Κυριακή, 11 Νοεμβρίου 2018

Στο βάθος κήπος



             Κανονίζει ραντεβού ο κύριος Λι με την Παλιά Μαθήτρια. Πού να πάμε;
            « Κάπου που να μην έχει δυνατά μουσική, να μπορούμε να μιλάμε» , δηλώνει, και περιμένει την αβίαστη συγκατάνευση της συνομιλήτριάς του. Δεν έχει λογαριάσει  και πολύ τα νιάτα και  τον αιρετικό της χαρακτήρα.
            «Πουθενά δεν έχει μουσική», την ακούει να αποφαίνεται˙ «πουθενά εκτός από εκεί που κάθονται για να κουβεντιάσουν και να φάνε.»
            «Δε σε πιάνω, μαθήτρια»
            «Είναι γελοίο. Θέλουμε να βρεθούμε, να συζητήσουμε, κι ενώ υπάρχει όλο το σύμπαν για να γίνει αυτό, δρόμοι, πεζοδρόμια, κήποι, πλατείες, παγκάκια, παραλίες, λόφοι, πάρκα, πεζούλια, σπίτια και δωμάτια, εμείς δυσκολευόμαστε, γιατί αυτομάτως τα έχουμε αποκλείσει όλα αυτά και σκεφτόμαστε μόνο μέρη που έχουν να φάμε και να πιούμε.»
            Ενθουσιάζεται ο Λι. Χαμογελάει. Tου αρέσει  η νεανική ματιά πάνω στα πράγματα. Πολλές φορές τη νιώθει να κρατάει τη φρεσκάδα και το δυναμισμό του νέου οργανισμού, να εκπέμπει την αθωότητα, την αφέλεια του άβγαλτου, του καινούριου.
             «Δεν έχασες καθόλου από την εφηβική σου σπιρτάδα, ε;»
            «Έλα, Λάμπρο, μην πας να τ’ αποφύγεις, γιατί  κι εσύ μετέχεις σ’ αυτό – μ’ όλο το σεβασμό. Ένας ολόκληρος πολιτισμός της καθημερινότητας βασισμένος στο φαΐ. Ποια δραστηριότητα το αγνοεί;  Γάμοι, βαφτίσια, κηδείες, γενέθλια και γιορτές, ιδιωτικά ραντεβού, εγκαίνια, γεύματα εργασίας, γνωριμίας, το πτυχίο μας, ο πρώτος μας μισθός, η προαγωγή μας, η σύνταξη, οι βαθμοί της κόρης, οι εκμυστηρεύσεις, τα ριγιούνιον, η επιστροφή από τις διακοπές, οι διακοπές, οι αναχωρήσεις κι οι αφίξεις, όλα, όλα οδηγούν στο φαγητό. Οι ιδεολογίες γεννιούνται, απλώνονται και καταρρίπτονται γύρω από ένα φορτωμένο με φαγητά τραπέζι. Στο βάθος κήπος.»
            «Πώς αλλιώς, βρε Μυρσίνη. Γίνεται να μεταλλαχτούμε; Δε θ’ ακολουθούμε τη φύση μας, δηλαδή;»
            «Και έτσι αν είναι, τότε ας χαμηλώσουμε λίγο την υποκρισία. Γιατί υποκρισία λοιπόν είναι όταν περνάμε το φαΐ στο παρασκήνιο και φωτίζουμε τις μεγάλες ιδέες πάντα.»
            «Κι αν το δούμε ανάποδα;», ρώτησε ο Λι.
            «Πώς, δηλαδή;»
            « Πως καταφέρνουμε με όλα αυτά τα τερτίπια μας να μη φωτίζουμε τη φυσική μας  ανάγκη, να την εξωραΐζουμε, και  πως πολιτισμός είναι αυτό ακριβώς: να μεταφράζουμε την αγριάδα της ανάγκης σε τύπους, τρόπους, συμπεριφορές, τέχνη, εκδηλώσεις ζωής που μας φέρνουν κοντά. Επιτρέποντας  τη διακριτική παρουσία του φαγητού από δίπλα. Ε;»
            Πάντα δύσκολα της έβαζε ο Λι της.  Ήξερε, άλλωστε, ότι θα υποχωρήσει κι ότι το ραντεβού θα το δίναν σε ένα ζεστό, χουχουλιάρικο χώρο. Ήξερε ότι οι κορώνες της για το ανθρώπινο είδος, όσο δυνατές και αν ήσαν, τον ρου δε θα τον άλλαζαν. Οπότε:
            « Ε, αν το δούμε ανάποδα, Λάμπρο, θα δώσουμε ραντεβού στη Χρυσόσκονη, που έχει και απαλή μουσικούλα. Ευχαριστημένος;»
            «Ε, ναι! Και ωραία μεζεδάκια!», το έκλεισε πειραχτικά ο Λι, απολαμβάνοντας ήδη τις στιγμές που θα περνούσε στο ζεστό μέρος με την αγαπημένη του Παλιά Μαθήτρια.

