Κυριακή, 24 Μαρτίου 2019

ο άνθρωπος πίσω από



             Περπατούσαν στο λιμάνι της Αίγινας. Ο νεαρός τότε Λάμπρος κι ο κυρ Γιάννης. Τριάντα χρόνια και τους χώριζαν, αλλά τις κάπου κάπου βόλτες τους τις απολάμβαναν το ίδιο και οι δυο. Χαϊδευτικός ήλιος στις πλάτες, μάκραινε τις σκιές τους που χάιδευαν κι αυτές τις δέστρες, τους κάβους, το τσιμέντο της προκυμαίας. Καλοσύνη στο λιμάνι.
            Ποιος να θυμάται τώρα τι συζητούσαν. Το σίγουρο είναι ότι κάποια στιγμή ο κυρ Γιάννης χρειάστηκε ένα παράδειγμα. Και το βρήκε εκεί που έπεφτε το μάτι του. Σε μια μικρή ψαρόβαρκα.
            « Να, δες αυτόν το σκαρμό».
            «Τον ποιον;»
            Κατάλαβε ο κυρ Γιάννης πως ο νεαρός του φίλος δεν ήξερε ούτε καν τη λέξη και
            «Να, εκεί, εκείνο το ξυλαράκι που βλέπεις στη βάρκα, εκεί που πιάνει το κουπί»
            «Ε, ναι. Τι;»
            « Είδες; Καλά καλά δεν τον πιάνει το μάτι˙ δε θα τον προσέξει κανείς. Δες τον, όμως. Για να φτάσει εδώ πέρασε από τόση σκέψη, τόση έρευνα, έγνοια, φροντίδα˙ είναι το αποτέλεσμά τους. Ποιο ξύλο είναι έτσι γερό, που να κρατάει κόντρα στο κουπί και να μη σπάει; Που να αντέχει στο νερό και ταυτόχρονα να είναι μαλακό για να μην τρίζει, να σκαλίζεται; Τι μήκος, για να είναι στέρεο το κουπί; Πού, πώς θα στηρίζεται στο σκάφος;»
            «Αλήθεια, πώς στηρίζεται;»
            «Δε βλέπεις; Έχει μια τρύπα η κουπαστή και .. κουπώνει», είπε ο κυρ Γιάννης χαμογελώντας   για το λογοπαίγνιο που του προέκυψε. «Αλλά για να μπαίνει λίγο και να μπορεί να εφαρμόζει,  έφτιαξαν το σκαρμό κυλινδρικό και του δώσαν και μία μικρή ένταση, δηλαδή τον έκαναν κάτω πιο στενό και προς τα πάνω φαρδύτερο. Και μετά έρχεται η κατασκευή, τα εργαλεία, το ανθρώπινο μάτι και χέρι, τα φινιρίσματα και να ο σκαρμός. Ο σκαρμός που κανείς δε θα προσέξει έχει πολλή ανθρώπινη φροντίδα πάνω του. Όπως ..»
            « .. όπως τα πάντα, κυρ Γιάννη, ε;»
            «Ναι, ναι. Τον βλέπεις και πίσω απ’ αυτόν μπορείς να δεις  τον άνθρωπο που τον σκέφτηκε, που τον σχεδίασε, που τον έφτιαξε. Πόσο αγαπησιάρικα γίνονται όλα έτσι, Λάμπρο!»
            Κάπου εκεί, στην όλο και πιο βαθιά πορτοκαλί τους βόλτα στην προκυμαία, ο Λάμπρος ένιωσε, από ένα ξυλαράκι τοσοδά,  πώς γεννιέται η αγάπη για τα πράγματα και τους ανθρώπους, αξεδιάλυτη κατεύθυνση, αξεδιάλυτη αγάπη, ένας ο τρόπος να ακουμπάς το μάτι σου  γύρω σου και να ανασαίνεις τον κόσμο, ένας ο κόσμος.

Κυριακή, 17 Μαρτίου 2019

she is black

             Στο ημερολόγιο τάξης που χρόνια κρατούσε ο κύριος Λι είχε μια ενότητα που την ονόμαζε «φωτογραφίες». Εκεί, σημειωμένα στιγμιότυπα από την καθημερινή διαδικασία στην τάξη. Για κάποιο λόγο κάθε φορά. Ή και χωρίς λόγο. Ή μάλλον για τον πιθανώς σπουδαιότερο λόγο δεν-ξέρω-γιατί.
            Τώρα, φυλλογυρίζοντας το ημερολόγιo, έχει πέσει το μάτι του στην καταγραφή μιας Πέμπτης, 8 Μαρτίου. Μέρα της γυναίκας, μάθημα έκθεσης, τα γόνιμα ζωηρά παιδάκια του τού Β1. Έχουν απόψεις και τσακώνονται γι’ αυτές. Έχουν ζωή. Πόση ευκολία για τον κύριο Λι να ανάψει τα φυτιλάκια σ’ αυτό το τμήμα!
            Θα τον βοηθήσει στο άναμμα ο κύριος Umberto Eco, καθώς από το «Η σημειολογία της καθημερινής ζωής» του ο κύριος Λι διαβάζει το απόσπασμα: «Την εποχή των διαστημικών επιτυχιών κυκλοφορούσε στις Ενωμένες Πολιτείες ένα ανέκδοτο που έλεγε ότι ο πάπας Παύλος  υποδέχτηκε τους αστροναύτες και τους ρώτησε αν στη διάρκεια του ταξιδιού τους συναντήσανε το Θεό και πώς ήταν. Η απάντηση: «Yes. She is black»*».
            Τι έγινε το φυτίλι; Γιατί δεν ακούστηκε το μπαμ;
            Ααα, μη βιαζόμαστε. Στη σιωπή που ακολουθεί και καθώς ο Λι κοιτάζει στα μάτια τα παιδιά, κάποια πρώτα χαμόγελα αρχίζουν να σκάνε, κάποιο πρώτο «ααα!», ψίθυροι για επεξηγήσεις, σταδιακά περισσότερα χαμόγελα, τώρα  γέλια και επικροτήσεις.
            Ήταν αργής καύσης το φυτίλι.

            Δούλεψε, όμως. Και τώρα η τάξη ανακαλύπτει, κάτω απ’ το μανδύα της γλώσσας, τον ανδροκρατούμενο χαρακτήρα των κοινωνιών. Μπορεί κανένας να μην είδε το Θεό, αλλά στη συνείδηση όλων είναι καταχωρημένος με το αρσενικό του φυσικό του γένος.  Γέρος, ασπρομάλλης και σοφός. Και πάντως όχι γυναίκα, ούτε και μαύρη.. Ακόμα κι αν σε κάποια γλώσσα η λέξη που αποδίδει τη σημασία του δεν έχει γραμματικό γένος (π.χ: God), ακόμα κι εκεί Κύριος αποκαλείται και Πατέρας (Lord) και Βασιλεύς ορατών τε πάντων και αοράτων..
            Ζει στην ξηρασία το Β1, διψάνε τα παιδιά, υπάρχει άλλο παράδειγμα, κύριε;
Και είπεν ο κύριος. Ο άνθρωπος. Ο άνθρωπος κι ο άντρας. Πόσες γλώσσες ταυτίζουν τις δύο έννοιες σε μία λέξη; Man, λοιπόν, και homme και hombre και uomo, «κύριε, στην Τουρκία τον λένε adam, το ξέρω απ’  τη γιαγιά μου», «ποιον;», «και τον άνθρωπο και τον άντρα».
            Πήραμε φόρα; Μόλις στην αρχή είμαστε. Ακόμα και στη γραμματική το αρσενικό γένος υπερισχύει, εξουσιάζει. «Η Ελπίδα κι ο Γιώργος είναι καλοί μαθητές» - όχι μαθήτριες. Ένας άντρας και μια γυναίκα είναι πολύ καλοί – όχι καλές. Δείτε ακόμα: Μερικών ρημάτων το γένος του Υποκείμενου το ξέρουμε από πριν: «Βοηθάει στις δουλειές του σπιτιού». Ποιος; Ε, αρσενικό θα είναι, αφού η γυναίκα δε βοηθάει˙ η γυναίκα κάνει τις δουλειές του σπιτιού.
            Πάνε βαθιά οι ρίζες των λέξεων, φωλιάζουν βαθιά μέσα μας. Συνυφαίνονται με τη σκέψη μας, είναι η σκέψη μας, είμαστε εμείς. Κι είναι προδότρες αμείλικτες, καθρεφτάκια του μυαλού μας, οι άτιμες.
            Η  Μυρσίνη συνοψίζει. «Να σταθούμε απέναντι στον καθρέφτη των λέξεων και να κοιτάξουμε τον εαυτό μας, δηλαδή, ε;»
            Ο Γιώργος, αρσενικό σε άβολη θέση, αποκαθιστά την τάξη στην τάξη: «Είχες δεν είχες, εσύ στον καθρέφτη κατέληξες πάλι, ε; Γυναίκες!», διαπιστώνει  με προσποιητή απόγνωση, κουνώντας δεξιά αριστερά το κεφάλι και αναζητώντας ματαίως με το εναγώνιο βλέμμα του υποστήριξη από το δάσκαλό του.

* (Umberto Eco, Η σημειολογία στην καθημερινή ζωή, εκδ. Μάλλιαρης, 1992, σελ. 15-16)

Κυριακή, 10 Μαρτίου 2019

μετα-μόρφωση

              Ο κύριος Λι θυμάται τον πολύ  νεαρό Λι. ( Θυμάται;) Θυμάται ένα παιδί με τολμηρή και ρομαντική  φαντασία, με καλές προθέσεις και γι’ αυτό αφέλεια, με έντονες επιθυμίες αλλά και άτολμο, μείγμα που τον οδηγούσε σε μία υπερβάλλουσα κοινωνικότητα, τέτοια που να σκεπάζει τα μη εν δήμω. Σα να λέμε: σφύριζε αδιάφορα γιατί δεν ήταν αδιάφορος.
Περίπτωση λουκουμάκι για τους ψυχολόγους, ο δικός μας.
            Μια μέρα του μετέφεραν ένα διάλογο.
            «Τον ξέρεις τον Λάμπρο εσύ;», ρώτησαν.
            «Τι, δεν τον ξέρεις; Α! Είναι ωραίος, ντελίριος τύπος!», απάντησε ο Βασίλης.
            Φούσκωσε κάπως το στήθος του Λαμπρούκου μας η παρατήρηση του Βασίλη. Χαίρεσαι να σε θεωρούν ωραίο τύπο, αλλά και «ντελίριο». Είδε για λίγο τον εαυτό του με τα μάτια του Βασίλη, ναι, θα μπορούσε, είχε δίκιο ο Βασίλης, μπορώ να το δω αυτό που βλέπει, σκέφτηκε.
            Και μετά από χρόνια, σε μια συνάντηση φίλων που ήταν κι ο Βασίλης εκεί, τσάκωσε ο Λι τον εαυτό του να παίζει το ρόλο του ντελίριου τύπου. Υπερενεργητικότητα, ατάκες, σχόλια, γέλια, ακόμα και την κιθάρα  έπιασε και παρέσυρε την ομήγυρη σε τραγούδια. Και όταν το έλεγξε λίγο πιο προσεκτικά, δεν τον τσάκωσε μόνο εκείνη τη βραδιά. Συνειδητοποίησε ότι όλον εκείνο τον καιρό έπαιζε το ρόλο που του είχε ράψει στα μέτρα του ο  Βασίλης και ίσως κι άλλοι. Κι ακόμα περισσότερο˙ άνοιξε τα στραβά του και κατάλαβε ότι δεν ήταν κι ο μόνος που το έκανε αυτό. Έκπληκτος έβλεπε τη δύναμη που ασκεί η ματιά των άλλων πάνω μας. Έτσι είμαστε, αν έτσι νομίζετε.
            Τουλάχιστον κατάφερε αυτή την έκπληξη να τη μετατρέψει σε μαγικό ραβδάκι, να τη μεταπλάσει δημιουργικά, να την κάνει αποτελεσματικό εργαλείο στη δουλειά του στο σχολείο. Απλό. Έδινε ρόλους στα παιδιά. Πρόσωπα καινούρια. Ρόλους που τους είχαν ανάγκη. Ρόλους που τα μεταμφίεζαν και που ανέσυραν από τα ορυχεία τους διαμάντια κρυμμένα ως τότε. Μάσκες. Αλλά όχι κρυπτικές. Μάσκες φωτογόνες, μάσκες αποκάλυψης και αποκατάστασης.
            Τι κάνει ο παραβατικός, ο παρασιτικός μαθητής, όταν τον επιλέγεις και αποκτάει πρωταγωνιστικό ρόλο στο θεατρικό που ανεβάζουμε; Θεαματικότερα του αναμενομένου τα αποτελέσματα και για τον ίδιο τον Λι. Η συνεργατικότητα, η πειθαρχία, η φιλική διάθεση, η συμμόρφωση σε κανόνες, η διαλλακτικότητα, νάτα, εκεί, υπήρχαν στα έγκατα και τώρα λάμπουν εκεί μπροστά μας, δι’ εαυτόν και αλλήλους. Είμαι; Ρωτάει με αγωνία και αβεβαιότητα ο μαθητής μας. Είσαι, του απαντάει η καινούρια του πραγματικότητα, ο νέος του ρόλος. Έτσι που το «έτσι είμαι, αν έτσι νομίζετε» έχει μεταμορφωθεί κιόλας σε ένα υποβολέα που ψιθυρίζει αποφασισμένα «έτσι είμαι, γιατί έτσι νομίζω ότι θέλω να είμαι».
           ( Μεγάλωσε και δούλεψε κάποια πράγματα ο κύριος Λι. Χωρίς αυτό  να σημαίνει ότι δεν αποτελεί ακόμη περίπτωση λουκουμάκι για τους ψυχολόγους. Τώρα κι αν.)

Κυριακή, 3 Μαρτίου 2019

αστείος αστός



            Αν έβλεπες μόνο τη γαλήνια εικόνα, θα γελιόσουνα: Ένας άνθρωπος, ο κύριος Λι είναι, μόνος  στη βεράντα ενός αγροτόσπιτου στο  νησί, την ώρα που τα χρώματα του τοπίου βαθαίνουν απ’ τις τελευταίες ακτίνες του ήλιου. Ρεμβάζει, λες, απολαμβάνει το μεγαλείο της φύσης.
            Και εν μέρει είναι έτσι.
             Όμως μέσα του βράζει. Παλεύει με τον εαυτό του.
            Ήρθε χτες στο νησί, μετά από δέκα χρόνια, να δει μέρη και ανθρώπους που γνώρισε όσο δούλευε εκεί. Και σήμερα επισκέφτηκε τον Παναγή, περισσότερο γνωστό και ως «ο Κάγκουρας». Καπάτσος άνθρωπος ο Κάγκουρας, δυναμικός, φωνακλάς, δουλευταράς και ανοιχτόκαρδος, βαθιά του χαρά κι ικανοποίηση να δίνει – όχι να παίρνει – συμβουλές.
            Δεν προλάβανε καλά καλά ν’ αγκαλιαστούνε, - «δάσκαλε!», «ρε μπαγάσα, μαύρη πέτρα έρριξες» και «έχω φτιάξει ένα κρασάκι διαμάντι, κάτσε να σου βάλω»,  - δεν προλάβανε να καθίσουν στις καρέκλες της βεράντας και μέσα από το μάρσιπο της φόρμας του χτύπησε το κινητό του, το σήκωσε, είπε πεντέξι ναι, ένα «και δεν παίρνει μπροστά;» και ένα «κάτσε, έρχομαι». Μετά, στον Λι, «Δάσκαλε, κάτσε, πιες το κρασάκι σου, θα πεταχτώ μέχρι το μαλάκα το Σωτηράκη. Δεν ξέρει να βάζει μπροστά τη φρέζα, ο άχρηστος. Έρχομαι».
            Και μην τον είδατε, τον Παναή.
            Και τώρα, κοντεύει ώρα που κάθεται μόνος στη βεράντα ο Λι, μέσα στο μεγαλείο της φύσης και της αγένειας του Κάγκουρα. Και αισθάνεται προδομένος απ’ τα πράγματα, γιατί μόλις προχτές, το βράδυ πριν ταξιδέψει, κουβέντιαζε γι’ αυτά με τη φίλη του την Άννα και –χαλαρά αλλά- τα υποστήριζε. Είχε θεωρήσει ανάγκη του να αντικρούσει τις σκληρές της απόψεις για το χωριό και τους ανθρώπους του.
            Που έλεγε πως μαζί με τα ζαρζαβατικά εκεί φύονται και η κακεντρέχεια και το κουτσομπολιό και η δυσπιστία, η κατεργαριά, η πονηριά, ακόμα κι η κακοποίηση. Πως η ανυπαρξία πολιτισμού, «θέατρα, κινηματογράφοι, εκθέσεις, μουσική, πανεπιστήμια, η άμεση, τέλος πάντων, επαφή με ανθρώπους που έχουν να σου δώσουν, να σου ανοίξουν τα μάτια», η ανυπαρξία όλων αυτών κρατάει τους ανθρώπους μακριά απ’  αυτό που θα θέλαμε να είναι ο άνθρωπος. Πως δημιουργεί κοντόφθαλμους, ομφαλοσκόπους εγωιστές.
            -- Κι αν δε σε πείθω εγώ, Λάμπρο, ρώτα τις λέξεις σου, που τόσο αγαπάς.  Οι λέξεις, Λάμπρο, καθιερώνονται από το συλλογικό ασυνείδητο, τα ξέρεις αυτά καλύτερα από μένα.  Το άστυ παράγει το αστείο, το αστείο είναι της πόλης, και ο αγρός παράγει αγροίκους.
            -- Μα, υπάρχουν και στις πόλεις αγροίκοι.
            -- Υπάρχουν, βέβαια. Αλλά , όπως βλέπεις, δανείζονται το όνομά τους από μια πραγματικότητα που δεν μπορούμε να αγνοούμε. Τι να κάνουμε, δεν το επιβάλλουμε εμείς. Είναι άγρια η ζωή στους αγρούς, δε σηκώνει πολλή καλή διάθεση (humor) και αστειάκια. Το comme il faut σου είναι πολύ αδύναμο εκεί. Ο καθωσπρεπισμός κι οι αστικοί κανόνες συμπεριφοράς περίπου terra incognita. Εκεί η ζωή είναι πιο αληθινή, αφτιασίδωτη, όμως  μη γελιέσαι: η αλήθεια είναι άγρια. Κι αυτό που ονομάζεις  πολιτισμό, αυτό που πολεμάει την αγριάδα, κι αυτό της πόλης παιδί δεν είναι; Πόλη – πολιτισμός.

            Τα ήξερε αυτά ο κύριος Λι, δεν είναι ότι δεν τα ήξερε. Και τα έζησε και στο χωριό τα χρόνια  που δούλευε εκεί. Ήθελε, όμως, να μην ακυρώνει την ωραιοποιητική του τάση. Να μην πάψει να φωτίζει την άλλη πλευρά. Και αδύναμα επιχειρηματολογούσε στη φίλη του για το μόχθο των ανθρώπων της υπαίθρου, για κοινωνικές αδικίες, για τα καλομαθημένα μάτια τους που δεν μπορούσαν να αποκωδικοποιήσουν εύστοχα τις αντιδράσεις των ανθρώπων του χωριού, για την προσποίηση  που περιλαμβάνει ο αστικός κώδικας και τη διαστροφική πλευρά του πολιτισμού, άρα και για το πηγαίο των ανθρώπων της υπαίθρου.
            « Έχεις μια αφέλεια, Λαμπρούκο», του δήλωσε η Άννα χαμογελώντας και αποχαιρετώντας τον, «αλλά δεν πειράζει, γιατί μάλλον αποτελεί στοιχείο της γοητείας σου. Καλό ταξίδι, αστείε αστέ».
            Και τώρα νάτος στη βεράντα, δίπλα στο πλαστικό πρώην μπουκάλι νερού  που πλέον έχει το κρασί διαμάντι του άφαντου Παναή, νάτος στην πιο γλυκιά ώρα της ημέρας, στο μέσο των αγρών και του εκνευρισμού του, τι να κάνω τώρα, να σηκωθώ να φύγω ή να περιμένω σαν τον ηλίθιο να φτιάξει ο Κάγκουρας τη φρέζα του άχρηστου Σωτηράκη;
            Ο ήλιος, πάντως, ό,τι είχε να κάνει το έκανε. Τώρα κιόλας βυθιζόταν πίσω από τη ράχη της Μέλισσας, προσφέροντας ίσως τη δική του συμβουλή. 


