Κυριακή, 24 Δεκεμβρίου 2017

Σιπ



            Ο κύριος Λι θυμάται.
            Φοιτητική παρέα στην Αγγλία. Έλληνες και άγγλοι. Πλησιάζουν Χριστούγεννα. Στολισμένο το Λονδινάκι.
            -Εσείς στολίζετε έλατο, στην Ελλάδα; ρωτάνε.
            -Ναι, στολίζουμε, απαντάει η Αθηνά, αν και το παραδοσιακό είναι να στολίζουμε καραβάκι.
            Καράβι. Σιπ, είπε η Αθηνά, ship, που μάλλον όμως ακούστηκε sheep (πρόβατο) στους άγγλους. Από κει και πέρα ακολουθούν ξεκαρδιστικές σκηνές και διάλογοι, ανάμεσα σε άγγλους που κοιτάζουν με γουρλωμένα μάτια κάνοντας ερωτήσεις με όλο και πιο υψωμένες τις τελευταίες συλλαβές τους:
-                       --  Τι στολίζετε;!
-                        --   Καράβια, ξανά η Αθηνά – με καμάρι
Επιβεβαιώνουν οι άγγλοι ότι μιλάμε για πρόβατα ..
-                       --  Καλά, και πού τα βρίσκετε; ( έκπληκτοι)
-                       --  Ε, τα αγοράζουμε, βέβαια!
-                       --  Και πού τα πουλάνε;
-                       -- Σε μαγαζιά με χριστουγεννιάτικα, συνήθως (!..)
-                      -- Καλά, και πώς τα μεταφέρετε στο σπίτι;
-                       --  Ε, πώς να τα μεταφέρουμε. Ή στο πορτμπαγκάζ, ή, αν δε χωράνε, με τα χέρια.
            Οι Άγγλοι έχουν αρχίσει και κάνουν γκριμάτσες αηδίας. Στα μάτια τους η ελληνική παρέα μπροστά τους, αρχίζει και λαμβάνει διαστάσεις αγρίων τεράστιας βαρβαρότητας.
-                        -- Ωραία. Τα φέρατε στο σπίτι. Μετά, πού τα βάζετε;
-                        --  Στο σαλόνι  φυσικά (!)
-                        --  Στο σαλόνι;! ( τα μάτια πιο γουρλωμένα από ποτέ). Έτσι;!
-                        --  Ε, όχι κι έτσι, Χριστούγεννα είναι, τα στολίζουμε ..  ( περνάει όλο και περισσότερη ώρα μέχρι να κάνουν την επόμενή τους ερώτηση οι άγγλοι)
-                        -- … Πώς τα στολίζετε, δηλαδή;
-                         --   Όπως και σεις τα έλατα. Τους βάζουμε φωτάκια, τους κρεμάμε μπαλίτσες, φάτνες, αγγελουδάκια…


Κάποιοι άγγλοι, είτε επειδή αρχίζουν και πιστεύουν πως η Αθηνά κάνει περίεργο ελληνικό χιούμορ, είτε επειδή δεν κρατιούνται, τολμάνε να γελάσουν˙ αλλά..
-                       --  Κι όταν τελειώσουν τα Χριστούγεννα, τι τα κάνετε;
-                       --  Μα τι ερωτήσεις κάνετε! Τα ξεστολίζουμε και τα βάζουμε κάπου στο πατάρι ή σε καμιά αποθήκη (!)
            Κάπου εκεί παρεμβαίνει μια αγγλίδα, μπερδεύοντας μάλλον το ελληνικό Πάσχα, και λέει:
-                       --  Εγώ έχω ακούσει πως τα τρώτε κιόλας.
            Ήταν η σειρά της Αθηνάς να γουρλώσει τα μάτια. Φαντάστηκε, όμως, πως ήταν αστείο και απάντησε συμπληρώνοντάς το:
-                      --  Ε, καμιά φορά τα τρώμε, αλλά … χωρίς τα στολίδια. Πρώτα ξεκρεμάμε τα στολίδια και μετά – και χαμογέλασε αμήχανα βλέποντας ότι κανείς δε χαμογελάει, αντιθέτως, αποσβολωμένες  φάτσες, κρεμασμένες γλώσσες, μάτια ορθάνοιχτα, κόρες που κινούνται κυκλικά με σφοδρή ταχύτητα.