Κυριακή, 4 Νοεμβρίου 2018

Στενός κορσές


     
            Το αλλά.
            Ερχόταν. Έρχεται. Σχεδόν πάντα˙ με εμμονική συνέπεια. Υπομονετικό, στωικό, με την αντιπολιτευτική του διάθεση και τη βεβαιότητα της ανατρεπτικής του δύναμης τέτοια, που  κάνει τον κύριο Λι να το θεωρεί χαιρέκακο.
            Μετά από κάθε του σκέψη, κάθε του μικρή ή μεγάλη ανάλυση, κάθε κρίση, κάθε κουβέντα, κάθε του κατάθεση άποψης. Ήταν εκεί. Πανταχού και πάντα παρόν. Ερχόταν. Έρχεται. Και θα έρχεται – δε βλέπει να γλιτώνει απ’ αυτό ο ισόβια καταδικασμένος στα δεσμά του κύριος Λι.
            Το αλλά.
            Δεν άρχισε να έρχεται μόνο του, ακάλεστο. Την πρόσκληση του την έκανε μάλλον από τα χρόνια που άρχισε να σκέφτεται ο κάποτε μικρούλης Λι. Το φιλοξένησε άπειρες φορές, το περιποιήθηκε, το τίμησε και τώρα αυτό κάνει όπως έμαθε: έρχεται πάντα. Κάπως, σα να έχει το κλειδί και μπαινοβγαίνει ελεύθερα.
            Δεν είναι ότι δεν το θέλει. Του αναγνωρίζει αρετές. Του οξύνει την κρίση, τον βοηθάει να αμφιβάλλει και να εξετάζει περισσότερο, να σκέφτεται, να ζυγίζει τις θέσεις και τις αποφάσεις του, να φωτίζει και τη συνήθως αθέατη πλευρά των ανθρώπων και των πραγμάτων, να κατανοεί ευκολότερα, ή μάλλον λιγότερο δύσκολα, το διαφορετικό και το ανοίκειο.
            Αλλά..
            Να το. Ήρθε – αναμενόμενο ήταν.

            Αλλά του δυσκολεύει και τη ζωή. Του περιορίζει την ανεμελιά, την απρόσκοπτη χαρά και την ξένοιαστη διάθεση. Καθυστερεί τις αποφάσεις του και όταν τις παίρνει δεν τις υποστηρίζει θερμά. Του συσκοτίζει την καθαρότητα μιας θέσης. Tου ταΐζει το σαράκι της αμφιβολίας και της αμφισβήτησης. Εντέλει, του ροκανίζει τον αυθορμητισμό.
            Τέτοιες στιγμές ζηλεύει όσους δεν πάσχουν από την κατάρα των αντιθετικών συνδέσμων, όσους δεν αναρωτιούνται και πολύ και τελικά βρίζουν, κλαίνε, γελάνε με την ψυχή τους, χωρίς εκπτώσεις. Όσους δε βασανίζονται για να αποφασίσουν, σε αντίθεση μ’ αυτόν που βασανίζεται τόσο πριν μιαν απόφαση όσο και μετά.
             «Χάνεσαι στη μετάφραση, αδερφέ», του είχε παρατηρήσει κάποια φορά ο Δίδυμος, όταν ο Λι του ανέλυε αυτές τις σκέψεις. «Έτσι κι αλλιώς, όμως, γιατί να το πολεμάς; Είναι τόσο φυσικό να το παθαίνεις, αφού τίποτα στον κόσμο δεν είναι μονοδιάστατο. Θα ‘θελες να σου έμενε σκοτεινή πάντα η μια πλευρά, να μη σου χαριζόταν;»
            «Ναι, ναι, δε διαφωνώ», βιάστηκε να υποχωρήσει ο Λι, «αλλά..» ..
            Το ‘κοψε, κοιτάχτηκαν κάτι δευτερόλεπτα στα μάτια και έβαλαν κι οι δυο τα γέλια δυνατά. 

