Κυριακή, 17 Ιουνίου 2018

το ηλιοσκόπιο του Μέτωνος




Τότε, στην τάξη, είχε προηγηθεί ο διάλογος του κ. Λι με την Παλιά Μαθήτρια, που τον είχε φέρει σε πολύ δύσκολη θέση ή μάλλον σε θέση αποκαλυπτικής έκπληξης. Αμέριμνος και σίγουρος για την κυριαρχία του επί του διδασκομένου αντικειμένου, ο κύριος Λι σχολίαζε ένα ποίημα του Καβάφη. «Όπως βλέπετε», είπε κάποια στιγμή, «είναι πολύ ιδιαίτερη ποιητική φωνή».
            Χεράκι. Μυρσίνη.
            - Ναι, Μυρσίνη.
            - Τι σημαίνει «ιδιαίτερος», κύριε;
            Η Μυρσίνη. Με τις λοξές απορίες της.
            - Σημαίνει ότι έχει ένα πολύ δικό του, χαρακτηριστικό ύφος, που τον ξεχωρίζει, απαντάει ο ακόμα γαλήνιος δάσκαλος.
            - Μα, όλοι, δηλαδή ο καθένας, δεν έχει το δικό του τρόπο, το δικό του ξεχωριστό ύφος; Υπάρχει κανείς που δεν έχει;
            Αυτά είναι τα ωραία της εκπαίδευσης. Εκεί που ταξιδεύεις ασφαλής με το κρουαζιερόπλοιο, αίφνης βρίσκεσαι ναυαγός σε μια σχεδία, μεσοπέλαγα, χωρίς πυξίδα. Υπάρχουν στιγμές που σου γκρεμίζουν τα lego και που πρέπει να ξαναχτίσεις την κατασκευή σε άλλες βάσεις, αλλιώς.

            Τώρα, ανηφορίζουν μαζί το λόφο της Πνύκας, λίγο πριν την ανατολή της φθινοπωρινής ισημερίας, θυμούνται το διάλογο στην τάξη και γελάνε.
            - Με είχε εντυπωσιάσει η απλότητα της παρατήρησης και ταυτόχρονα το βάθος της, της λέει. 
            - Ποτέ δεν ήσουν προσεκτικός με τους μύθους, Λάμπρο, του παρατηρεί η Παλιά Μαθήτρια. Παρόλο που εσύ ο ίδιος μας είχες πει κάποτε ότι οι μύθοι ήταν ο τρόπος να ερμηνεύουμε τον κόσμο. Ότι η γοητεία τους είναι στην πίσω τους πλευρά, σ’ αυτή που δε φωτίζεται από την αφήγηση. Κι αυτό με την ιδιαιτερότητα το είδα στα έξι μου, όταν η μαμά μου διάβαζε στο κρεβάτι το μύθο του Προκρούστη. Ό,τι ξεχωρίζει το κόβουμε – φρίκη.
            - Για «να είσαι σαν τους άλλους», ε;
            - Μα, αυτό είναι το αστείο! Δεν υπάρχουν άλλοι. Υπάρχει ο καθένας, ο κάθε ιδιαίτερος, υπάρχει αυτός που δεν είναι ίδιος με κανέναν άλλο!
            - Κι όμως, Μυρσίνη, ο καθένας μας φοβάται να διαφέρει από «τους άλλους». Υπάρχει μια κρυφά επιβαλλόμενη ισότητα. Η «κοινή γνώμη», η «κοινωνία», ο «κόσμος», είναι πέτρες βαριές πάνω στην ατομικότητά μας.
            - Τόσο, που κάποιοι καθηγητές ξεχνάνε ότι όλοι είμαστε ιδιαίτεροι και μιλάνε για ιδιαίτερες καλλιτεχνικές φωνές, ε;

            Πόσα χρόνια πέρασαν από εκείνο το μάθημα; - εννοώ το μάθημα που πήρε ο κύριος Λι  από τη μαθήτριά του. Πόσα χρόνια κι ακόμα να βρει μία ικανοποιητική απάντηση;          
            Ανηφορίζουν λίγο ακόμα. Νότια προβάλλει σε όλη του την έκταση αγουροξυπνημένος ο Σαρωνικός. Μακρινός απόηχος της συμφωνίας των πρωινών ήχων της πόλης. Η Αθήνα μικρό μπάλωμα στο δέρμα της φύσης. Ο ανατολικός ήλιος,  μεγαλόθυμος, θωπευτικά τη χαϊδεύει.
            - Ανατολή φθινοπωρινής ισημερίας, ε; Δεν ακούγεται λίγο αντιφατικό αυτό;
            - Ναι, κύριε Λάμπρο. Λάμπρο Μαυρίδη..
            Γελάνε. Πάντα ετοιμοπόλεμη η Παλιά Μαθήτρια!

Κυριακή, 10 Ιουνίου 2018

τ' αριστερό λακκάκι του χαμόγελου



             Bραδυφλεγείς τύποι οι δίδυμοι. Τόσο, που καμιά φορά η φωτιά που θα ανάψει το φυτιλάκι μιας κουβέντας θα φανεί μέρες μετά. Προχτές, την παρατήρηση του Δίδυμου ότι όσο και να απαξιούμε να ασχολιόμαστε με θέματα όπως ο Μεγαλέξανδρος και το Μακεδονικό ασχολιούνται αυτά μαζί μας, είναι κομμάτια της ιστορίας κλπκλπ ο κύριος Λι θυμήθηκε να την απαντήσει μόλις πριν λίγο με τον αγαπημένο του τρόπο: με ένα καθυστερημένο μέιλ. Σας το έχω εδώ, φρέσκο φρέσκο και ζεστό. Μήπως κι αυτό κομμάτι της Ιστορίας δεν είναι;  Γράφει:

            « Άκουσε, Μπούφο,
            Τη ζωή μου δε μου τη διαμόρφωσαν οι μεγάλοι στρατηγοί και κατακτητές και τα μεγάλα μου προβλήματα δε μου τα έλυσαν τα βιβλία της Ιστορίας με τα διδάγματά τους. Αυτά μόνο με έμαθαν να χαμηλώνω τα μάτια, να έχω απέχθεια στο αίμα και να τρομάζω με το άγριο φορτίο  των ανθρώπων.
            Τη ζωή μου τη διαμόρφωσαν όσοι μου άνοιγαν μονοπάτια αγάπης˙ όσοι μου εστίαζαν το βλέμμα μου στα μικρά του κόσμου. Κι εστιάζοντας στα μικρά, θαύμα, τα έβλεπα μεγάλα. Τα λόγια που ειπώθηκαν  διαμόρφωσαν τη ζωή μου, αδερφέ, τα χέρια που απλώθηκαν, τα φιλιά που δόθηκαν κι εκείνα που δεν τόλμησαν, τα δάκρυα των αποχωρισμών και των αφίξεων, οι κουβέντες που έσβηναν στο μικρό ποτήρι του κρασιού, οι κινήσεις που ψιθύριζαν «εδώ είμαι», τα αγγίγματα στον ώμο, οι υπερβάσεις των ορίων, τα «όχι μέχρι εκεί», οι αγκαλιές καταφύγια κι οι αγκαλιές χαράς, εσύ, τα ξεφτίδια της κάθε ήττας, η μικρή κουρελού της κουζίνας και τ’ αναμμένο τη νύχτα πορτατίφ, η κορομηλιά του κήπου, οι υποσχέσεις κι η ανάγκη τους, οι συμβουλές που ζητήθηκαν κι αυτές που αγνοήθηκαν, οι συγγνώμες  και τα παράτα μας, τα πιο μικρά ίχνη της αγάπης στο κατάστικτο δέρμα μου, η ησυχία της νύχτας που σέβεται την ανάσα μας κι η ανάσα που σέβεται την ησυχία της νύχτας, τα γράμματα που γλιστρούσαν κάτω από τη χαραμάδα της πόρτας κι αργότερα στο ηλεκτρονικό κουτί και φώναζαν «δεν είμαστε μόνοι», το μολύβι των υπογραμμίσεων που χάραζε το σχήμα της καρδιάς και της σκέψης μου, οι ματιές, οι ευθύβολες ματιές απ’ τα μάτια στα μάτια, το δεξί κι αριστερό λακκάκι του χαμόγελου˙

            να πω κι άλλα, αδερφέ, ή θα συνεχίσουμε την κουβέντα για το Μεγαλέξανδρο;»