            Κάπως έτσι συνεχίστηκε ο ελληνοαγγλικός διάλογος, ώσπου να αποκαλυφθεί η παρεξήγηση, ώσπου να αποκαλυφθεί πόσο γέλιο μπορεί καμιά φορά να προκαλέσει ένα «ι» παραπάνω.



Άντε, καλές μας γιορτές!

Κυριακή, 17 Δεκεμβρίου 2017

τη νύχτα που έπεφταν οι διδυμίδες

   
Τη νύχτα που οι διδυμίδες χάιδευαν τα μάγουλα του ουρανού, ο κύριος Λι εγκαταστάθηκε στην ταράτσα, για να απολαύσει τις στιγμές. Η βαριά του κούραση, βέβαια, του υπαγόρευε τακτικές υποχώρησης˙ ωστόσο, το επιβλητικό θέαμα των άστρων και της ύλης που χανόταν λάμποντας, αποδυνάμωσε κάθε του αντίρρηση. Τον μαλάκωσε. Τον υπόταξε, θα λέγαμε καλύτερα.

    Και τον έφερε κοντύτερα στη θεωρία τού αδερφού του  για τα μυρμηγκάκια. Του την είχε στείλει δίκην ηλεκτρονικής επιστολής το καλοκαίρι από το νησί. Γράφει:

«Άκουσε, Λάμπρο,
  Τα μυρμηγκάκια είναι αυτά τα έντομα που τα πατάμε χωρίς να τα παίρνουμε χαμπάρι ή που τα παίρνουμε χαμπάρι και τα πατάμε, αυτά που με αδιαφορία τινάζουμε, αν στις διακοπές μας τύχει και δούμε κανένα πάνω μας, αυτά που, πάλι στις διακοπές μας, με την ανάστροφη της παλάμης μας και φυσώντας τα απομακρύνουμε από την επιφάνεια όπου έχει στάξει λίγο αναψυκτικό ή καρπούζι κλπκλπ Και που οι απανταχού προπαγάνδες τα χρησιμοποιούν ως παραδείγματα προνοητικότητας.
 Στις μυρμηγκοφωλιές στριμώχνονται πολλά μαζί. Αμέτρητα λες. Ανασήκωσε λοιπόν τώρα το φακό σου από την ομάδα των μυρμηγκιών που παρατηρείς. Δίπλα είναι κι άλλα κι άλλα και παραδίπλα άλλα κι άλλη μυρμηγκοφωλιά με πολλά, πολλά μυρμηγκάκια, ένα τετραγωνικό χώμα με άπειρα μαύρα στίγματα, σαν το αρνητικό του νυχτερινού ουρανού. Κάθεσαι λοιπόν εσύ ο λόγω μεγέθους Θεός και παρατηρείς από απόσταση αυτή την πελώρια μάζα των μυρμηγκιών που κινείται για σένα συνεχώς και ακατανόητα, μα για τις μονάδες της πολύ φυσιολογικά. Φαντάσου πώς θα ηχούν όταν φτάσουν στα αυτιά σου οι απόμακρες φωνές τους:
-Γιατί με κοιτάς έτσι, ρε φίλε;
-Είμαι πολύ αγχωμένη σήμερα μ’ αυτή την υπόθεση.
-Αν το μάθει η μάνα μου, θα με σκοτώσει, ρε μαλάκα!
            Φαντάσου πως κάποιο κάνει γυμναστική για να φτιάξει μπράτσα και κάποιο άλλο πρόβα στον καθρέφτη «Ελένη, ξέρεις, αυτό που σου είπα την Κυριακή…», πως κάποιο βγάζει το χέρι του απ’ το παράθυρο του αυτοκινήτου απευθύνοντας μια χειρονομία σ’ ένα άλλο και πως το άλλο βλέπει το σχήμα των δαχτύλων του πρώτου και αφηνιάζει καιούτωκάθεξής. Και, για να μην τα πολυλογούμε, φαντάσου πως, καθώς τελειώνει η παρατήρησή σου και απομακρύνεσαι, καμιά εκατοστή από δαύτα βρίσκονται σε κατάσταση χαλκομανίας στην αριστερή σου πατούσα κι άλλα τόσα στη δεξιά.