αφιέρωση στο φίλο μου τον Νικόλα, αντίδωρο για την προχτεσινή κλεψύδρα
φωτογραφίες (μαντέψτε) του Γιάννη Μάνεση

Κυριακή, 28 Οκτωβρίου 2018

Ο Λουκουμάς


           Συναντήθηκαν κατά τύχη στο δρόμο, αλλά εύκολα υπέκυψαν στην πρόκληση μιας καθιστής κουβεντούλας σ’ ενός καφέ χρόνο. Δικού τους καφέ χρόνο. Και, καθώς ο κύριος Λι βούλιαζε στη φτιαγμένη για να είναι βολική αλλά τελικά άβολη καφεπολυθρόνα του:
            - Come stai, caro amico? ρώτησε, σα να ζητούσε  τα νέα του Τορίνο, της Ιατρικής, της Ιταλίας.
            - Άσε τα ιταλικά, δάσκαλε, τέλειωσα πριν δυο βδομάδες, το πήρα! Τώρα έχω τη μετακόμιση.
            - Ε, καλά.., πρόλαβε να αρθρώσει ο κ. Λι, παρακάμπτοντας τα αδιάφορα πρακτικά.
            - Τι καλά, δάσκαλε! Είναι πρόβλημα. Έξι χρόνια είναι αυτά. Έχει μαζευτεί πολύ πράμα στο διαμέρισμα. Και στο χαμόγελο του Λι, ο Τάκης άναψε κι άλλο:
            - Γελάς, αλλά αν ήσουν στη θέση μου, θα το ‘βλεπες αλλιώς. 
            - Όχι, Τάκη, απλώς σκεφτόμουν τι δαπανηρά πλάσματα που είμαστε οι άνθρωποι.
            Και άπλωσε στο τραπέζι με τα καφεδάκια που ήδη είχαν φτάσει τις σκέψεις του για τον ανθρώπινο χώρο.
            - Είναι απίστευτο πόσα χρειάζεται ένας άνθρωπος γύρω του για να ζήσει. Το σύμπαν διαστέλλεται, λες για να χωρέσει τον όλο και περισσότερο «αναγκαίο» χώρο του  καθένα μας. Δες πόσα τετραγωνικά θέλουμε για να ασφαλιζόμαστε από τον καιρό και τους κινδύνους.
            - Δε σε κατάλαβα..
            - Το σπίτι, λέω, ρε Τάκη, τα σπίτια μας. Κι ύστερα, δες με πόσα αντικείμενα το γεμίζουμε, για να συνοδεύουμε την κάθε μας ενέργεια, την κάθε μας κίνηση, την κάθε μας ανάγκη. Και δωσ’ του ντουλάπες, συρτάρια, ντουλάπια, αποθήκες, κούτες και κασέλες, και θήκες, θήκες για όλα – παπουτσοθήκες, βιβλιοθήκες, εργαλειοθήκες, δισκοθήκες, πιατοθήκες – και όλες γεμάτες απαραίτητα!  Κι όταν θα θελήσουμε  να διανύσουμε ένα δυο χιλιόμετρα, άαλλα εκεί: βενζίνες, μηχανές, ρύπανση, θέση για παρκάρισμα.. Ο κύριος Λι πάει στην Αθήνα, χειροκροτήστε! Παραμερίζουμε, Ποιητή, για να περάσεις! Μα πόση ενέργεια, πόσο χώρο.., σχεδόν μονολογούσε ο Λι αυτοαναφλεγόμενος.
            - Πολιτισμός λέγεται, Λάμπρο, μην ανάβεις, τι να κάνουμε δηλαδή..
            - Εντάξει, γιατρέ μου, τότε βάλε κι εσύ τον πολιτισμό στις κούτες, στο αεροπλάνο ή στο πλοίο και μη διαμαρτύρεσαι.
            - Άσε που  έχω και το Λουκουμά, το γάτο!
            - Έχεις και το γάτο και δεν έμαθες τίποτα τόσα χρόνια από τη γύμνια του; Από το τίποτά του; Από την τριχωτή του αυτάρκεια; Ο γάτος σου πιάνει σ’ αυτή τη γη τόσο χώρο όσο ακριβώς είναι το σώμα του. Χειμώνα καλοκαίρι. Το φαγάκι του και τίποτα παραπάνω. Άντε, και κανένα ταίρι το Γενάρη.
            - Μπα.. Τον έχουμε στειρώσει, Λάμπρο, απάντησε ο Τάκης υπομειδιώντας, με εμφανή όρεξη να ελαφρύνει την κουβέντα και να την επαναφέρει στα προσωπικά.
            Και το κατάφερε. Δεν είναι και δύσκολο αυτό με τον κύριο Λι. Κι ίσως και αυτό να ήταν το μεγαλύτερο κέρδος από την κάθε συζήτηση. Η διάθεση χαδιού που ένιωθες πάνω στο κάθε θέμα, ακόμα και σ’ αυτά που ήταν βαριά και πιάναν πολύ χώρο. 

Κυριακή, 21 Οκτωβρίου 2018

A galopar

Ήταν ο καιρός που ο Λι πρωτογνώριζε τα ισπανικά, τους ισπανούς, ο καιρός που χωνόταν μέσα στην κουλτούρα τους, στη γλώσσα, στον πολιτισμό τους. Κι είχε πολύν ενθουσιασμό για ο,τιδήποτε ισπανικό.
Από τις ανακαλύψεις του και ο Paco Ibañez,  συνθέτης και τραγουδιστής, που ο Λι τον πρωτάκουσε στο δίσκο του από τη συναυλία στο Olympia. Ο Paco εκεί τραγουδούσε με μια κιθάρα, σε στίχους γνωστών ποιητών κι ο Λι γοητευμένος μυούνταν στα μυστήρια της ισπανικής τέχνης. Στεντόρεια, τρυφερή  και βέβαιη για τον κόσμο η φωνή του Paco, καθώς τραγουδούσε το Palabras para Julia, το Erase una vez, το Me lo decìa mi abuelito ..
..και το A galopar, ένα ποίημα  του Rafael Alberti, που ο Λι είχε καταλάβει ότι οι ισπανοί τον θεωρούσαν σημαντικό και τον είχαν στην καρδιά τους.

Έχει ένα ρυθμό ξεσηκωτικό αυτό το A galopar, περίπου σαν εμβατήριο. Δεν είναι γι’ αυτό, όμως που το ξεχώρισε. Tον  ενθουσίαζε ο στίχος  στο ρεφρέν που επίμονα επαναλαμβανόταν στο τραγούδι: “ a galopar, a galopar, hasta enterrarnos en el mar”, και που δεν ήταν τόσο δύσκολο να τον μεταφράσει και να τον ερμηνέψει: να καλπάζουμε, να καλπάζουμε, ώσπου στη θάλασσα να μας θάψουν. Που το καταλάβαινε «να αγωνιζόμαστε ως το τέλος της ζωής μας».
Το ένιωθε σα μια αποφασιστική προτροπή ζωής, ενέργειας, δράσης, αγώνα, τελικά, μια ένδειξη πεισματικής, αγωνιστικής, ανυποχώρητης στάσης. Κάτι σαν πυξίδα ζωής.
Του άρεσε η φράση, τη θυμότανε πάντα, τον ζέσταινε πολλές φορές στην πορεία των χρόνων που περνούσαν.
Ώσπου..
Ώσπου μετά από πολλά πολλά χρόνια, μόνο πριν λίγο καιρό, ήρθε ένα ελ. Ένα “l” που ο Λι δεν είχε παρατηρήσει και το άκουγε νι. Ένα “l” στη θέση ενός “n”. “Enterrarlos”, έλεγε ο στίχος, όχι “enterrarnos”. Να τους θάψουμε, δηλαδή, όχι να μας θάψουνε. Να καλπάζουμε, να επελαύνουμε ώσπου να τους πετάξουμε στη θάλασσα, να τους τσακίσουμε. Ο ύμνος στη ζωή είχε πάρει το σπαθί του και κάλπαζε κυνηγώντας τους εχθρούς! Ο Λι είχε ζήσει τόσα χρόνια μέσα στη γοητεία μιας παρεξήγησης. Γέλασε. Καθόλου δεν τον πείραξε. Γιατί, όπως και να το κάνουμε, έχουν κι οι παρεξηγήσεις τη γοητεία τους.

Κυριακή, 14 Οκτωβρίου 2018

Ένα ασανσέρ απόσταση



            «Στο Λαϊκό, Λάμπρο. Στην εντατική. Έχει αρχίσει να μην επικοινωνεί ενίοτε. Δεν έχει πολύ. Δύσκολα», έγραφε το αταίριαστα κυριακάτικο μήνυμα της Χρύσας.
            Με μια αποφασιστική για τα μέτρα του παρόρμηση, σε λίγη ώρα ο κύριος Λι βρισκόταν με τη Χρύσα στο κυλικείο του Λαϊκού. Γύρω νεαροί με άσπρες ρόμπες, πλαστικά μπουκαλάκια και ποτηράκια στο χέρι, επισκέπτες – προσωρινά ανακουφισμένοι δραπέτες των θαλάμων νοσηλείας - και μια αχώνευτη μυρωδιά δυσκολοχώνευτων τοστ.
Απέξω από το προαύλιο ερχότανε το ζωηρό βουητό της πόλης.
            Κάθησαν.  Ο Λι ιδεολογικοποιούσε την αδυναμία του:
            - Ήθελα μέρες να έρθω, Χρύσα, αλλά δυσκολεύομαι. Θα δυσκολεύομαι πάντα μ‘ αυτό το θέμα. Δε μου είναι καθόλου εύκολο, όταν ο άλλος ξέρει ότι θα πεθάνει. Σκέψου ότι τώρα προτιμώ να μην πάω πάνω, να μη την δω.
            - Ε, δεν είσαι κι ο μόνος. Οι περισσότεροι συγγενείς και φίλοι έχουν εξαφανιστεί. Δεν τους κατηγορώ.
            - Είναι η αμηχανία, η αξεπέραστη αμηχανία. Τι να πεις; Αν μιλήσεις για άλλα, είναι σαν να τους θυμίζεις αυτά που χάνουν οριστικά. Αν μιλήσεις γι’ Αυτό, είναι σα να τους βάζεις μπροστά στον καθρέφτη που δε θέλουν να βλέπουν. Το γέλιο είναι ανάρμοστο και η αρμοστή θλίψη είναι μια ανεπίτρεπτη επιβολή σκληρότητας.  Καταλαβαίνεις;

