Κυριακή, 29 Οκτωβρίου 2017

η λήθη που θα γίνουμε

         
          Υπάρχουν ξάδερφοι που πάνε στην Κολομβία για να δώσουν συναυλίες.
          Ο κύριος Λι έχει έναν τέτοιο.
          Επέστρεψε εντυπωσιασμένος απ’  αυτά που πρόλαβε να δει και να μάθει. Για μια χώρα πολύπαθη από έναν άγριο, ύπουλο, πολλών δεκαετιών εμφύλιο μιλούσε, απίθανες καταστάσεις, έλεγε, απίστευτη βία, προσπαθούν την ειρήνη σαν σε όνειρο και ταυτόχρονα αμφιβάλλουν.
          Αλλά και ομορφιά των ανθρώπων, κι όμως,  ανοιχτοσύνη, ετοιμότητα για ζωή, ο χορός και το τραγούδι εύκολα στα πόδια και στα χείλη.
          Χορός και τραγούδι πάνω στο θρήνο. Ίσως και ο ίδιος ο θρήνος.
         
          Αναζητώντας βιβλία, ο κύριος Λι, να δαμάσει κάπως τη δίψα του ξάδερφου (ή να το πούμε “να θρέψει την πείνα του”;) για ό,τι κολομβιανό, συναντήθηκε με έναν τίτλο που τον αιχμαλώτισε από την αρχή: « Η λήθη που θα γίνουμε». El olvido que seremos. Του Héctor Abad Faciolince . Μαρτυρία σα λογοτεχνία. Σα λογοτεχνία, αλλά, δυστυχώς, μαρτυρία.

          Του πατέρα που αναλώνει τη ζωή του για να φωτίσει την πόλη, τη χώρα που μεγάλωσε και ζει, του πατέρα που διασώζεται από τους φανατισμούς της εποχής του επιχειρώντας το δυσκολότερο, να ισορροπήσει ανάμεσα, του πατέρα που στη σκληρότητα του περιβάλλοντος αντιτάσσει μια αστείρευτη τρυφερότητα, του πατέρα που ονειρεύεται εκεί που γνωρίζει καλά ότι τα όνειρα φέρνουν το θάνατο, επειδή «είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν, μ’ ακούς/Δεν έχουν εξημερωθεί τα τέρατα (..)», επειδή είναι νωρίς ακόμη να μιλάμε για αγάπη.
          Τον δολοφόνησαν το 1978. Κι ο γιος του, είκοσι χρόνια μετά, τον μνημονεύει, έτσι, όπως λέει, για να αναβληθεί μόνο μια στιγμούλα αυτή η λήθη που θα γίνουμε. Όσο, βέβαια, και να εστιάζει στη μορφή του πατέρα, το παράλογο της επικρατούσας βίας βρίσκει χαραμάδες και τρυπώνει από παντού, κάτι που κάνει ακόμα πιο  σημαντική την αντιπαράθεση του πατέρα με το Κακό. 


                    Γιατρός ο μπαμπάς του Έκτορ Αμπάδ Φασιολίνσε, γιατρός και ακαδημαϊκός, αφιερώνει τη ζωή του στην προσπάθεια να οργανώσει την κοινωνία του απέναντι στις τραγικές ελλείψεις των προαπαιτούμενων για την υγεία των ανθρώπων, στήνει δομές, αλωνίζει τις φτωχογειτονιές, καταγράφει και παρεμβαίνει, στηλιτεύει τα απαράδεκτα  των κυβερνήσεων και την αδιαφορία της κοινωνικής τάξης που αναπαύεται καθήμενη στα αποκτημένα της, υπερασπίζεται με κάθε τρόπο τα ανθρώπινα δικαιώματα, διδάσκει και αφυπνίζει συνειδήσεις. Τόσο, έτσι, που ξέρει ότι όλο αυτό το έργο της ζωής του ισοδυναμεί με τη συγγραφή της πρόσκλησης στους δολοφόνους του. Δεν έχει τα χαρακτηριστικά του ήρωα, «προχωρά στα σκοτεινά», όμως νομίζω ότι ξέρουμε ότι είναι ήρωας. Απ’ αυτούς  που δε σηκώνει η εποχή -  ίσως και καμία εποχή.