Στη Μοσχούλα, για το δικό της μονοπάτι αγάπης

Κυριακή, 3 Ιουνίου 2018

# ### ##### ##### ή Τα αναγνωστικά κριτήρια του κ. Λι



            Λίγη διαστροφή χρειάζεται. Και ίσως και κάποιες άλλες αδυναμίες, όπως η ατολμία ή η διστακτικότητα, ή η ευνουχιστική κοινωνική δειλία, που εξασφαλίζουν μια πλούσια εσωτερική ζωή και ασφαλώς  την υπερτροφία της φαντασίας.
            Εξοπλισμένος με όλες αυτές τις προσωπικές αρετές -  και άλλες πολλές που δεν είναι της παρούσης -, ο Λι-νέος, πολύ νέος, ταξιδεύει με το υπεραστικό λεωφορείο της δεκαετίας του ’80. Και βέβαια είναι κιόλας ερωτευμένος. Με την κοπέλα που βρίσκεται λίγες θέσεις διαγώνια και πίσω του. Που είναι όλα ωραία πάνω της, ονειρικά. Που είναι, άμα τη θεάσει της,  η κοπέλα της ζωής του. Και που διαβάζει.
            Διαβάζει; Τι διαβάζει; Διαβάζουν τα όνειρα; Τι; Τι διαβάζει η κοπέλα;
            Λυσσάει ο νεαρός Λι να μπει στον κόσμο του ονείρου του που σήμερα έχει τη μορφή μιας φοιτήτριας βυθισμένης στην ανάγνωση!
            Ο Λι ξέρει απέξω λίγο πολύ όλες τις εκδόσεις της εποχής – δεν είναι και τόσες όπως σήμερα. Και παρόλο που δε διακρίνονται τα γράμματα του τίτλου, όμως το σχήμα του εξωφύλλου φαίνεται: Ένα πλατύ και χρωματιστό περιμετρικό περίγραμμα πλαισιώνει το άσπρο εξώφυλλο. Στο λευκό μόνο ο τίτλος και κάτω ένα σήμα – μάλλον του εκδοτικού οίκου. Με ικανοποίηση ο ερωτευμένος Λι αναγνωρίζει το τυπικό εξώφυλλο των εκδόσεων «Οδυσσέας»! Αλλά ο τίτλος δε διακρίνεται με τίποτα. Στάσου, όμως! Διακρίνεται ο αριθμός και το μέγεθος των λέξεων του τίτλου. Τέσσερις μικρές λέξεις, η πρώτη πολύ μικρή, προφανώς άρθρο.
            Το λεωφορείο φτάνει στον καθόλου ονειρικό σταθμό, το όνειρο δραπετεύει χωμένο σε μια αγκαλιά άφιξης, βράδιασε απότομα, ο Λι έφτασε σπίτι, αλλά ο έρωτας ανέστιος επιμένει. Επιμένει και βρίσκει τον πίνακα με τις λίγες δεκάδες των εκδόσεων του «Οδυσσέα», ο οποίος υπάρχει στις τελευταίες σελίδες κάθε έκδοσης. Και ψάχνει τρεις  μικρές λέξεις με ένα άρθρο μπροστά και, ναι, μία μόνο εκδοχή υπάρχει: « Η ζωή είναι αλλού», Μίλαν Κούντερα!  Ο ενθουσιασμός της ανακάλυψης σχεδόν πληρώνει το κενό του απωλεσθέντος ονείρου. Και, επίσης, «Μίλαν Κούντερα»; Ποιος είναι αυτός ο συγγραφέας που μόλις τότε είχε αρχίσει να μεταφράζεται στην Ελλάδα; Πώς στο καλό δεν ξέρει τίποτα γι’ αυτόν; Τι ήξερε η οπτασία του που δεν ήξερε αυτός;
            Εννοείται πως την επόμενη μέρα θα πάει να αγοράσει το βιβλίο – πόσο σοβαρότερες ασχολίες μπορεί να έχει ένας αιθεροβάμων φοιτητής; -, εννοείται πως θα το ρουφήξει με μεγάλη δίψα και περιέργεια , εννοείται πως επιζητά να κρατήσει αναμμένη τη φωτίτσα του υπεραστικού του έρωτα.
            Εκείνο που δεν ήξερε αγοράζοντας το βιβλίο είναι ότι στον τσέχο συγγραφέα συναντούσε έναν άλλο έρωτα ζωής, που πέρασε χρόνια μαζί του γοητευμένος, συζητώντας ακόρεστα, ανταλλάσσοντας σκέψεις και συναισθήματα, ομορφαίνοντας τη ζωή.
            Φαίνεται πως ο έρωτας ήταν αλλού.

Στον Τώνη, βέβαια, πού αλλού;

Κυριακή, 27 Μαΐου 2018

μην πατάτε το γκαζόν


              
             Διόλου πρωτότυπα. Τα δυο αδέλφια πίνουν καφέ και συζητούν μπροστά στην ανοιχτή μπαλκονόπορτα. Πριν λίγο μια ανοιξιάτικη μπόρα ξέπλυνε το μουντό πέπλο της πόλης, γυάλισε τις επιφάνειες κι άφησε να κρέμονται απ’ τα φύλλα της κορομηλιάς της αυλής μερικές σταγόνες χρυσωμένες από έναν δειλινό ήλιο.
            - ΑδερφούΛι, σκέφτηκες ποτέ να φυτέψεις στον κήπο γκαζόν; ρωτάει ο Δίδυμος προσπαθώντας μετά βίας να κρύψει το πειραχτικό χαμόγελο που σχηματίζεται στο πρόσωπό του.
            - Παλάβωσες;
            - Όχι, αλλά θέλω να σου πω για το γκαζόν. Δεν είχες ποτέ απορία;
            - Έχω απορία τι απορία μπορώ  να έχω!
            - Εσύ, ρε Λάμπρο, δε με συμβούλευες να βλέπουμε κάθε μέρα με καινούργια μάτια, να μην έχουμε τίποτα δεδομένο ανερώτητο, να ψάχνουμε και να δίνουμε νέα νοήματα στα πράγματα και άρα στη ζωή μας;
            - Κι εσύ βρήκες το γκαζόν, για να εφαρμόσεις τη θεωρία.
            - Μπράβο. Κι όχι εγώ, ο φίλος σου ο Harari. Εσύ δε με είχες στείλει να πάρω το βιβλίο;
            Και λέγοντας, βγάζει από το σακίδιό του ένα μαύρο, με σκληρό εξώφυλλο τόμο*.
            - Λοιπόν, το πήρα. Κοίταξε τώρα τι ωραία περνάει από τη σύντομη ιστορία του γκαζόν, για να σου πει ότι τίποτα δεν είναι δεδομένο σ’ αυτό τον κόσμο και ότι η γνώση μπορεί να σ’ οδηγήσει στην ανατροπή και την απελευθέρωση.
            - Δύσκολα σε παρακολουθώ.

            - Ναι. Παρακολούθα, όμως, είναι ενδιαφέρον, παρατηρεί ο Δίδυμος, μισανοίγοντας το μαύρο βιβλίο. Η ιδέα για το γρασίδι, λέει, καλλιεργήθηκε κάπου στο Μεσαίωνα, στα κάστρα των άγγλων και των γάλλων ευγενών. Ωδή στο περιττό, ούτε παράγει τίποτα, ούτε βόσκει τίποτα εκεί. Έτσι, η περιποιημένη έκταση στην είσοδο του κάστρου γίνεται σύντομα σύμβολο κοινωνικής θέσης. Πού αλλού θα το συναντάς σιγά σιγά;
            - Παλάτια;
            - Κι όχι μόνο: Κοινοβούλια, προεδρικές κατοικίες, ανώτατα δικαστήρια.. Ταυτίζεται σιγά σιγά με την πολιτική ισχύ, το κοινωνικό στάτους, τον οικονομικό πλούτο, μέχρι που στην Αμερική μετατρέπεται σε είδος πρώτης ανάγκης της ανερχόμενης αστικής τάξης που διψάει για επίδειξη. Εκατομμύρια οικογένειες το επιθυμούν ή το έχουν μπροστά από το σπίτι τους. Σκέψου: σήμερα το γρασίδι στις ΗΠΑ είναι η πιο διαδεδομένη καλλιέργεια μετά το καλαμπόκι και το σιτάρι! 
            - Κι αν είναι στην Αμερική, δε θέλει πολύ να επεκταθεί παντού, ε;  Λοιπόν, δεν το είχα ποτέ σκεφτεί έτσι.
            - Αμ, τι σου λέω! Το γκαζόν!  Σύμβολο εξουσίας, χρήματος, κύρους! Τώρα, μπορείς να αποφασίσεις με άλλα δεδομένα για το αν θέλεις λίγο γρασιδάκι στην αυλή σου. Τώρα ξέρεις το πολιτιστικό φορτίο που έχει κληροδοτηθεί από δούκες, καπιταλιστές, από εξουσιομανείς και αποφασίζεις αν θες να απελευθερωθείς απ ‘ αυτό ή όχι. Κάπως έτσι πρέπει να μαθαίνεις την Ιστορία στα παιδιά, κύριε Λι μου.
            - Πώς έτσι, Μπούφο;
            - Κάνοντάς τα να καταλάβουν ότι ο καλύτερος λόγος που τη μαθαίνουν είναι για να απελευθερώνονται από το παρελθόν, για να μπορούν να φαντάζονται εναλλακτικά πεπρωμένα, για να υπερβαίνουν το τάχα δεδομένο και αιώνιο του κόσμου αυτού, ενός  κόσμου που  καλά είναι να ξέρουμε ότι διαμορφώνεται από τις σκέψεις μας, τους φόβους μας και τα όνειρά μας. Να τα κάνεις να είναι λίγο περισσότερο ελεύθεροι άνθρωποι, να αισθάνονται δημιουργοί της Ιστορίας.
            Γουλιά γουλιά τον καφέ, γουλιά γουλιά και τις κουβέντες του αδερφού του απολαμβάνει ο κύριος Λι. Σκέφτεται πως πολλές φορές τη ζάχαρη που λείπει από τον καφέ την αναπληρώνουν οι γλυκές του σκέψεις. Και για άλλη μια φορά, εκεί, δίπλα στην ανοιχτή μπαλκονόπορτα που μπάζει την υγρή ανοιξιάτικη δροσούλα, αφήνεται στη στιγμή, απολαμβάνει αυτή τη μοναδική συνάντηση του στιγμιαίου και του αιώνιου που νιώθει και που δεν ξέρει πώς να την περιγράψει.


* Ο Δίδυμος αναφέρεται στο βιβλίο του Yuval Noah Harari Homo Deus, μτφρ. Μ. Λαλιώτης, εκδ. Αλεξάνδρεια, 2017, απ’ όπου δανείζεται και τις ιδέες του για το αθώο γρασίδι.

Κυριακή, 20 Μαΐου 2018

σαν έρωτας περίεργη ζάλη*




            Σε ποιο βιβλιοπωλείο να ήταν ο κύριος Λι, όταν διάβασε το οπισθόφυλλο; 01.1990, σημειώνει  στην πρώτη λευκή σελίδα, πάνω από τη φαρδιαπλατιά υπογραφή του. Άρα, είναι η εποχή που είναι στην Αίγινα, τρίτη χρονιά που διδάσκει στο δημόσιο˙ μάλλον διακοπές χριστουγέννων και έχει κατέβει στην Πρωτοπορία, να σβήσει τη δίψα του ερημίτη για βιβλία.
            Ο τίτλος, «Το φάντασμα του Λεονάρντο», αρχικά θα τον απομάκρυνε, κατατάσσοντας την καινούργια έκδοση στα αστυνομικά, σ’ αυτά, τέλος πάντων, που λιγότερο διάβαζε. Όμως, τα μικρά γραμματάκια στο κάτω μέρος της σελίδας, «σκέψεις και ημέρες ενός φυσικού», τον προκάλεσαν να γυρίσει το βιβλίο, να διαβάσει το οπισθόφυλλο. Ο Αντρέας Ι. Κασέτας ήδη, από το εξώφυλλο του βιβλίου, έπαιζε μαζί του. Διαβάζει:
            « Η πρεμιέρα. Οι μαθητές, ο παπάς και οι δάσκαλοι. Και το νερό που αγιάζεται. Κάθε χρόνο τέτοια μέρα, ο αγιασμός για τον καινούριο Σεπτέμβριο. Μαζί και η τελετουργία των «αλτ» των «προσοχών» και των «αναπαύσεων». Το καλοκαίρι υπάρχει ακόμα. Γύρω μας, μέσα μας. Κι όχι μονάχα σαν λιακάδα πρωινή ή σαν μνήμη πρόσφατη. Υπάρχει μέσα στα κοιτάγματα, προσδιορίζει μέχρι και τη θερμοκρασία στις χειραψίες μας.
            Κλείνω την πόρτα πίσω μου και σκαρφαλώνω στην έδρα, το Φθινόπωρο άρχισε. Ξεκινάω να περιεργάζομαι όλο αυτό το ανθρωποσύνολο, που το λένε Δευτέρα Γυμνασίου, στην αρχή όπως το δάσος που δείχνει πρασινοσυνεχές γιατί δεν έχεις ακόμα πλησιάσει, να μπορέσεις να διακρίνεις ένα ένα τα δέντρα του. Καμιά τριανταριά άνθρωποι στην ηλικία της αναποφασιστικότητας και των ονείρων με τα οποία τρεφόμαστε στη ζωή μας την υπόλοιπη…»
            - Ωχ!  Σιγά. Σιγά γιατί είναι πολλά, μονολογεί.
            Η αντίθεση των αλτ και του καλοκαιριού˙ του καλοκαιριού που δεν υπάρχει μόνο γύρω μας αλλά και μέσα μας. Οι γωνιές που ακουμπάει το καλοκαίρι: τα κοιτάγματα, οι χειραψίες.  Το Φθινόπωρο και ο καινούριος Σεπτέμβριος, έτσι, λαμπροί, με τα κεφαλαία τους. Τα ένα ένα δέντρα του πρασινοσυνεχούς δάσους -  ευθεία παραπομπή για τον κύριο Λι στο μοναδικό τριαντάφυλλο του Μικρού Πρίγκιπα, απόσπασμα που ήδη κάθε « καινούριο Σεπτέμβριο» το έδινε κι ο ίδιος φωτοτυπημένο στους μαθητές του. «Καμιά τριανταριά άνθρωποι»  -  όχι έφηβοι, όχι παιδιά, όχι μαθητές˙ άνθρωποι «στην ηλικία της αναποφασιστικότητας και των ονείρων». Των ονείρων με τα οποία τρεφόμαστε στη ζωή μας την υπόλοιπη…»
            Δε θέλει και πολύ η γοητεία να σε κατακλύσει.. Έφταναν δυο μικρές παράγραφοι, διαβασμένες στα όρθια να του δημιουργήσουν εκείνη την σαν έρωτα περίεργη ζάλη. Αυτή που σε κάνει να φεύγεις από το βιβλιοπωλείο με τη σιγουριά ότι κρατάς κάτι πολύτιμο στα χέρια σου.

            Μ’ αυτή τη σιγουριά κατηφορίζει την Ακαδημίας ο κύριος Λι, λιγότερο κύριος τότε, στα τριάντα του χρόνια. Στοιχειοθετημένος και στοιχειωμένος από μια ακόμη συνάντηση ζωής. Μια απ’  αυτές που ανοίγονται μπροστά στις έκθαμβες αισθήσεις του, ταξίδια και διαβάσματα, μουσικές και ήχοι, λέξεις και δάκρυα, πόθοι που ταΐζει και όνειρα που συντηρεί.
            Και άνθρωποι. Άνθρωποι που τον σημαδεύουν και γίνονται κομμάτια της ύπαρξής του. Άλλες φορές τους γνώριζε και τον γνώριζαν κι αυτοί. Άλλες φορές τους γνώριζε μόνος του. Αυτοί δεν τον ήξεραν. Αυτοί ήταν το έργο τους∙ τα τραγούδια τους, οι πίνακές τους, οι ταινίες τους, τα βιβλία τους. Μικρή διαφορά. Μαζί τους πορευόταν, πορεύεται,  με όλους, υπαρκτούς κι ανύπαρκτους, ζωντανούς και αποχωρήσαντες. Τους βλέπει στιγμές να του κλείνουν το μάτι, στιγμές να μειδιούν, στιγμές να μελαγχολούν, συζητάει μαζί τους, πίνει καφέ. Του σφίγγουν το χέρι και είναι εκεί, παντού. Κι είναι ο πλούτος του.

 Στη Στέλλα, με διπλή αγάπη

Κυριακή, 13 Μαΐου 2018

μια παρτίδα σκάκι να παίξουν



           Υπήρξε και η εποχή που ο Λι παιδάκι ντρεπόταν να περνάει έξω από το συνοικιακό καφενείο. Άντρες μεγάλοι, αυστηροί έμοιαζαν, παντογνώστες βεβαίως και όλοι, όλοι σοβαροί.

            Τα χρόνια πέρασαν, πολλά άλλαξαν, το συνοικιακό καφενείο όχι. Εντάξει˙ άλλοι μεγάλοι άντρες τώρα. Άλλοι αλλά ίδιοι. Αυστηροί, βλοσυροί, επικριτικοί, βαρείς. Προσηλωμένοι στην τηλεόραση, έχει  μπάλα και σήμερα. Κι όταν περνώντας απέξω ο Λι άκουσε φωνές και σχημάτισε έκφραση ανήσυχης απορίας, «μπα, μην ανησυχείτε, για το παιχνίδι τσακώνονται, κάθε μέρα έτσι κάνουν», τον καθησύχασε μια περαστική κυρία.
            «Για το παιχνίδι», μονολογεί ο Λι. «Αυτοί οι μπαμπούλες της παιδικής μου ηλικίας παίζουν. Παίζουν συνέχεια. Παίζουν χαρτιά, παίζουν ποδόσφαιρο ή βλέπουν τους άλλους που παίζουν, παίζουν τάβλι, παίζουν στοίχημα, λόττο, προπό, ξυστό, παίζουν κοντσίνα και ξερή, παίζουν, παιδική χαρά το καφενείο. Κι ωστόσο μάλλον δεν το ξέρουν. Παραμένουν αυστηροί, βλοσυροί, βαρείς και παίζουν. Και είναι σοβαροί».

            Ο κύριος Λι ποτέ δεν κατάφερε να εκτιμήσει τους σοβαρούς ενηλίκους.  Αυτούς που δεν αστειεύονται˙ που συζητάνε σοβαρά και ανταλλάσσουν περισπούδαστες απόψεις για περισπούδαστα θέματα˙ που αδυνατούν να ζήσουν με χιούμορ κι έχουν μια ανάλογη συμπεριφορά. Με το ζόρι αντέχει την άχαρη και πληκτική εφηβική σοβαροφάνεια κι αυτό γιατί είναι της φύσης πράμα. Ωστόσο η σοβαροφάνοια των ενηλίκων του είναι αξεπέραστη. Πόσο σοβαρός μπορεί να είναι κάποιος που δεν μπορεί να είναι αστείος;

            Kι ύστερα .. δεν καταλαβαίνει: γιατί βιάστηκαν να πούνε ότι άφησαν πίσω την παιδική ηλικία και το παιχνίδι; Μήπως δεν εξακολουθούν να παίζουν μέχρι τα βαθιά γεράματα; Ποια ρετσινιά βιάστηκαν να καθαρίσουν από πάνω τους; Ποιες ιδεολογίες, ποια στερεότυπα, ποια εκπαίδευση, ποιες κοινωνικές επιταγές, ποιοι κανόνες έπεσαν με λύσσα πάνω τους, κάνοντάς τους αγνώριστους, ξερριζώνοντας την παιδική χαρά τους;
           Και τότε πόσο λάθος ήταν ο ίδιος όταν έπαιρνε απόφαση ζωής να παίζει δουλεύοντας, να παίζει χτίζοντας σχέσεις, ακόμα και στις σοβαρές συζητήσεις να παίζει, όχι για να προκαλεί, ποιο το νόημα, αλλά για την ίδια τη χαρά του παιχνιδιού και την απομυθοποίηση των σοβαροφανών ανθρώπινων κατασκευών;
          Σ’ αυτά τα παιχνίδια του μυαλού χαμένος ο Λι ξεχάστηκε, ούτε που κατάλαβε πώς πέρασε η ώρα, ούτε που θυμήθηκε πως τον περίμενε ο Δίδυμος μια παρτίδα σκάκι να παίξουν.

Κυριακή, 6 Μαΐου 2018

ανεμόμυλοι




            Το νυχτερινό ταξίδι επιστροφής από το Βερολίνο είναι, για τον κύριο Λι και τη Μικρή του Φίλη, όπως όλα τα ταξίδια επιστροφής: πιο σιωπηλό. Ο θησαυρός του ξυπνήματος των αισθήσεων, των εικόνων, των εντυπώσεων, των στιγμών, με ένα γλυκό και ήρεμο τρόπο ταξινομείται μέσα του, πιάνει τη μικρή του γωνιά στη μνήμη, ενώ, όσο το αεροπλάνο καταπίνει τα μίλια, η σκιά της καθημερινότητας που καραδοκεί μεγαλώνει απειλητικά.
            Τη γνωρίζει καλά αυτή την πάλη της επιστροφής ο Λι, την ώρα που σα να αγωνίζεται, ματαίως αλλά και επιμόνος, το όνειρο να τρυπώσει στην πραγματικότητα. Δε θλίβεται˙ αρκείται στο χάδι που του προσφέρει το ταξίδι του, που τούτη την ώρα μετατρέπεται σιγά σιγά σε ανάμνηση, σε αγαπημένη αίσθησι που θα επιστρέφει και θα τον παίρνει..
            Το χρειάζεται το χάδι αυτό˙ γιατί ξέρει πως μπροστά του είναι δρόμοι συχνά δύσβατοι και αφιλόξενοι. Και χρειάζεσαι καταφύγια τρυφερότητας, όταν παλεύεις να είσαι ειλικρινής με τον εαυτό σου, όταν κοιτάζεις την πραγματικότητα κατάματα, μ’ όση δειλία κι αν έχουν τα μάτια σου. Μια δειλία που συνήθως σε σπρώχνει να μετασχηματίζεις την αλήθεια σε κάτι άλλο, για να μπορείς να την αντέχεις. Όπως και η Νόρα, στο βιβλίο της Hannah Kent «Οι καλοί» (μτφρ. Μαρία Αγγελίδου, εκδ. Ίκαρος, 2017). Το βιβλίο που είχε μαζί του στο ταξίδι ο Λι και που τώρα το ανοίγει για να ξαναδεί το απόσπασμα.
            Αρχές του 19ου αιώνα, ιρλανδική ύπαιθρος. Η Νόρα χάνει μέσα στην ίδια χρονιά τον άντρα της και την κόρη της. Στο σπίτι της πια μόνο το πένθος και αυτή. Και ο τετράχρονος εγγονός της. Που όμως δεν περπατάει, δε μιλάει, αρρωσταίνει συνέχεια, βασανίζεται και τη βασανίζει. Βαρύ το φορτίο της, ασήκωτο. Και πείθεται η Νόρα από τη γριά Νανς, που ξέρει τα στοιχειά και τα βοτάνια, τα μαντζούνια και τα ξωτικά, που έχει τη γνώση του υπερβατικού, πείθεται η Νόρα, γιατί έχει ανάγκη να πειστεί, γιατί είναι ασήκωτο να μην πειστεί, πείθεται ότι το σωματικά και διανοητικά ανάπηρο παιδί στο σπίτι της δεν είναι  ο εγγονός της, αλλά ένα ξωτικό που, αν το ξεφορτωθεί, το εγγονάκι θα γυρίσει πίσω:
«          - Κι εσύ, κυρία Λίχι, που μέχρι τώρα έζησες τίμια και σωστά, την πίστεψες αυτή τη γυναίκα, όταν σου είπε ότι ο παραλυτικός εγγονός σου ήταν ξωτικό;
            - Παραλυτικός;
            - Που δεν μπορούσε να περπατήσει.
            Η Νόρα σκούπισε τα δακρυσμένα της μάτια με το σάλι της.
            - Τι θα πει αυτή η λέξη; Πώς τη λένε;
            - Παραλυτικός. Τη λένε οι γιατροί για να περιγράψουν παιδιά σαν το δικό σου εγγόνι, που δεν μπορούν να κουνήσουν τα πόδια τους ή τα χέρια τους ή τίποτα. Είναι μια αρρώστια γνωστή, κυρία Λίχι. Η αρρώστια της ακινησίας. Ο ιατροδικαστής και οι βοηθοί του είπαν πως αυτήν την αρρώστια είχε ο Μίχολ.
            - Όχι. Δεν ήταν αρρώστια. Δεν ήταν ο Μίχολ.
            - Ήταν, κυρία Λίχι. Ο άντρας έγειρε απότομα προς τα εμπρός. “ Κι όλες αυτές οι κουβέντες, τα λόγια για τις νεράιδες. Οι άνθρωποι είναι έτοιμοι να πιστέψουν ό,τι να ’ναι, για να μην αναγκαστούν να δουν την αλήθεια». (σελ. 405-6).

            «Χρειάζεται άσκηση η κατά μέτωπο αντιμετώπιση της αλήθειας», σκέφτεται ο κύριος Λι. «Επίπονη και επίμονη άσκηση».
             Και γαληνεμένος από τη χαϊδευτική επίδραση του ταξιδιού και της ώρας, στρέφει το πρόσωπό του να δει τη Μικρή του Φίλη. Καθώς τη βλέπει ακίνητη και φορώντας τη μάσκα ύπνου της, χαμογελάει στη σκέψη ότι να, τώρα στήνει με τη φαντασία της έναν ολόκληρο κόσμο, επιχειρώντας να αποδράσει από την πραγματικότητα του φόβου που σημαίνει η προσγείωση γι’ αυτήν. Τον συγκινεί αυτή η ανθρώπινη ιδιότητα και ξέρει πως, όσο κι αν κάνει το θηρίο, υπάγεται και αυτός  σ’ αυτή.

Κυριακή, 29 Απριλίου 2018

λόγια του αέρα




            Το μικρό κι ασήμαντο που ανοίγει διάπλατο το παράθυρο στη ζωή είχε συναντήσει κάποτε ο κύριος Λι και στο Ζορμπά του Καζαντζάκη. Μετά από την περίοδο που έζησαν μαζί οι δυο ήρωες του έργου, ο συγγραφέας και ο Ζορμπάς, παίρνουν ο καθένας το δρόμο του. Περνάει καιρός χωρίς να επικοινωνούν. Και μια μέρα, στο Βερολίνο, ο συγγραφέας λαμβάνει ένα τηλεγράφημα  απ’ τον Ζορμπά: «Εύρον πρασίνην πέτραν ωραιοτάτην˙ ελθέ αμέσως. Ζορμπάς».
           Το θυμάται τώρα που πετάει με τη Μικρή του Φίλη ο κύριος Λι για Βερολίνο. Φοβάται πολύ τ’ αεροπλάνα η Μικρή Φίλη, τα απολαμβάνει ο Λι. Την πειράζει, για να διασκεδάσει τους φόβους της:
          - Ξέρεις πώς κλίνεται η πτήση, ρωτάει.
          -Εκείνη καταλαβαίνει τις προθέσεις του κι απλώς καταφέρνει να του χαρίσει ένα, μάλλον μισό, χαμόγελο.
          - Η πτήση .. της πτώσης.., κάνει πως κλίνει ο Λι και ξεκαρδίζεται στα γέλια.
          Τρώει μία με το διαφημιστικό στο κεφάλι και γελάει ακόμα περισσότερο.
          Η Μικρή Φίλη αποφασίζει να τον αντιμετωπίσει. Του εξηγεί:
          - Ξέρεις γιατί γελάς; Γελάς γιατί δεν πιστεύεις ότι θα σου συμβεί εσένα η πτώση. Γιατί την  αποδιώχνεις αυτή τη σκέψη.
          Την κοιτούσε χαμογελαστός ακόμα, ωστόσο όλο και πιο συγκεντρωμένος.
          - Για συνέχισε, να δω πού το πας.
          - Συνεχίζω, αλλά δε θα με διακόψεις κατά την προσφιλή σου συνήθεια.
          - Ω, όχι, θα σ’ αφήσω να μιλάς κι εγώ θα απολαμβάνω την πτώσ .. ε.. την πτήση μας, είπε και γύρισε ελαφρά προς το παράθυρο που ανοιγόταν στο άπειρο του ουρανού. «Λοιπόν, τι θα έλεγες;»
          - Άκουσε, Λάμπρο, σοβαρά τώρα. Τη φοβούνται όλοι την πτώση. Την τρέμουν. Τη φοβόμαστε τόσο που δεν την πιστεύουμε. Υιοθετούμε ρουτίνες που μας αρέσει να ξεγελιόμαστε πως θα κρατήσουν για πάντα˙ το ευμετάβλητο των πραγμάτων είναι για τους άλλους˙ παριστάνουμε πως μας ανήκει δικαιωματικά η αδιατάρακτη συνέχεια, πως τίποτα δε θα γκρεμίσει την ισορροπία μας˙ σφυρίζουμε ανέμελοι  στο πεδίο της μάχης -  κι ας σκάνε οι οβίδες δίπλα μας, ας παρακολουθούμε τις αιφνίδιες πτώσεις εχθρών και φίλων˙ αποδιώχνουμε κάθε δυσοίωνη σκέψη, ούτε καν τα ονόματα των πραγμάτων δεν προφέρουμε, λες κι αν δεν τα προφέρουμε δε θα συμβαίνουν: «έφυγε», δεν πέθανε, «η κακιά αρρώστια», όχι ο καρκίνος˙ κι απ’  την άλλη: « τον πρόδωσε η καρδιά του» -  λες και είχε συνάψει συμφωνία πως θα χτυπούσε εσαεί, εις τους αιώνας των αιώνων.
          - Τελικά τα κατάφερες. Σοβαρέψαμε.
          Του χάρισε το δεύτερο χαμόγελο της πτήσης. Πιο ζεστό απ’ αυτό που μοίραζε αργότερα η αεροσυνοδός περνώντας να ελέγξει αν είχαν βάλει όλοι τις ζώνες για την προσγείωση.
          - Βλέπεις, απευθύνθηκε στη Μικρή του Φίλη, ασφαλίζοντας και τη δική του. Ζώνες, σωσσίβια, αλεξίπτωτα, φρένα, συστήματα ελέγχου.. Αγωνίζεται ο καημένος ο άνθρωπος ενάντια στην πτώση. Κάνει ό,τι μπορεί.
          -Ναι. Ξέροντας ότι δεν μπορεί, όμως. Και γι’ αυτό είναι σπουδαίος! Δεν έχω δίκιο, κύριε Λι μου;
          - Πφ! Λόγια του αέρα!
          - Καλά, καλά. Κράτα μου το χέρι τώρα˙ φοβάμαι πολύ την προσγείωση.
          Δυο άνθρωποι στον αέρα, πιασμένοι απ’ το χέρι. Αυτός ο κόσμος έχει μια απέραντη γλύκα, σκέφτεται ο κύριος Λι.