οι φωτογραφίες είναι του Γιάννη Μάνεση

ΥΓ1. Η αφορμή για τις σκέψεις της Άννας προέρχεται από τις σκέψεις της Εύας, στο μυθιστόρημα του Έκτορ Αμπάδ Φασιολίνσε "Ο χαμένος παράδεισος", μτφρ. Τιτίνα Σπερελάκη, εκδ. Πατάκη, 2018 (σελ. 348-349)

ΥΓ2. Το πρώτο σχόλιο γι' αυτό το κείμενο γράφτηκε, στην ουσία, προτού το κείμενο αναρτηθεί (!) και περιγράφει τη ζωή στο χωριό από μια άλλη οπτική γωνία. Από την Όλγα, το .. φιρίκι. Μπορείτε να το δείτε εδώ

Κυριακή, 24 Φεβρουαρίου 2019

ακούει κανείς;


            Κατηφόριζαν την Πανεπιστημίου τα δυο αδέρφια, μετά την παρουσίαση του βιβλίου του φίλου τους του Φώτη, τα μαγαζιά ανοιχτά ακόμα, κόσμος αρκετός.
            Γι’ αυτόν τον κόσμο των λεωφόρων άρχισαν να φλυαρούν, κάτι για πολύβουη ερημιά, για πόσες ιστορίες δίπλα δίπλα και μαζεμένες, για αλληλοδιασταυρούμενες μοναξιές, για
            «Μιχάλη!» Ακινητοποιημένη μια μοναξιά κοίταζε τον Δίδυμο με έκπληξη, απορία και ετοιμότητα αναδρομής. Με τον κύριο Λι καθάρισε γρήγορα με ένα χαμόγελο, αναζητώντας ίσως συμμαχίες και αποδοχή σ’ αυτή τη μίνι και έκτακτη συνεδρίαση πεζοδρομίου: «πρέπει να είσαι ο Λάμπρος, ε, μάλλον δε θα με θυμάσαι, μια εποχή κάναμε πολλή παρέα με τον αδερφό σου˙ Λία».
            Κρέμασε ο κύριος Λι υπομονετικά το χαμόγελο του δεύτερου ρόλου, όσην ώρα κράτησε η πτήση στο παρελθόν, χαιρετήθηκαν, φιλήθηκαν κιόλας, χώρισαν με τις συνήθεις αλληλοϋποσχέσεις.
            Η Λία. Περασμένα μεγαλεία.
            «Πολύ θερμό σε είδα, αδερφέ. Μα δεν είχατε ψυχραθεί κάποτε εσείς;»
            «Πάνε χρόνια πολλά, Λάμπρο. Ατονούν αυτά. Αν δεν τη σγαρλίζεις, η φωτιά σβήνει. Άλλωστε, πέρα από εκείνο το περιστατικό με τη φιλοξενία που μας έκανε να ψυχραθούμε, η Λία ήτανε πολύ εντάξει.»
            «Ποιο περιστατικό;» 
            « Στο νησί, ρε, δε θυμάσαι; Με τη φίλη της, την Αναστασία.. Στις διακοπές του Πάσχα..»
            «Ωωω, χω, χω!» - αγιοβασιλιάτικη ικανοποίηση ο Λάμπρος. «Τότε που έστησες αυτί;;»
            «Άντε, ρε!» – ενοχλημένος ο Δίδυμος.
            Σιγά σιγά ο Λι θυμάται. Ο Δίδυμος φιλοξενεί δυο καλές του φίλες, ένα βράδυ επιστρέφουν σπίτι και χωρίς να ξέρουν ότι αυτός είναι ξαπλωμένος στο διπλανό δωμάτιο, μιλάνε γι’ αυτόν σχολιάζοντάς τον. Ο  Δίδυμος ακούει μια άλλη  Λία, όχι σαν κι αυτή που ήξερε, δυσαρεστημένη από λεπτομέρειες, κριτική, επικριτική, ακόμα και το χρώμα της φωνής της αλλιώς το ακούει. Δεν είπαν φοβερά πράγματα. Όμως ήταν αρκετά για να χαλάσει η διάθεση του και για να ραγίσει η σχέση του με τη φίλη του. Φαίνεται πως κάποια στιγμή κατάλαβαν κι αυτές ότι τους είχε ακούσει, θα σοκαρίστηκαν, ίσως. Την άλλη μέρα, χωρίς κανείς να πει κάτι γι’ αυτό, προφασίστηκαν κάτι και έφυγαν εσπευσμένα  απ’ το νησί. Ανάσταση χωρίς Αναστασία.
            « Και καλά, εσύ γιατί χαμογελάς τόση ώρα;»
            «Γιατί σου ‘χω ένα τέλειο απόσπασμα για την περίπτωσή σου. Θα στο στείλω με μέιλ, μόλις πάω σπίτι».
            Και το ‘στειλε. Και έγραφε:


            « Το να κρυφακούς είναι αναμφίβολα χρήσιμο, αν αναζητάς μια συγκεκριμένη πληροφορία, αλλά ακόμα και η τυχαία ακρόαση, σαν κι αυτή που μπορεί να σου προκύψει ένα πρωί, ενώ κατεβαίνεις τα σκαλιά ενός φιλικού σπιτιού στο οποίο φιλοξενείσαι –αυτό το είδος της ακρόασης στον χώρο ενός σπιτιού -, μπορεί να είναι διαφωτιστική, με πολύ διαφορετικό τρόπο. Όρθιος στη μέση της σκάλας, με το ένα γόνατο λυγισμένο και το ένα χέρι ακουμπισμένο στο κάγκελο, ακούς τον φίλο σου να συζητά με τη γυναίκα του και αποκομίζεις μια σπάνια πληροφορία: πώς αλληλεπιδρά ο φίλος σου με κάποιον άλλο, εν τη απουσία σου. Αυτό δεν θα συνέβαινε ποτέ σε μια απευθείας συζήτηση, αφού δεν μπορείς να συζητήσεις με κάποιον χωρίς να επηρεάσεις τη στάση του. Όταν συνομιλώ με κάποιον, βλέπω απλώς την εικόνα που ο ίδιος θέλει να προβάλει για τον εαυτό του, καθώς αλληλεπιδρά με το παρόν και την ιστορία που τον συνδέει με εμένα. Κανένας μας δεν είναι μόνο ένα άτομο, είμαστε τουλάχιστον τόσα όσα και οι γνωστοί μας. Ό,τι ακούει κανείς κρυφά μπορεί να τον σοκάρει ή να τον προβληματίσει, αφού το ακούει παράτυπα, σαν να οικειοποιείται ξένη ιδιοκτησία, και φέρει πάντα τον χαρακτήρα του απαγορευμένου. Κι όμως, στο φως της μέρας, αυτά που έχει κρυφακούσει κανείς ενδέχεται να αποκαλύψουν κάτι παραπάνω από την προσωπικότητα του άλλου, μπορεί να φανερώσουν μια αλήθεια που γίνεται αντιληπτή μόνο όταν η μέριμνα για την αυτοεικόνα μας απαλείφεται. Πώς αλλιώς να εξηγήσει κανείς την αμηχανία του, όταν γίνεται μάρτυρας της ανεξάρτητης ύπαρξης ενός άλλου ανθρώπινου όντος, το οποίο γνώριζε μόνο μέσω μιας άμεσης σχέσης μαζί του;  Και πώς αλλιώς να κατανοήσει αυτή την αμηχανία, παρά μόνο αντιμετωπίζοντας καταπρόσωπο τον εγωκεντρισμό που προδίδει; Αν όντως υπάρχει ειλικρίνεια τη στιγμή που κρυφακούς, δεν αναδύεται ακριβώς από την απουσία του εαυτού σου, που σου παρέχει τη δυνατότητα να ακούς χωρίς το φίλτρο του  εγώ σου;»*
            «Λία..», μονολόγησε ο Λι, κλείνοντας τον υπολογιστή. «Θα μπορούσε να ήταν και το θηλυκό του ‘Λι’..».

* Zia Haider Rahman, "Υπό το φως των όσων γνωρίζουμε", μτφρ. Ανδρέας Μιχαηλίδης, εκδ. Πόλις, 2018, σελ. 189

Κυριακή, 17 Φεβρουαρίου 2019

τότε που συνέχεια



             Ένα βαθύ βράδυ ενός Σεπτεμβρίου ανίκανου να πείσει το καλοκαίρι να αποσυρθεί, μπροστά στο ανοιχτό παράθυρο και στο άσπρο φως της λάμπας που πρόσφερε έναν τοσοδά μικρόκοσμο στο σκοτάδι, ο κύριος Λι ετοίμαζε τις παραδόσεις των μαθημάτων του. Βιβλίο: «Οδηγίες διδασκαλίας φιλολογικών μαθημάτων». Τίποτα εδώ μέσα από τη νύχτα και τους ήχους της, τις λαχτάρες της, τα μυστικά της. Το βιβλίο είχε μεσάνυχτα για τη νύχτα.
            Και τι να πει για τον παρατατικό ο κύριος  Λι; «Δηλώνει γεγονός εξελισσόμενο στο παρελθόν», οι οδηγίες. Και «επαναληπτικότητα, κάτι που συνέβαινε κατ’επανάληψη στο παρελθόν». Και «στόχος οι μαθητές να κατανοήσουν το ρηματικό ποιόν της ενέργειας που εκφράζει ο χρόνος» και «να μπορούν να τον διακρίνουν από τους άλλους παρελθοντικούς χρόνους».
            Μπα;
            Αλλιώς τον είχε στο πετσί του ο κύριος Λι. Σχεδόν συγγενή του τον αισθανόταν. Η διάρκειά του τού διαμόρφωνε συνήθειες και η επαναληπτικότητά του έπλαθε οικειότητα. Κι έφτιαχνε έτσι ο Λι εποχές ολόκληρες της ζωής του. «Τότε που..».
            Τότε που συνέχεια. Και πάλι. Και ξανά και ξανά.
            Και όσο δεν πλησίαζε κανένας αόριστος να κάνει τη ζημιά του και να διακόψει τη μακαριότητα της συνέχειας, τόσο έχτιζε ο παρατατικός νησάκια στη μνήμη του κυρίου Λι. Τότε που.. Που ο πατέρας τα μεσημέρια έκρυβε τα μικρά δωράκια κάτω απ’ την πετσέτα του φαγητού και μας έβαζε να διαλέξουμε. Που περιμέναμε την παρέλαση για να φάμε το πρώτο παγωτό. Που κλέβαμε κορόμηλα επιστρέφοντας απ’ το σχολείο. Που χτυπούσαμε τα κουδούνια και το βάζαμε στα πόδια. Που τις Κυριακές πηγαίναμε για πικνίκ στον Άγιο Κοσμά με το λεωφορείο.
            Η νύχτα που έμπαινε απ’  το παράθυρο και ακύρωνε τις οδηγίες των φιλολογικών μαθημάτων είχε κιόλας οργανώσει το σχέδιο του αυριανού μαθήματος.
            «Δε θα κάνουμε και πολύ μάθημα», τους είπε την επόμενη μέρα. «Μόνο θα γράψετε στο τετράδιό σας για λίγη ώρα κάτι ο καθένας και μετά θα τα διαβάσουμε» «Με τι θέμα, κύριε;» «Με θέμα ‘Θυμάμαι τα παιδικά μου καλοκαίρια’».
            Απόρησαν, ίσως και δυσθύμησαν λίγο, τι είν’ αυτά τώρα, αλλά έγραψαν. Κι όταν ήρθε η ώρα να τα διαβάσουν, «όχιιι, λίγο, λίγο ακόμα, κύριε, περιμένετε, περιμένετεεε!». Και μετά  τα διάβασαν. Δυνατά, στην τάξη. Κι αίφνης αυτή γέμισε ήλιο και παρέες σκανδαλιάρικες και αυστηρούς μεγάλους, πονηρούς μικρούς, βουτιές και παιχνίδια, έρωτες και πόθους και συναντήσεις και θάλασσα και φλούδες από καρπούζι, και ζωή που είχε κιόλας γίνει κειμήλιο στον προσωπικό θησαυρό του καθένα. Ένα θησαυρό που όλοι βιάζονταν να ξαναχαρούν και να επιδείξουν.
             Όλες οι ιστορίες γραμμένες στον παρατατικό. Όλες για τα παρατατικά καλοκαίρια τους. Λίγη σημασία δώσαν τα παιδιά, όταν τους είπε «Ο παρατατικός είναι ο χρόνος της παιδικής μας ηλικίας». Έτσι κι αλλιώς παιδιά ήταν.
            Μπορεί να μην μπορούσε να την υποστηρίξει εύκολα, αλλά στο βάθος ήταν σίγουρος ο κύριος Λι για την παιδαγωγική του τακτική.


οι φωτογραφίες είναι του Γιάννη Μάνεση

Κυριακή, 10 Φεβρουαρίου 2019

μυρωδιά χαρτιού

           “Λαογραφία δεν είναι τα σιγκούνια και τα τσουράπια. Λαογραφία είναι να βγεις με ένα κασετοφωνάκι στη Σταδίου και να ηχογραφήσεις ό,τι ακούγεται”,  θυμάται ο κύριος Λι τον καθηγητή του της λαογραφίας να λέει. Και το θυμάται γιατί του έμεινε κουσούρι από τότε να μετατρέπει σε  ραντάρ τα αυτιά του  και να πιάνει τις σκόρπιες κουβέντες των περαστικών. Δε θέλησε ποτέ να πάρει θέση για τον ορισμό της λαογραφίας, αλλά σχεδόν πάντα η συγκομιδή του απ’ τα λόγια του δρόμου αποδεικνυόταν πλούσια και ενδιαφέρουσα.
            Οδός Βουλής τώρα. Αγαπημένο στενό. Ανάμεσα Καραγιώργη Σερβίας και Κολοκοτρώνη· Λίγα μέτρα όλα κι όλα. Μια μικρή γειτονιά. Κάποια μαγαζιά άλλων εποχών έχουν ξεχαστεί ανοιχτά ακόμα, σα σκονάκι σε διαγώνισμα Ιστορίας. Ο κύριος Λι για μια φορά ακόμα στη ζωή του απέναντι  από το «Άριστον», θα λιμπιστεί και θα φλερτάρει τις τυρόπιτες κουρού στη βιτρίνα, που τον περιμένουν καρτερικά από τις δεκαετίες της νιότης του, και για μια φορά  ακόμα θα προσπεράσει ηττημένος, αποφεύγοντας να μασουλάει στο δρόμο. Όμως στον «Ίκαρο» θα σταματήσει, ακόμα κι αν δεν μπει να αγοράσει. Έχει κιόλας βάλει το χέρι στην τσάντα, να βγάλει τα γυαλιά του, να ρίξει αδηφάγες ματιές στα βιβλία της αγαπημένης βιτρίνας.

            Τότε ήταν που  σχεδόν έπεσε πάνω του ο προσεγμένος-σε-όλα-του νεαρός με την ιπτάμενη μπλε καμπαρντίνα, καθώς ξεπρόβαλε βιαστικά απ’ την στοά μιλώντας αφοσιωμένα και νευρικά  στο κινητό του. Χαμένος στην ίδια του την αύρα και την αυτοπεποίθηση, ψηφίδα του κινούμενου μωσαϊκού του δρόμου, ενός δρόμου που δεν υπήρχε παρά μόνο για να τον διασχίζει. Μπορεί κάπου εκεί να ήταν κι ο Βουκεφάλας. «Ναι, ναι, άκου, μην αφήνεις καμιά ευκαιρία να πηγαίνει  χαμένη, καμιά», τον άκουσε ο κύριος Λι να λέει στην παλάμη του που κρατούσε το κινητό,  και μια οσμή αρπακτικού κατέκλυσε τα ρουθούνια του ήρωά μας. Κι ενώ ο νεαρός κατακτητής πασών των ευκαιριών χανόταν απ’ το οπτικό του πεδίο, τραβώντας για άλλα πεδία δόξης λαμπρά,
            αίφνης του Λι  η οδός Βουλής του φάνηκε λίγο πιο υπερσυντέλικος. Τα βιβλία στην υποφωτισμένη βιτρίνα του «Ίκαρου» σαν λίγο πιο κίτρινα  και ορφανά κι η βαριά σιδερένια του πόρτα σαν λίγο πιο βαριά. Μας γέρασαν προώρως, Γιώργο, το κατάλαβες; *– θυμάται το στίχο. Μια αίσθηση υποχώρησης ενός αμήχανου παρελθόντος· μια αίσθηση επέλασης αμνήμονος παρόντος. Είναι η λήθη, ηλίθιοι.