          Κείμενο βαθιάς αγάπης και τρυφερότητας, απλά στοχαστικό, πλούσιο, ανεπιτήδευτο, ζεστό και αληθινό, κείμενο που γράφεται για να εκπληρώσει ένα προσωπικό εσωτερικό χρέος, αλλά που καταφέρνει να γίνει υγρασία στα μάτια του αναγνώστη.
          Μπαίνει στον πειρασμό ο κύριος Λι να αντιγράψει. Με την αγάπη των αντιγραφέων του μεσαίωνα. Σαν για να ηχήσουν λίγο κι εδώ οι λέξεις, έτσι, σα μια μόνο στιγμούλα που αναβάλλει τη λήθη. Και επιλέγει όχι ένα απόσπασμα από το κείμενο του συγγραφέα˙ αλλά ένα απόσπασμα του γιατρού πατέρα του συγγραφέα, ένα απόσπασμα από τα πολλά άρθρα του που είχε δημοσιεύσει.:
          «(..) Υπάρχει όμως μια εσωτερική δύναμη που μας ωθεί να εργαζόμαστε υπέρ εκείνων που χρειάζονται βοήθεια. Για πολλούς, η δύναμη αυτή μετατρέπεται σε λόγο ύπαρξης. Ο αγώνας αυτός δίνει στη ζωή τους νόημα. Έχουμε λόγο να ζούμε αν, όταν πεθαίνουμε, ο κόσμος είναι λίγο καλύτερος χάρη στη δουλειά και στις προσπάθειές μας. Το να ζούμε απλώς και μόνο για ν’ απολαμβάνουμε είναι μια θεμιτή ζωώδης βλέψη. Για το ανθρώπινο ον όμως, για τον Homo Sapiens, αυτό σημαίνει να αρκείται σε πολύ λίγα. Για να ξεχωρίσουμε από τα υπόλοιπα ζώα, για να δικαιολογήσουμε το πέρασμά μας από τη Γη, πρέπει να αποβλέπουμε στην επίτευξη στόχων ανώτερων από την απλή απόλαυση της ζωής. Ο καθορισμός στόχων διακρίνει μερικούς ανθρώπους από τους άλλους. Κι εδώ το πιο σημαντικό δεν είναι να επιτυγχάνουμε αυτούς τους στόχους, αλλά να παλεύουμε γι’ αυτούς. Δεν μπορούμε όλοι να είμαστε πρωταγωνιστές της Ιστορίας. Ως κύτταρα που είμαστε αυτού του μεγάλου οικουμενικού ανθρώπινου σώματος, έχουμε ωστόσο συνείδηση ότι ο καθένας μας μπορεί να κάνει κάτι για να βελτιώσει τον κόσμο όπου ζούμε και όπου θα ζήσουν όσοι μας ακολουθήσουν. Πρέπει να εργαστούμε για το παρόν και για το μέλλον, κι αυτό θα μας προσφέρει μεγαλύτερη χαρά από την απλή απόλαυση των υλικών αγαθών. Η γνώση ότι συμβάλλουμε στο να γίνει ο κόσμος καλύτερος πρέπει να είναι η μέγιστη ανθρώπινη φιλοδοξία» ( σελ. 286-7)



          Δεν το διαβάζει άκριτα ο κύριος Λι το απόσπασμα. Δεν είναι ότι δεν έχει τις αμφιβολίες του και το δικό του προβληματισμό πάνω στα θέματα που διαβάζει˙ όμως τον συγκινεί πάντα αυτή η αγαθή ανθρώπινη τάση. Είτε αποτελεί ψευδαίσθηση, είτε αναγκαίο όρο για την ύπαρξή μας. (Αλλά, όπως θα του έλεγε ο αδερφός του, μήπως και η ψευδαίσθηση δεν είναι αναγκαίος όρος για την ύπαρξή μας, ρε;»)



