Κυριακή, 30 Σεπτεμβρίου 2018

Χριστόφορος Κολόμβος



            Σε βολική θέση για πρωινό καφέ το σπίτι του Δίδυμου. Πάνω στον ποδηλατόδρομο, απ’ όπου ο κύριος Λι πάει στην Αθήνα για τα ψώνια του. Στάση. Κουδούνι. Φωνή. «Βάλε το μπρίκι μόνος σου, είμαι στο μπάνιο, έρχομαι.»
            Η κουζίνα μες στην πολυλογία: ότι χτες είχε επισκέψεις ο Δίδυμος, ότι άργησαν και ήπιαν κι αρκετά, ότι δοκιμάσανε προϊόντα – λάφυρα διακοπών, ακόμα κι ότι.. Ωχ, ο καφές! Ευτυχώς τον πρόλαβε, πρόσθεσε και τα κουλουράκια του φούρνου που έφερε, τα σερβίρει τώρα στον αδερφό του, που, περιχαρής και σαπουνομύριστος, δείχνοντας φρέσκος φρέσκος μες στο άσπρο του πουκάμισο, θρονιάζεται στην πολυθρόνα  λαχταρώντας το ευεργετικό πρωινό ρόφημα.
            - Ποιους είχες εδώ, χτες, αδερφέ;
            - Ποιους; Τον Αμέρικο Βεσπούκι, το Βάσκο ντα Γκάμα, το Χριστόφορο Κολόμβο και κάποιους άλλους αυγουστιάτικους θαλασσοπόρους εξερευνητές του αιγαίου πελάγους.
            - Λέγε, ρε!
            - Μήτσος, Νανά, Γιάννης, Μαρία. Δυο μήνες στην άγονη γραμμή, τα θηρία. Ενθουσιασμένοι. Η λιτότητα των γραμμών και των μέσων, η αυθεντικότητα, οι άνθρωποι κι ο μόχθος, τα μεγέθη στο σωστό μέγεθος, οι αργοί ρυθμοί, η φύση γύρω τους που ξύπνησε τη φύση μέσα τους, ξέρεις. Δήλωσαν ότι επέστρεψαν αναβαπτισμένοι.
            - Ναι, αλλά επέστρεψαν, Μπούφο. Επέστρεψαν εδώ που επέλεξαν να ζούνε, να ζούμε, χάνοντας όλα αυτά που μετά συναντάμε μ’ ενθουσιασμό στις διακοπές μας. Τι βρίσκουμε εδώ; Γιατί κολλάμε;
            - Είναι αυτό που σου έλεγα για το σινεμά, Λάμπρο, θυμάσαι; Η μεγάλη οθόνη, ναι, το σκοτάδι, ναι, αλλά  πάνω απ’  όλα η αίσθηση  του συγχρωτισμού, των ανθρώπων που τους δένει κάτι και το μοιράζονται. Έστω και μ’ αυτούς τους συγκυριακούς όρους. Η βαθιά ριζωμένη αίσθηση της κοινωνικότητας. Άλλωστε, και η Νανά έλεγε χτες ότι δε θα έμενε το χειμώνα στο νησί. «Εκεί από τις οκτώ το βράδυ δεν κυκλοφορεί κανείς, δε βλέπεις κανένα». Θέλουμε το κοπάδι μας, τα άλλα προβατάκια, Λάμπρο, συμπλήρωσε με το πάντα οριακά προκλητικό στιλ του ο Δίδυμος.