            Α, είναι απλή, αδερφέ,  η θεωρία με τα μυρμηγκάκια, ούτε αποσυμβολισμό δε χρειάζεται˙ και επιπλέον καταπραΰνει πολλές φορές τα νεύρα βοηθώντας σε να αποστασιοποιηθείς από τη μάταιη τριβή του μάταιου τούτου κόσμου. 
        Χρειάζεται όμως προσοχή. Εμπεριέχει στοιχεία μηδενισμού κι αυτό αποτελεί μεγάλο υπαρξιακό πρόβλημα. Σου μιλάω εκ πείρας και δεν αστειεύομαι καθόλου.
                                                                                                                                                              Περιμένοντας και τα δικά σου νέα,                                                                                     σε χαιρετώ»

Κυριακή, 10 Δεκεμβρίου 2017

χαλαρό δείπνο στην ταράτσα



Και να σκεφτεί κανείς ότι είχε βάλει τα δυνατά του εκείνο το βράδυ ο κύριος Λι. «Θα σας κατακτήσω, κερατάδες, θα είμαι αυτός που θέλετε».
          Το πού ήξερε, βέβαια, πώς τον θέλουν οι άλλοι είναι μια από τις συνηθισμένες  αυταπάτες των ανθρώπων. Ντυνόμαστε έναν κοινωνικό ρόλο, τον οποίο ξεχνάμε πως δε μας τον έχει επιβάλει κανείς. Προτού μας απαιτήσουν οι άλλοι, τους προσφέρουμε το κεφάλι μας επί πίνακι. «Έτσι είμαστε, αν έτσι σας αρέσει». Και καθώς γινόμαστε «έτσι», γινόμαστε ταυτόχρονα και το σιωπηλό πρότυπο, η σιωπηλή απειλή, οι αμείλικτοι καθρέφτες για τους άλλους που θέλουν κι αυτοί να είναι αρεστοί και αποδεκτοί, και γίνονται «έτσι» γιατί νομίζουν ότι έτσι τους ζητάμε να είναι, γιατί κι αυτοί φοβούνται, γιατί κι αυτοί λίγα ψίχουλα αγάπης μας γυρεύουν. Πανηγύρι!
          Είχε βάλει τα δυνατά του γι’ αυτό το έτσι, λοιπόν, εκείνο το βράδυ ο κύριος Λι. Πρόσφατα αφιχθείς στο νησί, περιορισμένη σχετικά η κοινότητα των ανθρώπων, θα έκανε το παν για να την κερδίσει. Γυάλισε τα καλύτερα όπλα του, ένα γιγάντιο ενδιαφέρον για τα πάντα των άλλων, ευφυές χιούμορ, μια ανατρεπτικού τύπου ετοιμολογία  -  που την πήρε μαζί του το δυνατόν λιγότερο ανατρεπτική – το ισόβιο ανυποχώρητο χαμόγελό του, ανέσυρε παλιές γελαστικές ιστορίες-σήματα κατατεθέντα της ζωής του, άφησε κάποια κιλά ψυχικού βάρους πίσω του, και προχώρησε ακάθεκτος κι ακμαίος για τη νίκη.
          Όλα πήγαν καλά. Το αισθάνθηκε, το έβλεπε, οι εντυπώσεις, το ενδιαφέρον, η επιβράβευση των συνδαιτημόνων και συνδιασκεδαστών  ήταν έκδηλα.
          Όλα.
          Εκτός από το σχόλιο κάποιου που την επόμενη μέρα έφτασε στα αυτιά του, δίκην αστείου, και που έμελλε να αποτελέσει μία ακόμα γελαστική ιστορία στη φαρέτρα του: « Ωραίος τύπος αυτός ο Λι, αλλά, πιστεύετε αλήθεια ότι μπορεί να μιλήσει κανείς σοβαρά μαζί του;»

          Μάλλον θα το παραείχε ρίξει στα ατάκες, στα αστειάκια και στα ευφάνταστα σχόλια-διακοπές στις κουβέντες των άλλων.
          Όταν μάλιστα, αργότερα, θα διηγούνταν το περιστατικό αυτό στις παρέες του, αυτοκριτικός και αυτοσατιριζόμενος υποτίθεται, βρισκόταν ήδη ένα επίπεδο πιο πάνω: για να διηγείσαι κάτι τέτοιο, εννοείται πως είσαι απόλυτα βέβαιος πως ναι, ασφαλώς και μπορείς να μιλήσεις σοβαρά. Πολύ περισσότερο από το μέσον όρο. Τι κρίμα να μην καταλαβαίνει κανείς την επιλογή σου να είσαι διασκεδαστικός και ευχάριστος, χάριν της παρέας, ένα ζεστό καλοκαιρινό βράδυ στο νησί.
          Και τώρα; Τι συνέβη; Ο κύριος Λι φρόντισε όσο μπορούσε για την εικόνα του σύμφωνα μ’ αυτά που πίστευε ότι οι άλλοι περιμένουν από εκείνον. Όμως, μετά το ρεσιτάλ του, ποια εικόνα του είχε φτάσει στην αντίληψη του καθένα; Και πόσο ταυτόσημη ήταν με την εικόνα που είχαν σχηματίσει οι άλλοι; Φτου, να πάρει, εκτός από μας που πουλάμε είναι κι αυτοί που αγοράζουν. Κι ο καθένας έχει τις δικές του ανάγκες, σκέψεις, αντιλήψεις, δυνατότητες, επιθυμίες. Τότε, γιατί, διάολε, δεν μπορούμε να προσφέρουμε τους εαυτούς μας απογυμνωμένους και αληθινούς στους γύρω μας;


          Μπερδεμένος πολύ κοιμήθηκε εκείνη τη νύχτα ο έρμος ο Λι, ξεκρεμώντας κουρασμένος τα αμφίβολης λάμψης όπλα του και ξεχνώντας να βουρτσίσει τα δόντια του την ώρα που η ουλίτιδα συνέχιζε την επέλασή της.

Σάββατο, 2 Δεκεμβρίου 2017

Όλοι κάποτε νέοι. T' estimo - η δική μας ιστορία



            Όλοι κάποτε νέοι. Ο κύριος Λι υπήρξε νέος.
            Με την Υψηλή φιλοξενούν τους ισπανούς φίλους τους στην Αθήνα.
            Δειλινό στο Λυκαβηττό. Στο πάρκινγκ, παραταγμένα παράλληλα το ένα στο άλλο, με τις μούρες τους να ατενίζουν  τα δυτικά πλοκάμια της πόλης μέχρι τα βουνά και τη θάλασσα,  τα αυτοκίνητα, αλλά και οι επιβαίνοντες σ’ αυτά. Ένα είδος  drive in με έργο το ίδιο το ηλιοβασίλεμα.
            Καταφθάνει ασθμαίνον το ντεσεβό, ανοιχτό κονσερβοκούτι, βρίσκει και παίρνει θέση κι αυτό στην παράλληλη διάταξη των ρομαντικών οχημάτων, οδηγών και συνοδηγών.

            Η ελληνοϊσπανική παρέα  θα ανηφορίσει στην κορυφή του λόφου να χαζέψει τη θέα. Όχι όλη: Ο Luis, ο αγαπημένος φίλος του νεαρού τότε Λι, με το ένα του πόδι ατροφικό, το άλλο τεχνητό και τις πατερίτσες του, λέει ν’ αποφύγει τον ανήφορο. «Μπορώ να τη φανταστώ τη θέα. Mejor imaginar», καλύτερο να φαντάζεσαι, δηλώνει, με αρκετή δόση χιούμορ. «Y soñar, también», και να ονειρεύεσαι, επίσης, συμπληρώνει ο νεαρός Λι, μένοντας μ’ αυτόν τον τρόπο, διακριτικά, να συντροφεύει το φίλο του, μέσα στο 2CV, έχοντας στα πόδια τους απλωμένη την όλο και πιο κόκκινη από το ηλιοβασίλεμα Αθήνα.

            Και βάζουν στο κασετόφωνο Lluis Llach. “Testimo”, σ’ αγαπώ. Και τους αρέσει πολύ. Και το θεωρούν θεϊκό. Και το απολαμβάνουν. Και σηκώνουν την ένταση του ήχου πολύ. Κι η φωνή του Llach δραπετεύοντας από την ανοιχτή οροφή του αυτοκινήτου απλώνεται στο γύρω χώρο – ιδανική μουσική πρόταση για την ώρα εκείνου του δειλινού. Και οι δυο φίλοι, συναισθηματικοί αλλά και εγκεφαλικοί, με το χιούμορ σε διαρκή ετοιμότητα, τραγουδάνε με τη μουσική, κάνουν τους ερωτευμένους, αγκαλιάζονται ώσπου το κεφάλι του Luis βρίσκεται στον ώμο του νεαρού Λι, που του το χαϊδεύει στοργικά, κατουρημένοι από τα γέλια και υψώνοντας στο ζενίθ της έντασης το “Τ’ estimo”. Δεν τολμούν καν να κοιτάξουν αριστερά και δεξιά τις φάτσες των ανθρώπων που θα τους κοιτούσαν. