την κουβέρτα του ήλιου.
            Βρήκαν το σίνιο, έρριξαν άγκυρα, κάπου δεκαοκτώ οργιές εδώ, ετοίμασαν τα σύνεργα, πήραν τις θέσεις τους, λίγο μαζί και λίγο ο καθένας στις σκέψεις του, κι όσο ο ήλιος ανέβαινε τόσο η καλαθούνα γέμιζε ψαράκια.


            Σιγά σιγά το φως του ήλιου βοηθούσε να δεις όλο και πιο βαθιά κάτω από την αρυτίδωτη επιφάνεια. Κι η αλιευτική έξαψη σε έσπρωχνε να κοιτάξεις, να δεις τι ανέβαζες, να δεις τι είχες πιάσει. Κι ο νεαρός Λι, καθώς ανέβαζε την πετονιά του βαριά,  έσκυψε να δει.  Τα χέρια του ανέβαζαν την πετονιά, τα μάτια του χάνονταν έκπληκτα στο γαλάζιο που κατάπινε ο βυθός. Ώσπου αντιλήφθηκε ένα σταφτάλισμα, μια σπίθα ασημί˙ στιγμιαία˙ τρεμουλιαστή. Κι όσο ανέβαζε την πετονιά, τόσο πιο ευδιάκριτη και η πηγή της. Το ψάρι πιασμένο απ’ τ’ αγκίστρι έκανε μία δεξιά, μία αριστερά, να φύγει. Κάτω η εκκωφαντική σιωπή του βυθού, πάνω η  βάρκα σταγόνα στην απέραντη θάλασσα, στο βυθό του ουρανού. 
            Μια ασημί σπίθα στο πουθενά. Ένα στιγμιαίο στραφτάλισμα στην απεραντοσύνη.
            Ο Λι ανέβασε τη γόπα στη βάρκα, την ξαγκίστρωσε προσεκτικά και κρατώντας τη στη χούφτα του έβαλε το χέρι στο νερό και την άφησε ελεύθερη να γλιστρήσει. Την παρακολούθησε καθώς χανόταν. 
            Δεν το είχε διατυπώσει με σκέψεις, αλλά ήδη το ήξερε ότι το ψάρεμα μόνο ως ανάμνηση θα τον απασχολούσε πια.
 

Κυριακή, 7 Απριλίου 2019

χτυπάει τηλέφωνο




            Tηλέφωνο. Ο Ζήσης. Πάλι.
            Πιστόν φίλον εν κινδύνοις γιγνώσκεις. Ο Λι είναι εκεί, πάντα ήταν. Παραμερίζει εύκολα τον εαυτό του, τρυπώνει στις ιστορίες των άλλων, τους δίνει χώρο. Και είναι εκεί. Για ν’ ακούσει,  να σταθεί, παρήγορο λόγο, θεραπευτικό να αρθρώσει. Αν και αυτή τη φορά η εντύπωσή του είναι πως ο Ζήσης παλεύει με το αδύνατο. Του το είχε δηλώσει, άλλωστε,  προ ημερών με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο .
            «Γυρίζει το ποτάμι πίσω, Λάμπρο;», τον είχε ρωτήσει ο  φίλος του, μιλώντας για τη σχέση  του με τη γυναίκα του.
            «Όχι μόνο δε γυρίζει, Ζήση, αλλά οὐκ ἄν ἐμβαίης εἰς τόν αὐτόν ποταμόν δίς, δύστυχε. Ο αγαπημένος σου ο Ηράκλειτος δεν το ‘λεγε;»
            «Και πού πηγαίνει όλη αυτή η αγάπη, ρε Λάμπρο; Αυτά που θυμάμαι είναι όλα μια άνοιξη. Μια ήσυχη, ωραία ζωή, χωρίς τσακωμούς, όλο γέλια. Η Νανά κι εγώ ήμασταν ένα. Δυο άνθρωποι που αγαπιόμασταν. Εντελώς απλό. Tι έχει γίνει; Γιατί δεν ξαναγυρνάμε εκεί;»
            Ο Ζήσης. «Εντελώς απλό».
            Θυμάται, και αχ, οι ωραίες μέρες.
            Θυμάται, και θέλει να αγαπάει αυτό που αγαπούσε κάποτε.
             Και θέλει να τον αγαπούν όπως τον αγαπούσαν κάποτε.
            Και τώρα τίποτα δεν είναι όπως κάποτε.
            Και τώρα ο Ζήσης κάθεται στα ερείπια και αναζητά έναν τρόπο να επιστρέψει στο παρελθόν.
            Λες κι αν επιστρέψει δε θα ξανασυναντήσει την αιτία που τον έκανε να βρίσκεται τώρα σ’ αυτή την κατάσταση, σ’ αυτό το «χάλι μαύρο», όπως συνοπτικά ο ίδιος το περιγράφει. Λες και το παρελθόν δεν κυοφορεί, λες και οι καταστάσεις που ζούμε σήμερα έπεσαν βροχούλα  από τον ουρανό.
            Αλλά, αναλογίζεται ο Λι, μήπως  και εγκαταλείπει εύκολα τις σταθερές του ο άνθρωπος σ’ αυτή τη ζήση;  Πότε ήταν που άκουσε για μια φίλη του  «Στα τριανταπέντε της χώρισε; Και πώς πέρασαν τόσα χρόνια και δε σκέφτηκε να ξαναφτιάξει τη ζωή της;» «Να ξαναφτιάξει». Ποια έννοια ακριβώς δίνουμε στο «ξανά-» σ’ αυτή την περίπτωση; Τι ξαναφτιάχνουμε;
            Και πάνω που αποφάσιζε ο κύριος Λι να κάνει μια πιο θαρραλέα .. συμβουλευτική συνάντηση με τον Ζήση, πως είναι καιρός να του θέσει ανοιχτά  την άποψή του για το αδιέξοδο της σχέσης του, συνειδητοποίησε ότι το τηλέφωνο είχε σταματήσει –πότε; - να χτυπάει.
            Τα υπαρξιακά προβλήματα τα λύνει ο κύριος Λι. Με το τηλέφωνο δυσκολεύεται λιγάκι.