            - Καταλαβαίνω, του είπε η φίλη του σκεπτική, με ένα αδιόρατο, αφηρημένο χαμόγελο. Όμως δε θα ‘πρεπε να ήταν έτσι. Ζώντας όλο και πιο μακριά από τη φυσική ζωή, είναι φυσικό επόμενο να είμαστε ανέτοιμοι, απροετοίμαστοι, άτσαλοι μπροστά στο θάνατο. Αν δε μαθαίνουμε τη ζωή, πώς να μάθουμε το θάνατο; Σκέφτομαι ότι δεν είναι αναισθησία να σου μιλάνε σαν να πρόκειται να πεθάνεις, όταν αυτό ακριβώς συμβαίνει. Κι η μαμά, Λάμπρο, το ξέρει πως πεθαίνει.
            - Ναι, αλλά η γνώση δε σημαίνει και αποδοχή, ε;
            Η Χρύσα ξεπέρασε αδιάφορα τα λόγια του Λι.
            - Δεν έχει σημασία. Αν την ερμηνεύω σωστά, εκείνο που αποζητάει, όσο της μένουν δυνάμεις να αποζητάει κάτι, είναι η ανθρώπινη επαφή. Το άγγιγμα μιας ματιάς, ενός χεριού, μιας ψυχής. Άντε, πάμε πάνω, άσε τις κόνξες. Πού πας; Από ‘δω είναι το ασανσέρ.
            Ένα ασανσέρ απόσταση από το βουητό της πόλης, βρισκόσουν κιόλας στη στάσιμη ατμόσφαιρα ενός άλλου πλανήτη. Η ζωή κάτω, πίσω από τα παράθυρα του ορόφου, ξετυλιγόταν σα βουβή ταινία. Ένα ασανσέρ απόσταση.

οι φωτογραφίες είναι του Γιάννη Μάνεση
αφιέρωση       στη Σίσσυ

Κυριακή, 7 Οκτωβρίου 2018

Μπαμπούλας


            Περνώντας έξω από τον κινηματογράφο ο κύριος Λι, έρριξε τη ματιά του στην ταινία που παιζόταν. «Τι θα πει ο κόσμος» λεγόταν. Δεν την ήξερε. Κι εύκολα το μυαλό του ξεστράτισε.
            Η αντωνυμία «άλλος», στον πληθυντικό, και το ουσιαστικό «κόσμος», στον ενικό, σκέφτηκε, πρέπει να γράφονται με κεφαλαίο το αρχικό τους γράμμα: οι Άλλοι, ο Κόσμος – τουλάχιστον όταν συνδυάζονται σε ερώτηση με την έκφραση «τι θα πουν, τι θα πει;»: «Τι θα πουν οι Άλλοι;» «Τι θα πει ο Κόσμος;» Με ένα κεφαλαίο ανάλογο του ύψιστου τρομοκρατικού τους κύρους.
                        Γιατί έχει πρόσωπο ο Κόσμος, πρόσωπα. Της μαυροφορεμένης γιαγιάς που κάθεται στο απέναντι πεζοδρόμιο˙ του ξινού μπακάλη στη γωνία˙ της κυρίας Ντίνας, της μαμάς του Γιωργάκη, το πρόσωπο της γειτονιάς ολόκληρης. Και έχει και μάτια, πολλά μάτια, αλίμονο, των καινούριων συμμαθητών, των ντόπιων όταν φτάνεις στο νησί, του συλλόγου καθηγητών όταν μπαίνεις στο γραφείο και, γενικότερα, του Συλλόγου των Ενδελεχώς Παρατηρούντων την κάθε σου λεπτομέρεια που θέλεις να κρατήσεις κρυμμένη.
            Για κάποια χρόνια ο Λι τις λέξεις αυτές – οι Άλλοι, ο Κόσμος -  τις τοποθετούσε στους μπαμπούλες της παιδικής ηλικίας. Στα καλούπια εκείνα που έσπευδαν οι μανούλες του παιδικού κόσμου να προσαρμόσουν τα παιδάκια τους. Αποτελούσαν το αφοριστικό και αφοπλιστικό επιχείρημα  απέναντι στα ενοχλητικά «γιατί» των παιδιών. «Μ’ αυτή τη φούστα θα βγεις έξω;!» «Γιατί;» «Τι γιατί; Τι θα πει ο Κόσμος;».

             Κι όποια απάντηση κι αν επινοοούσε το ευφάνταστο κι επαναστατικό μυαλό των παιδιών, απορριπτική βέβαια για το συντηρητισμό της εξοργιστικής ρητορικής ερώτησης της μαμάς, το πρόσωπο του Κόσμου, τεράστιο, τρομακτικό, με μάτια γουρλωμένα και υψωμένο τον τεράστιο δείκτη του χεριού, με ύφος επικριτικό και απάρεσκο, είχε πια εγκατασταθεί εκεί, απέναντι, όπου κι αν έστρεφες απέναντι, έκανε μια βαριά σκιά και σ’ ακολουθούσε παντού. Μια σκιά.
             Η σκιά σου. Εσύ κι ο Κόσμος.
            Του άρεσε του Λι να το σκέφτεται έτσι. Μια αίσθηση, λες,  αποδόμησης του μπαμπούλα της παιδικής του ηλικίας.
            Νομίζει. Γιατί καθώς ανοίγει το σακίδιό του να βγάλει το κινητό του για να φωτογραφίσει στο απέναντι πεζοδρόμιο τον τίτλο του έργου που του έκανε εντύπωση, φροντίζει να καθυστερεί λιγάκι, μέχρι να περάσει το ζευγάρι που κατεβαίνει την Ακαδημίας και θα τον βλέπει να στέκεται μέσα στη βροχή και να φωτογραφίζει  - τι;- απέναντι. 
            Καλύτερα να περιμένει να περάσουν.

Κυριακή, 30 Σεπτεμβρίου 2018

Χριστόφορος Κολόμβος



            Σε βολική θέση για πρωινό καφέ το σπίτι του Δίδυμου. Πάνω στον ποδηλατόδρομο, απ’ όπου ο κύριος Λι πάει στην Αθήνα για τα ψώνια του. Στάση. Κουδούνι. Φωνή. «Βάλε το μπρίκι μόνος σου, είμαι στο μπάνιο, έρχομαι.»
            Η κουζίνα μες στην πολυλογία: ότι χτες είχε επισκέψεις ο Δίδυμος, ότι άργησαν και ήπιαν κι αρκετά, ότι δοκιμάσανε προϊόντα – λάφυρα διακοπών, ακόμα κι ότι.. Ωχ, ο καφές! Ευτυχώς τον πρόλαβε, πρόσθεσε και τα κουλουράκια του φούρνου που έφερε, τα σερβίρει τώρα στον αδερφό του, που, περιχαρής και σαπουνομύριστος, δείχνοντας φρέσκος φρέσκος μες στο άσπρο του πουκάμισο, θρονιάζεται στην πολυθρόνα  λαχταρώντας το ευεργετικό πρωινό ρόφημα.
            - Ποιους είχες εδώ, χτες, αδερφέ;
            - Ποιους; Τον Αμέρικο Βεσπούκι, το Βάσκο ντα Γκάμα, το Χριστόφορο Κολόμβο και κάποιους άλλους αυγουστιάτικους θαλασσοπόρους εξερευνητές του αιγαίου πελάγους.
            - Λέγε, ρε!
            - Μήτσος, Νανά, Γιάννης, Μαρία. Δυο μήνες στην άγονη γραμμή, τα θηρία. Ενθουσιασμένοι. Η λιτότητα των γραμμών και των μέσων, η αυθεντικότητα, οι άνθρωποι κι ο μόχθος, τα μεγέθη στο σωστό μέγεθος, οι αργοί ρυθμοί, η φύση γύρω τους που ξύπνησε τη φύση μέσα τους, ξέρεις. Δήλωσαν ότι επέστρεψαν αναβαπτισμένοι.
            - Ναι, αλλά επέστρεψαν, Μπούφο. Επέστρεψαν εδώ που επέλεξαν να ζούνε, να ζούμε, χάνοντας όλα αυτά που μετά συναντάμε μ’ ενθουσιασμό στις διακοπές μας. Τι βρίσκουμε εδώ; Γιατί κολλάμε;
            - Είναι αυτό που σου έλεγα για το σινεμά, Λάμπρο, θυμάσαι; Η μεγάλη οθόνη, ναι, το σκοτάδι, ναι, αλλά  πάνω απ’  όλα η αίσθηση  του συγχρωτισμού, των ανθρώπων που τους δένει κάτι και το μοιράζονται. Έστω και μ’ αυτούς τους συγκυριακούς όρους. Η βαθιά ριζωμένη αίσθηση της κοινωνικότητας. Άλλωστε, και η Νανά έλεγε χτες ότι δε θα έμενε το χειμώνα στο νησί. «Εκεί από τις οκτώ το βράδυ δεν κυκλοφορεί κανείς, δε βλέπεις κανένα». Θέλουμε το κοπάδι μας, τα άλλα προβατάκια, Λάμπρο, συμπλήρωσε με το πάντα οριακά προκλητικό στιλ του ο Δίδυμος.

            Δεν άργησε την επίσκεψη ο κύριος Λι. Επόμενη στάση το Μικρό Βιβλιοπωλείο στον πεζόδρομο του Θησείου. Χαζεύουμε, μυρίζουμε, κρυφοκοιτάμε με τρόμο τις τιμές, παίρνουμε τη βραχεία λίστα των δυο τριών βιβλίων στα χέρια μας και καθόμαστε έξω στο  παγκάκι για την τελική επιλογή. Aυτή τη φορά όμως στο βιβλίο «Μια ολόκληρη ζωή», του Robert Seethaler  (μτφρ. Γ. Καλιφατίδης, εκδ. utopia) τον περίμενε μια απίθανη έκπληξη. Εκεί, λοιπόν μέσα στο βιβλίο, ξεδιπλώνεται η ζωή του μοναχικού χωρικού ενός απομακρυσμένου χωριού των Άλπεων, του Έγκερ. Στη σελίδα που έπεσε το μάτι του κυρίου Λι είμαστε στα 1969 και ο Έγκερ πηγαίνει σε μια κοινοτική αίθουσα που διαθέτει τηλεόραση, να παρακολουθήσει τους αμερικανούς αστροναύτες που θα πατούσαν για πρώτη φορά στο φεγγάρι. Η συνάθροιση των συγχωριανών εκεί αποπνέει έναν ενθουσιασμό, μία έξαψη. Ζωηρές παρατηρήσεις, χειροκροτήματα, κεράσματα.
            Καμία έκπληξη μέχρι εδώ. Η έκπληξη ήρθε με την κατάληξη της παραγράφου:
«Και ενώ στην τηλεόραση που είχε στηθεί στη συσκοτισμένη αίθουσα του φρεσκοβαμμένου δημαρχείου οι δύο αμερικανοί σεργιάνιζαν εκείνη ακριβώς τη στιγμή ψηλά πάνω από το κεφάλι τους περιδιαβάζοντας σαν απόκοσμες οπτασίες στην επιφάνεια της Σελήνης, ο Έγκερ ένιωσε να τον πλημμυρίζει η μυστηριώδης αίσθηση πως δεν ήταν ολομόναχος εδώ κάτω στη Γη και ένιωσε μια κοινή μοίρα να τον συνδέει με τους συγχωριανούς του.»  Μέσα στην αίθουσα με τον κόσμο «ένιωσε μια κοινή μοίρα να τον συνδέει με τους συγχωριανούς του»! Ακόμα νωπή στα αυτιά του η συζήτηση με το Δίδυμο, απίστευτο!
            Έβγαλε από το σακίδιο το παμπάλαιο κινητό, έστειλε ένα εγκώμιο στο Δίδυμο, αγόρασε το βιβλίο, ξεκλείδωσε το ποδήλατο και τράβηξε για το Μοναστηράκι, να ανακατευτεί με το ανώνυμο πλήθος, να χαζέψει και να κάνει τα ψώνια του.

Κυριακή, 23 Σεπτεμβρίου 2018

το χρώμα του σταριού


             Κάπου κάπου ο κύριος Λι επιστρέφει στα προσωπικά του ευαγγέλια.  Δροσίζεται, δυναμώνει και συνεχίζει.
            Σήμερα είναι σκυμμένος στο Μικρό Πρίγκιπα. Θυμήθηκε τη συνάντηση του μικρού με την αλεπού. Λυπημένη γιατί  δεν την  έχουν εξημερώσει κι έτσι δεν μπορεί να έχει φίλους, να δημιουργεί δεσμούς. «Σε παρακαλώ, ημέρωσέ με», του ζητάει παρακλητικά. Και του εξηγεί: « Η ζωή μου είναι μονότονη. Κυνηγάω τις κότες, οι άνθρωποι κυνηγούν εμένα. Όλες οι κότες μοιάζουν, κι όλοι οι άνθρωποι μοιάζουν. Γι’ αυτό, λοιπόν, βαριέμαι κάπως. Αν με ημερώσεις, όμως, η ζωή μου θα είναι σαν ηλιόλουστη. Θα γνωρίσω έναν κρότο από πατήματα που θα είναι διαφορετικός απ’ όλους τους άλλους. Τ’ άλλα πατήματα με κάνουν να χώνομαι κάτω απ’  τη γη. Το δικό σου θα με κάνει να βγαίνω έξω απ’  τη φωλιά μου σαν μια μουσική. Κι ύστερα κοίτα! Βλέπεις εκεί κάτω τα χωράφια με το στάρι; Εγώ δεν τρώω ψωμί. Το στάρι εμένα μου είναι άχρηστο. Τα χωράφια με το στάρι δε μου θυμίζουν τίποτα. Κι αυτό είναι κρίμα! Εσύ όμως έχεις μαλλιά χρώμα χρυσαφένιο. Θα είναι, λοιπόν, θαυμάσια, όταν θα μ’ έχεις ημερώσει! Το στάρι, που είναι χρυσαφένιο, θα με κάνει να σε θυμάμαι. Και θα μ’ αρέσει ν’ ακούω τον άνεμο μέσα στα στάχυα.»*
            Πείστηκε ο μικρός πρίγκιπας, η μακρά πορεία της ημέρωσης συμπληρώθηκε, ήρθαν κοντά τα δυο πλάσματα, αγαπήθηκαν. Αλλά τώρα ο μικρός πρίγκιπας έπρεπε να φύγει και να αποχωριστούν. «Κι όταν κόντευε πια η ώρα που θα χωρίζανε:
            - Αχ!, είπε η αλεπού. Κλάμα που θα κάνω…
            - Εσύ φταις, είπε ο μικρός πρίγκιπας, εγώ δεν ήθελα το κακό σου, μα εσύ θέλησες να σε ημερώσω…
            - Ναι, σωστά, είπε η αλεπού.
            - Μα τώρα θα κλάψεις!, είπε ο μικρός πρίγκιπας.
            - Ναι, σωστά, είπε η αλεπού.
            - Και τότε τι κέρδισες;
            - Κέρδισα, είπε η αλεπού, γιατί μου μένει το χρώμα του σταριού.»*

                        Τι του έφερε στο μυαλό, του Λι, το χρώμα του σταριού; Μια μικρή φωτογραφία που διέκρινε στιγμιαία στο πορτοφόλι της Μαρίας. «Τι είναι η φωτογραφία, Μαρία;», τη ρώτησε λίαν αδιακρίτως και τρυφερά προσωπικώς. «Ένα κίτρινο τριαντάφυλλο είναι, του είπε, «αλλά όχι όποιο κι όποιο!». Το τελευταίο που είδα στον ανθισμένο κήπο του πατρικού μου, πριν τον αποχωριστώ οριστικά.»
            Και μια συγκίνηση κατέκλυσε τον κύριο Λι για όλα αυτά τα στοιχεία που συνθέτουν την προσωπική μυθολογία του καθενός, το ανεξερεύνητο για όλους τους άλλους προσωπικό του σύμπαν, στοιχεία που η ζωή τα έχει φορτίσει και φορτώσει με νόημα, τα έχει κάνει κομμάτια της ύπαρξής του. Η φωτογραφία ενός κίτρινου τριαντάφυλλου. Μικρά αντικείμενα, εικόνες, σπαράγματα στιγμών, χώροι που μιλάνε για χωρισμούς, για έρωτες, για την πρώτη ή την τελευταία  φορά που, για το σημαντικό που ήταν, για αναμνήσεις ενηλικίωσης, ρήξης, πρόσωπα που πέρασαν και άνθισαν ή ισοπέδωσαν, και τώρα ξεκουράζονται – παλιές φωτογραφίες σε φθαρμένα πορτοφόλια.
            «Πολύ κόστος έχει το ημέρωμα», σκέφτεται. «Λογικό. Δεν είναι τσάμπα η ζωή.»
            Έκλεισε το Μικρό Πρίγκιπα, αυτό το στοιχείο του δικού του προσωπικού σύμπαντος, και απόμεινε με ένα χαμόγελο σκεπτικό.

αφιέρωση: Στη Μαρία Γ., για την αφορμή με το σχόλιό της για το κίτρινο τριαντάφυλλο.
*αποσπάσματα από το"Ο Μικρός Πρίγκιπας", του Εξιπερί, μτφρ. Στρατής Τσίρκας, εκδ. Ηριδανός