            Δεν άργησε την επίσκεψη ο κύριος Λι. Επόμενη στάση το Μικρό Βιβλιοπωλείο στον πεζόδρομο του Θησείου. Χαζεύουμε, μυρίζουμε, κρυφοκοιτάμε με τρόμο τις τιμές, παίρνουμε τη βραχεία λίστα των δυο τριών βιβλίων στα χέρια μας και καθόμαστε έξω στο  παγκάκι για την τελική επιλογή. Aυτή τη φορά όμως στο βιβλίο «Μια ολόκληρη ζωή», του Robert Seethaler  (μτφρ. Γ. Καλιφατίδης, εκδ. utopia) τον περίμενε μια απίθανη έκπληξη. Εκεί, λοιπόν μέσα στο βιβλίο, ξεδιπλώνεται η ζωή του μοναχικού χωρικού ενός απομακρυσμένου χωριού των Άλπεων, του Έγκερ. Στη σελίδα που έπεσε το μάτι του κυρίου Λι είμαστε στα 1969 και ο Έγκερ πηγαίνει σε μια κοινοτική αίθουσα που διαθέτει τηλεόραση, να παρακολουθήσει τους αμερικανούς αστροναύτες που θα πατούσαν για πρώτη φορά στο φεγγάρι. Η συνάθροιση των συγχωριανών εκεί αποπνέει έναν ενθουσιασμό, μία έξαψη. Ζωηρές παρατηρήσεις, χειροκροτήματα, κεράσματα.
            Καμία έκπληξη μέχρι εδώ. Η έκπληξη ήρθε με την κατάληξη της παραγράφου:
«Και ενώ στην τηλεόραση που είχε στηθεί στη συσκοτισμένη αίθουσα του φρεσκοβαμμένου δημαρχείου οι δύο αμερικανοί σεργιάνιζαν εκείνη ακριβώς τη στιγμή ψηλά πάνω από το κεφάλι τους περιδιαβάζοντας σαν απόκοσμες οπτασίες στην επιφάνεια της Σελήνης, ο Έγκερ ένιωσε να τον πλημμυρίζει η μυστηριώδης αίσθηση πως δεν ήταν ολομόναχος εδώ κάτω στη Γη και ένιωσε μια κοινή μοίρα να τον συνδέει με τους συγχωριανούς του.»  Μέσα στην αίθουσα με τον κόσμο «ένιωσε μια κοινή μοίρα να τον συνδέει με τους συγχωριανούς του»! Ακόμα νωπή στα αυτιά του η συζήτηση με το Δίδυμο, απίστευτο!
            Έβγαλε από το σακίδιο το παμπάλαιο κινητό, έστειλε ένα εγκώμιο στο Δίδυμο, αγόρασε το βιβλίο, ξεκλείδωσε το ποδήλατο και τράβηξε για το Μοναστηράκι, να ανακατευτεί με το ανώνυμο πλήθος, να χαζέψει και να κάνει τα ψώνια του.

Κυριακή, 23 Σεπτεμβρίου 2018

το χρώμα του σταριού


             Κάπου κάπου ο κύριος Λι επιστρέφει στα προσωπικά του ευαγγέλια.  Δροσίζεται, δυναμώνει και συνεχίζει.
            Σήμερα είναι σκυμμένος στο Μικρό Πρίγκιπα. Θυμήθηκε τη συνάντηση του μικρού με την αλεπού. Λυπημένη γιατί  δεν την  έχουν εξημερώσει κι έτσι δεν μπορεί να έχει φίλους, να δημιουργεί δεσμούς. «Σε παρακαλώ, ημέρωσέ με», του ζητάει παρακλητικά. Και του εξηγεί: « Η ζωή μου είναι μονότονη. Κυνηγάω τις κότες, οι άνθρωποι κυνηγούν εμένα. Όλες οι κότες μοιάζουν, κι όλοι οι άνθρωποι μοιάζουν. Γι’ αυτό, λοιπόν, βαριέμαι κάπως. Αν με ημερώσεις, όμως, η ζωή μου θα είναι σαν ηλιόλουστη. Θα γνωρίσω έναν κρότο από πατήματα που θα είναι διαφορετικός απ’ όλους τους άλλους. Τ’ άλλα πατήματα με κάνουν να χώνομαι κάτω απ’  τη γη. Το δικό σου θα με κάνει να βγαίνω έξω απ’  τη φωλιά μου σαν μια μουσική. Κι ύστερα κοίτα! Βλέπεις εκεί κάτω τα χωράφια με το στάρι; Εγώ δεν τρώω ψωμί. Το στάρι εμένα μου είναι άχρηστο. Τα χωράφια με το στάρι δε μου θυμίζουν τίποτα. Κι αυτό είναι κρίμα! Εσύ όμως έχεις μαλλιά χρώμα χρυσαφένιο. Θα είναι, λοιπόν, θαυμάσια, όταν θα μ’ έχεις ημερώσει! Το στάρι, που είναι χρυσαφένιο, θα με κάνει να σε θυμάμαι. Και θα μ’ αρέσει ν’ ακούω τον άνεμο μέσα στα στάχυα.»*
            Πείστηκε ο μικρός πρίγκιπας, η μακρά πορεία της ημέρωσης συμπληρώθηκε, ήρθαν κοντά τα δυο πλάσματα, αγαπήθηκαν. Αλλά τώρα ο μικρός πρίγκιπας έπρεπε να φύγει και να αποχωριστούν. «Κι όταν κόντευε πια η ώρα που θα χωρίζανε:
            - Αχ!, είπε η αλεπού. Κλάμα που θα κάνω…
            - Εσύ φταις, είπε ο μικρός πρίγκιπας, εγώ δεν ήθελα το κακό σου, μα εσύ θέλησες να σε ημερώσω…
            - Ναι, σωστά, είπε η αλεπού.
            - Μα τώρα θα κλάψεις!, είπε ο μικρός πρίγκιπας.
            - Ναι, σωστά, είπε η αλεπού.
            - Και τότε τι κέρδισες;
            - Κέρδισα, είπε η αλεπού, γιατί μου μένει το χρώμα του σταριού.»*

                        Τι του έφερε στο μυαλό, του Λι, το χρώμα του σταριού; Μια μικρή φωτογραφία που διέκρινε στιγμιαία στο πορτοφόλι της Μαρίας. «Τι είναι η φωτογραφία, Μαρία;», τη ρώτησε λίαν αδιακρίτως και τρυφερά προσωπικώς. «Ένα κίτρινο τριαντάφυλλο είναι, του είπε, «αλλά όχι όποιο κι όποιο!». Το τελευταίο που είδα στον ανθισμένο κήπο του πατρικού μου, πριν τον αποχωριστώ οριστικά.»
            Και μια συγκίνηση κατέκλυσε τον κύριο Λι για όλα αυτά τα στοιχεία που συνθέτουν την προσωπική μυθολογία του καθενός, το ανεξερεύνητο για όλους τους άλλους προσωπικό του σύμπαν, στοιχεία που η ζωή τα έχει φορτίσει και φορτώσει με νόημα, τα έχει κάνει κομμάτια της ύπαρξής του. Η φωτογραφία ενός κίτρινου τριαντάφυλλου. Μικρά αντικείμενα, εικόνες, σπαράγματα στιγμών, χώροι που μιλάνε για χωρισμούς, για έρωτες, για την πρώτη ή την τελευταία  φορά που, για το σημαντικό που ήταν, για αναμνήσεις ενηλικίωσης, ρήξης, πρόσωπα που πέρασαν και άνθισαν ή ισοπέδωσαν, και τώρα ξεκουράζονται – παλιές φωτογραφίες σε φθαρμένα πορτοφόλια.
            «Πολύ κόστος έχει το ημέρωμα», σκέφτεται. «Λογικό. Δεν είναι τσάμπα η ζωή.»
            Έκλεισε το Μικρό Πρίγκιπα, αυτό το στοιχείο του δικού του προσωπικού σύμπαντος, και απόμεινε με ένα χαμόγελο σκεπτικό.

αφιέρωση: Στη Μαρία Γ., για την αφορμή με το σχόλιό της για το κίτρινο τριαντάφυλλο.
*αποσπάσματα από το"Ο Μικρός Πρίγκιπας", του Εξιπερί, μτφρ. Στρατής Τσίρκας, εκδ. Ηριδανός