Κυριακή, 22 Οκτωβρίου 2017

θάλασσες




    Aν σου βγάλω μια τρίχα, θα είσαι φαλακρός; Δύο; Πενήντα; Χίλιες;
Η αμηχανία που προκαλούσε αυτό το πρόβλημα είναι αντίστοιχη μ΄ αυτή που προκαλεί η αίσθηση της ματαιότητας των πραγμάτων. Πότε κάτι είναι μάταιο, δηλαδή; Πόσω μάλλον αν τεθεί μέσα στο γενικό πλαίσιο «ματαιότητα ύπαρξης» , «όλοι οδεύουμε σε ένα συγκεκριμένο τέλος» κλπ.
 Πόσο μάταιο είναι να γεμίζεις μια μποτίλια με σημειώματα και να τη ρίχνεις στη θάλασσα;
 Πόσο μάταιο να ρίχνεις μετά κι άλλη κι άλλη κι άλλη;

 Τίποτα δεν πάει χαμένο στη χαμένη σου ζωή, απαντάει ο στίχος.

  Σαν τους γύφτους/ σφυροκοπάμε/ αδιάκοπα/ στο ίδιο αμόνι/,απαντάει το ποίημα.

  Το λέει κι ο Ζορμπάς στον καλαμαρά του:
« Να, μια μέρα περνούσα από ένα χωριουδάκι. Ένας μπαμπόγερος ενενήντα χρονών φύτευε μια μυγδαλιά. «Ε, παππούλη, του κάνω, μυγδαλιά φυτεύεις;» Κι αυτός, έτσι σκυμμένος που ήταν, στράφηκε και μου κάνει: «Εγώ, παιδί μου, ενεργώ σα να ήμουν αθάνατος!- Κι εγώ, του αποκρίθηκα, ενεργώ σα να ‘ταν να πεθάνω την πάσα στιγμή.» Ποιος απ’ τους δυο μας είχε δίκιο, αφεντικό;
Με κοίταξε θριαμβευτικά:
-         Εδώ σε θέλω! είπε. »

  «Να ζεις για τη στιγμή που κάποιος θα βρει τη μποτίλια σου, θα την ανοίξει και θα αντιδράσει όπως ονειρεύεσαι˙ είτε το πιστεύεις, είτε όχι», κατέληξε ο κύριος Λι και έρριξε τη σκέψη του στη θάλασσα του διαδικτύου.

Κυριακή, 15 Οκτωβρίου 2017

Ο κύριος Λι συναντιέται με τη δημιουργία..


..και ααα και ωωω και ξυπνάει ο άνθρωπος μέσα. 
Ζωγραφίζεται η μουσική; ρωτάει. Φτιάχνουν κόσμους οι ήχοι; 
Α, αυτή η Κυριακή είχε να προσθέσει ένα κάτι στις αποσκευές.
Και, τι περίεργο, όσο προσθέτεις, τόσο ελαφρύτερες γίνονται!





Κυριακή, 8 Οκτωβρίου 2017

«Ο δικός σου αύγουστος;»

«Ο δικός σου αύγουστος;»


Εγκλωβισμένος από τις περιστάσεις στην αυγουστιάτικη Αθήνα, ο κ. Λ. ποτίζει τα λουλούδια της βεράντας του. Τα νερά, με τη σκουριά για χρώμα, σχεδιάζουν χάρτες στο δάπεδο. «Αν τα αφήσεις, δε θα βγαίνουν εύκολα».
« Όπως τα σχέδια για τα ταξίδια», σκέφτεται.
Τώρα πολεμάει να τα σβήσει με ένα συρματάκι της κουζίνας και δυσκολεύεται. Διεκδικούν το δικαίωμά τους στο ανεξίτηλο..
«Ο δικός σου ο αύγουστος;», τον ρωτάει στο μέιλ η μικρή του φίλη.
Νιώθει πως αυτόν τον αύγουστο τον ξοδεύει, έχει χρόνια πολλά να μη μυρίσει θάλασσα αυτό το μήνα, αρμυρίκι, αλμύρα, να μη νιώσει να του ξεραίνει το δέρμα το αλάτι κι η θάλασσα.
Και του έρχεται στο μυαλό η βαριά φωνή του Σεφέρη, να απαγγέλλει εκείνους τους στίχους από το Μυθιστόρημα:
«Λυπούμαι γιατί άφησα να περάσει ένα πλατύ ποτάμι 
μέσα από τα δάχτυλά μου 
χωρίς να πιω ούτε μια στάλα. 
Τώρα βυθίζομαι στην πέτρα. 
Ένα μικρό πεύκο στο κόκκινο χώμα, 
δεν έχω άλλη συντροφιά. 
Ό,τι αγάπησα χάθηκε μαζί με τα σπίτια 
που ήταν καινούργια το περασμένο καλοκαίρι 
και γκρέμισαν με τον αγέρα του φθινοπώρου

            Τους είχε αγαπήσει αυτούς τους στίχους, τον είχαν συγκινήσει και εκφράσει, φοιτητής τους πρωτοδιάβαζε και κάπως χωρίς να το καταλαβαίνει, όπως με όλα δηλαδή, διαμόρφωνε σκέψη, στάση, αντίληψη μέσα απ’ αυτούς· διαμόρφωνε τον άνθρωπο που θα ήταν στη ζωή του.
            Εκείνη την εποχή η κυρίαρχη τάση στο ποιητικό στερέωμα ήταν μια αίσθηση μελαγχολίας και ήττας, μια αίσθηση ματαίωσης, σαν άλλο να θέλαμε να ζούμε και άλλο να ζούσαμε. Σαν η ποίηση να ήταν μια οδός παραδοχής, αν όχι καταγγελίας, των απουσιών. Και σαν τους χάρτες από το σκουριασμένο νερό στο δάπεδο της βεράντας, τα σημάδια της τάσης αυτής, δερματόστικτα βαθιά χαραγμένα, δύσκολα ξερριζώνονται.
            Κι ας την εμπαίζει τώρα ο κ. Λ. την τάση αυτή. Κι ας μοιάζει στο γέρο του Καβάφη, που «Θυμάται ορμές που βάσταγε· και πόση
χαρά θυσίαζε. Την άμυαλή του γνώσι
κάθ’ ευκαιρία χαμένη τώρα την εμπαίζει
Η αλήθεια είναι  πως, ναι, πολλές πολλές φορές ο κ. Λ. άφησε ένα πλατύ ποτάμι να περάσει μέσα από τα δάχτυλά του χωρίς να πιει ούτε μια στάλα.
            Ας είναι. Στέκεται στη φωτεινή πλευρά τώρα. Σ’ αυτή που του υπαγορεύει να μην απαντήσει στη μικρή του φίλη με τους στίχους του
Σεφέρη, όχι, δεν καταδέχεται να αφήνει τη δροσιά να γλιστράει από τα χέρια του, σ’ αυτή την πλευρά που τον οπλίζει με μια πολεμική κριτική απέναντι σ’ αυτή την τάση.


            Έτσι που σε κάνει ν’ αναρωτιέσαι: Ο κ. Λ. δεν παραδίνεται ή δεν παραδέχεται ότι παραδίνεται; 
βίντεο της katerina boukorou

Κυριακή, 1 Οκτωβρίου 2017

Caò d´amor a la Llibertat
Lluis Llach


Oι καταλανοί θέλουν να ψηφίσουν για την ανεξαρτησία τους˙ οι ισπανοί δε θέλουν οι καταλανοί να ψηφίσουν για την ανεξαρτησία τους. Τα δύο θέλω συγκρούονται. Crash. Ο ήχος της σύγκρουσης. Όταν συγκρούονται οι άνθρωποι, σπάνε. Σπάνε διάφορα πράγματα, σπάνε οι άνθρωποι.