            Σε κάποιο βαθύ υπόγειο γεννιούνται οι αποφάσεις: αντι-δραστικά ο κύριος Λι σπρώχνει την παλιά πόρτα και μπαίνει. Βγαίνοντας σε λίγα λεπτά έχει στη μύτη του αυτή τη φορά τη μυρωδιά του χαρτιού και στα χέρια του βιβλίο εκλεκτό. «Μην αφήνεις καμιά ευκαιρία να πηγαίνει χαμένη, καμιά» - βουίζει ακόμα στ’ αυτιά του η φράση, αλλά της έχει δώσει κιόλας άλλο, δικό του νόημα. Χωρίς δισταγμό κανένα μπαίνει στο «Άριστον» και «Μια κουρού, παρακαλώ, θα ήθελα».
            Μάχες μικρές, ασήμαντες.


*. Στίχος από το ποίημα του Μανόλη Αναγνωστάκη Νέοι της Σιδώνος, 1970
ΥΓ1. Η λέξη kuru στα τούρκικα σημαίνει ξερός και, όπως διαβάζουμε στο ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, ο σημερινός ιδιοκτήτης του "Άριστον' εξηγεί πως πριν το 1900 πήγε ο παππούς του στην Κωνσταντινούπολη, δούλεψε σε ένα τυροπιτάδικο κι  έφερε από 'κει τη συνταγή για την τυρόπιτα στην Αθήνα. Τότε, στην Πόλη, την έλεγαν kuru, που σημαίνει ξερή, ζύμη χωρίς λιπαρά. 
ΥΓ2. Η ανάρτηση έγινε με την ευγενική χορηγία του καταστήματος «Άριστον»
ΥΓ3. Εντάξει, αστειάκια..

Κυριακή, 3 Φεβρουαρίου 2019

υποκοριστική ευεργεσία



            Ήταν η ώρα που τα δυο ζευγάρια  απολάμβαναν τα προνόμια του υποκοριστικού. Η κουβέντα εκείνη την ώρα ήτανε κουβεντούλα κι αυτό σήμαινε προσέγγιση, συμπάθεια, καλή διάθεση, φιλικό χρόνο, συναισθήματα κι εκμυστηρεύσεις, δέσιμο.
            Πόσο μάλλον που η Μαρία εδώ κι αρκετή ώρα με βελονάκια την εκτίμηση και την αγάπη έπλεκε το εγκώμιο του Φώτη. Σεμνός, ευγενής και ελαφρά αμήχανος ο Φώτης, αποπειράθηκε κάποια στιγμή να το κλείσει το θέμα. «Εντάξει, δεν είναι και βραδιά Φώτη απόψε! Φάτε και τίποτα τώρα, έχουν αρχίσει και κρυώνουν», δήλωσε, αλλά η παρέα δεν του πολυέδωσε σημασία. Αναγκάστηκε να σοβαρευτεί – πάντα στη γραμμή της αποδόμησης του μύθου που του έχτιζε η Μαρία.
            «Ακούστε», είπε αποφασιστικά, «όλα αυτά μπορεί και να μην είναι και τόσο χαρίσματα όσο ακούγονται. Ανάγκη για αποδοχή είναι. Στο βάθος, με όλες αυτές τις καλοσύνες την αποδοχή των άλλων ζητάω».
            Χωράνε και μεγάλες κουβέντες στην  κουβεντούλα.
            Του κυρίου Λι του έκανε μεγάλη και εξαίρετη εντύπωση η δήλωση, το αυτομαστίγωμα  αυτό του φίλου του. Πάντα πίστευε ότι ο καθένας μέσα του, στο σκοτεινό κομμάτι  της ατομικότητάς του,  έχει πράγματα καλά κρυμμένα που όχι μόνο δεν τα ανακοινώνει στους άλλους αλλά που πιθανώς τα κρύβει κι από  τον ίδιο του τον εαυτό. Πράγματα επικίνδυνα για τις λείες επιφάνειες, εκρηκτικά για τις φιλήσυχες στιγμές μας, αποκαρδιωτικά κι ανώφελα αν αναβλύσουν, πράγματα που θα μπορούσαν να γκρεμίζουν το μύθο μας, τις καλές εντυπώσεις, την εικόνα που τόσο πολύ πασχίζουμε να μοιραζόμαστε με τους άλλους. Πολλές φορές μάλιστα σκεφτόταν ο κύριος Λι μήπως αυτός ο εξωραϊσμός είναι ένα από τα όπλα που η φύση σε προικίζει και, ξεκινώντας το ταξίδι της ζωής σου, στο βάζει στη βαλίτσα συμβουλεύοντάς σε «Έχε το, μπορεί να σου χρειαστεί». Μήπως καταντάει κάτι σαν φυσική τάση.
            Και να τώρα. Ο Φώτης, ο φίλος του, εκεί μπροστά  του, δηλώνει «μπορεί να μην είμαι καλός˙ μπορεί της καλοσύνης σας απλός επαίτης να ’μαι.». Στα μάτια τού Λι, ο Φώτης, αποποιούμενος τους επαίνους των άλλων, στην ουσία χάριζε τον καλύτερο για τον  εαυτό του. Εδώ, μπροστά σε ανθρώπους αγαπημένους, τολμούσε και φώτιζε το σκοτεινό κομμάτι της ατομικότητας και το διέθετε σε κοινή θέα, αναλαμβάνοντας δυναμικά την ευθύνη της αδυναμίας του.
            «Κρασάκι ποιος θέλει;» - η Μαρία, σηκώνοντας το μπουκάλι για να γεμίσει τα ποτήρια και επιβεβαιώνοντας για μια ακόμα φορά πως τα υποκοριστικά χαϊδεύουν τις στιγμές μας.