Κυριακή, 16 Σεπτεμβρίου 2018

λίγα μέτρα πιο 'κει


            Λίγα  μέτρα πιο ’κει από το θηριώδες εμπορικό κέντρο, διαστάσεων τεραστίων, σε ένα δρομάκι που σχεδόν κανείς διαβάτης δε διαβαίνει, έκανε λες τη μοναχική κι απέλπιδα αντίστασή του ένα μικρό, καλαίσθητο, διαστάσεων ανθρωπίνων, καφέ.
            Βρέθηκαν για λίγο εκεί, να ανταλλάξουν σημειώσεις και βιβλία, κουβέντες και εκμυστηρεύσεις, εντυπώσεις και ψευδαισθήσεις.
            Μαζί με τους  αχνιστούς τούρκικους στα μικρά μπρούτζινα μπρίκια ερχόταν πάντα και ένα γλυκάκι κουταλιού. Παράδοση κάποτε. Τώρα παράδοση του μαγαζιού.
            - Τριανταφυλλάκι χιώτικο, ανακοίνωσε με καμάρι, ακουμπώντας το περήφανα στο τραπεζάκι. Πεσκέσι απ’  το γαμπρό μου˙ λιχουδιά!
            Κι όση ώρα ο Παλιός Μαθητής αγόρευε για τη ζωή του στο εξωτερικό, για όσα οι ευρωπαίοι κατακτήσανε που εμείς ούτε στον ύπνο μας, για «εκεί, όμως, λειτουργούν οι νόμοι, ε;», για υποχρεώσεις και δικαιώματα,
            ο κύριος Λι ασκούσε το δικαίωμά του στη γευστική επεξεργασία του χιώτικου τριαντάφυλλου. Η ιδέα ότι τρώει αυτό το ιδιαίτερο λουλούδι προσγειωνότανε με ένα άκρως αντιφατικό τρόπο μέσα του. Από τη μια γευόταν αυτό το φίνο άρωμα, τα λεπτά , διακριτικά, ευαίσθητα τριάντα φύλλα, με όρους απόλαυσης˙ απ’ την άλλη «τι ιδέα! Να μασάω το λουλούδι, να το τρώω – τι βαρβαρότης!»
            Έμειναν ασχολίαστα τα δικαιώματα και οι νόμοι των ευρωπαίων, νικήθηκαν κατά κράτος από το λεπτεπίλεπτο χιώτικο γλυκό. Διακόπτει τον εμβρόντητο Παλιό Μαθητή:
            - Ρε παιδί μου, κοίτα πώς τρίζουν στο στόμα τα φυλλαράκια! Τι άρωμα ροδόκηπων αναδύεται από ένα τοσοδά πιατάκι.. Αλλά και πάλι, πού του κατέβηκε του ανθρώπου να τρώει τα τριαντάφυλλα, δε σου φαίνεται λίγο άγριο, ε, για πες;
            Ξέχασε, συγχώρησε γρήγορα τη διακοπή ο Παλιός Μαθητής. Γέλασε.
            - Α, ρε δάσκαλε! Γι’ αυτό μ’ άρεσες πάντα, για τη λοξή ματιά σου. Δύσκολο να φας χωρίς να σκεφτείς, ε; Χα! Και με τα χρόνια μάλλον έχει μεγαλώσει το κουσούρι.. Πρόσεχε, πάντως, πρόσεχε.Την πρεσβυωπία εντάξει, αλλά τη λοξή ματιά δεν την κάνει καλά ο οφθαλμίατρος!
            - Κουσούρι, ε; σχεδόν μονολογεί ο Λι σκεπτικός.
            - Ε, αφού βασανίζεσαι! Δε θυμάσαι που μας έλεγες ότι ακόμα και η γλώσσα καμιά φορά δε σε καλύπτει, γιατί βάζει οπτικές που δεν είναι στην ίδια κατεύθυνση με τις δικές σου; Δε θυμάσαι το «ευτυχώς ή δυστυχώς» που το αντικαθιστούσες με το «ευτυχώς και δυστυχώς», γιατί δεν έβλεπες δίλημμα παρά συνύπαρξη; Δε θυμάσαι τα καλοκακομαθημένα παιδιά, γιατί  δεν μπορούσες να ξεχωρίσεις  τα καλομαθημένα από τα κακομαθημένα; Και τόσα άλλα!
            Για άλλη μια  φορά ο Παλιός Μαθητής είχε δίκιο. Αλλά τι να έκανε ο κύριος Λι; Δεν ήταν ότι το προσπαθούσε. Έτσι λειτουργούσε η σκέψη του. Λίγα  μέτρα πιο ’κει. Ευτυχώς και δυστυχώς..

Κυριακή, 9 Σεπτεμβρίου 2018

δυο άνθρωποι, μια γάτα και ένα φθινόπωρο

            Τους πετύχαμε στη μέση της βραδινής κουβέντας. Στο σαλονάκι του κυρίου Λι, με τη μεγάλη  βιβλιοθήκη, την μπαλκονόπορτα ανοιχτή έτσι που η φθινοπωρινή δροσούλα να φτιάχνει έναν αόρατον ιστό ανάμεσα στο μέσα και το έξω, - κάτι που σφραγίζει και το διαβατήριο της Γάλας, της άσπρης γάτας του ήρωά μας, ώστε αυτή να κυκλοφορεί ελευθέρως καταργώντας τα αχρείαστα και κουραστικά σύνορα.
            - Δεν μπορείς ποτέ να πεις «γερνάω», Λάμπρο. Είναι σαν το παρόν. Δε συλλαμβάνεται η στιγμή του. Μπορείς να πεις «γεράσαμε» ή «έχουμε γεράσει», αλλά..
            - Σιγά μην το πω..
            - ..αλλά  -συνεχίζει ο Δίδυμος, ρίχνοντας μια φευγαλέα απαξιωτική ματιά στον αδερφό του- .. αλλά ποτέ δεν μπορείς να πεις πότε αρχίζει αυτός ο ενεστώτας.
            Η κουβέντα ξεκίνησε με αφορμή την επιστροφή από τον Δίδυμο στον αδερφό του του βιβλίου που είχε δανειστεί και μόλις είχε διαβάσει: "Αυτό ήταν η ζωή; Τότε άλλη μια φορά!", του Irvin Yalom (μτφρ. Ευαγ. Ανδριτσάνου, εκδ. Άγρα, 2017) Ο Yalom το συγγράφει στα 85 του χρόνια και μάλιστα σε μια ηλικία που συνεχίζει να εργάζεται ως ψυχοθεραπευτής, δεχόμενος καθημερινά θεραπευόμενους.
            - Κοίτα, ρε, λέει ο Δίδυμος, ανοίγοντας με το ένα χέρι το βιβλίο και ψάχνοντας με το άλλο τα πρεσβυωπικά του γυαλιά: Ο Γιάλομ κάνει διάλογο με ένα συνομήλικό του θεραπευόμενο, χρηματιστή, ο οποίος συνεχίζει ακόμα, στα 85 του, να δουλεύει με εντατικούς ρυθμούς.
Γιάλομ: Φαντάσου τη ζωή σου χωρίς δουλειά, Χάουαρντ. Πώς θα ήταν;
Χάουαρντ: Ομολογώ ότι τρέμω στην ιδέα να σταματήσω.
Γιάλομ: Προσπάθησε να φανταστείς τον εαυτό σου χωρίς τη δουλειά.
Χάουαρντ. Ξέρω πού το πας. Παραδέχομαι ότι φοβάμαι να σταματήσω. Τι θα κάνω όλη μέρα; (…)
Γιάλομ: Αναρωτιέμαι μήπως αισθάνεσαι ότι η δουλειά σε κρατάει στη ζωή, ότι χωρίς τη δουλειά θα κυλήσεις στη γεροντική αδυναμία και το θάνατο. Μπορούμε να βρούμε μαζί κάποιον τρόπο να ξεμπλέξουμε τη ζωή από τη δουλειά;
            - Καλά, αφού κι ο ίδιος ο Γιάλομ δε δουλεύει ακόμα;
            - Ακριβώς, Λάμπρο, εδώ είναι το θέμα! Γιατί; Τι του πρόσφερε η γνώση της ψυχής που αφοσιωμένα τόσα χρόνια μελετούσε;
            - Σαν απόρριψη της ψυχοθεραπείας μου μοιάζει αυτό, αδερφέ.
            - Απόρριψη, όχι. Τα ξέρεις, τα έχουμε ξαναπεί. Με συμπάθεια τη βλέπω. Με συμπαραστατική διάθεση αλλά και έναν κάποιο οίκτο, καθώς επιχειρεί να τρυπώσει στο βάθος του ανθρώπου-πλανήτη και δεν έχει φτάσει παρά στη φλούδα του.
            Θα τραβήξει πολύ η κουβέντα τους. Τα ποτήρια στο τραπέζι θα αδειάσουν, θα γεμίσουν, θα ξαναδειάσουν, τα δυο τρία πιατάκια, γερασμένα κι αυτά, με ό,τι θα έχει απομείνει μέσα τους ίσα που θα θυμίζουν αυτό που ήταν όταν φτάνανε γεμάτα υποσχέσεις, η Γάλα κουλουριασμένη κοντά στο σύνορο θα τεντώνει τα αυτιά της σε κάθε υποψία πετάγματος και η φθινοπωρινή νύχτα θα κοιτάζει με αγωνία πάνω από τις κεραίες των πολυκατοικιών για το πρώτο φως της μέρας.
            Θα τραβήξει η κουβέντα τους κι εμείς δε θα την ακούσουμε. Μας φτάνει και μας περισσεύει η αίσθηση δυο ανθρώπων που κουβεντιάζουν, μιας γάτας που λαγοκοιμάται και μιας φθινοπωρινής νύχτας που αναζητά την ταυτότητά της, καθώς, ενώ είναι ο ίδιος ο χρόνος, φθίνει κι αυτή, όπως και οι οπώρες.

Κυριακή, 2 Σεπτεμβρίου 2018

εμμονές

             Συναντήθηκαν στην παραλία, μετά το μπάνιο. Με τα μαγιό τους και οι δύο, ο Λι βρεμμένος ακόμα, με το κόκκινό του μαγιό, ο πολύ παλιός γείτονας έτοιμος να φύγει. Φορούσε κι αυτός το μαγιό του, καπελάκι τζόκεϊ με γράμματα αμερικάνικης φίρμας, γυαλιά ηλίου, σταυρουδάκι χρυσό, κομποσκοίνι,  βέρα, πέδιλα για τη θάλασσα, στο χέρι  ήδη τα κλειδιά του αυτοκινήτου και τα τσιγάρα.
            Πολλά ή λίγα φοράει; αστραπιαίως αναρωτήθηκε ο Λι.
            Είχαν να ιδωθούνε χρόνια.  Αυτός του αφηγήθηκε το χρονικό της «ανακάλυψης» του οικοπέδου στο οποίο έχτισαν το σπίτι που τώρα κατοικούν και χαίρονται. Πώς ήταν έτοιμοι να επιστρέψουν, αρχές Σεπτέμβρη, από τις διακοπές τους, πώς τα 'φερε η συγκυρία και πήγανε να δούνε εκείνο το οικοπεδάκι που η πεθερά τόσον καιρό τους έλεγε να το εκμεταλλευτούν αλλά δεν έδιναν σημασία, πώς πήγαν στην άκρη του θεού και πώς περπάτησαν μέσα από τ’ αγκάθια και τις λιθιές και πώς αίφνης, ανοίχτηκε μπροστά στα μάτια τους ένας επίγειος παράδεισος, μια όασις εν τη ερήμω, ένα «ααα». «Να ’ρθείτε μια μέρα, να κάτσουμε στο μπαλκόνι, φαίνεται όλο το Ιόνιο, μέχρι Κεφαλονιά και Ιθάκη» κι έκανε το χέρι του έτσι, στον αέρα, για να δείξει το απέραντο επίπεδο της θάλασσας, σα να έλεγε όλα, όλα τέλειωσαν, σαν μαέστρος που επιβάλλει αργά στην ορχήστρα τη σταδιακή σιωπή, καθώς τελειώνει το έργο και η συμφωνία των ήχων..
            Πόσες φορές να είχε κάνει αυτή την αφήγηση; Υπήρχε γνωστός του που να μην την είχε ακούσει; Πόσο πλούτιζε τη δική του ζωή η ιστορία της ανακάλυψης του οικοπέδου, πόσο συμπλήρωνε το πορτρέτο της ζωής του, τι χώρο καταλάμβανε μέσα του, πόσο του άρεσε να την προσφέρει σαν προσφέροντας κομμάτι του εαυτού του;
            - Είμαστε και οι αφηγήσεις μας, Λάμπρο, στο έχω πει κι άλλες φορές, δήλωσε θυμοσοφικά ο Δίδυμος, αφού άκουσε τις σκέψεις του αδερφού του.
            - Μήπως -ακόμα περισσότερο- είμαστε για τις αφηγήσεις μας; ρώτησε κάπως προκλητικά ο Λι, έχοντας στο πίσω του μυαλού του και τη μεγάλη του αγαπημένη, τη λογοτεχνία.
            - Δε θα  το προχωρήσω τόσο, αδερφέ, του ’κοψε κάπως τη φόρα ο Δίδυμος. Όμως είμαι προθυμότατος στον επόμενο καφέ να δούμε τη σχέση που έχουν οι αφηγήσεις, οι ιστορίες, στη ζωή μας.
            Έχοντας βάλει βάσεις για τη μελλοντική τους κουβέντα, τα δυο αδέρφια χωρίστηκαν. Ξεκλειδώνοντας το ποδήλατό του ο κύριος Λι, για να επιστρέψει σπίτι, ακόμα αναρωτιόταν˙ πολλά ή λίγα φορούσε ο παλιός γείτονας;
            Εμμονές..