Επινόησαν ιδέες οι άνθρωποι, τις κατέστησαν με τον καιρό ελκυστικές και απαραίτητες και εκπαιδεύουν τους επόμενους ανθρώπους σ’ αυτές. Έφτιαξαν έθνη˙ ταυτότητες˙  θρησκείες˙ σημαίες. Crash. Η Ιστορία τούς ορίζει να περνάει η περηφάνια μέσα απ’ αυτά. Να περνάει η ζωή μέσα απ’  αυτά.

Κι αυτοί σπάνια αναρωτιούνται αν μπορεί να συμβεί μια ζωή άλλη, έξω απ’  αυτά. Ποιος ξέρει. Ίσως έχουμε ανάγκη από αυτοπροσδιορισμούς κι αυτοί με τη σειρά τους έχουν ανάγκη τις μύριες όσες επινοήσεις μας.

 Επιβιώνουμε ευχαρίστως μέσα στην εικονική μας πραγματικότητα, στις ιδέες που έχουμε αποφασίσει ότι είμαστε (ισπανοί, ας πούμε, τάδε θρησκεύματος, τάδε γλώσσας, τάδε ιστορίας κοκ)  και φτάνουμε να σκοτώνουμε γι’ αυτήν. Επόμενο˙ καθώς «ορίζω» σημαίνει βάζω όρια. Ορίζω τον εαυτό μου, δηλαδή, τον διαφοροποιώ απ’ αυτούς που είναι έξω από τα όριά μου, τους άλλους, τους ξένους, τους εχθρούς. Ορισμός. Περιχαράκωση. Χαρακώματα. Άμυνα και επίθεση. Πόλεμος.

Ποια ελευθερία;

Ποια είναι η ελευθερία που τραγουδάει ο καταλανός Lluis Llach, που “μας περιμένει αλυσοδεμένη”, που «της έχουμε προσφέρει τόσα τραγούδια, για να υποφέρουμε λίγο λιγότερο την απουσία της», που «φωνάζουμε τόσο δυνατά τ’ όνομά της, λες κι η ζωή δεν είναι άλλο πράγμα από το να προχωράμε πάντα στην πηγή της»;

Ni sé com, Llibertat,
hem vestit la teva imatge en el temps;
per no haver-te conegut
t'hem ofert cançons d'amor
per a fer-te un poc menys absent.
La Llibertat,
aquesta dama encadenada que ens està esperant.

I el teu nom, Llibertat,
poc a poc l'abarateixen, meu amor;
sabent-nos enamorats,
venen ombres del teu cos
per calmar la nostra antiga set,
però així no ets tu.
La Llibertat,
aquesta dama encadenada que ens està esperant.

I potser, Llibertat,
ets un somni fet bandera, tant se val.
Cridarem sempre el teu nom
com si viure només fos
ésser pelegrí a la teva font.
La Llibertat,
aquesta dama encadenada que ens està esperant.

Και σε ισπανική μετάφραση




Ni sé cómo, libertad,
hemos vestido tu imagen en el tiempo,
porque no te hemos conocido
te hemos ofrecido canciones de amor,
para sufrir un poco menos tu ausencia.
La libertad,
esta dama encadenada que nos está esperando.

Y tu nombre, libertad,
lo abaratan poco a poco, mi amor,
sabiéndonos enamorados
venden sombras de tu cuerpo
para calmar nuestra sed antigua,
pero así no eres tú.
La libertad,
esta dama encadenada que nos está esperando.

Y tal vez, libertad,
eres un sueño hecho bandera, qué importa;
gritaremos siempre tu nombre
como si vivir no fuera otra cosa
que peregrinar hacia tu fuente.
La libertad,
esta dama encadenada que nos està esperando
.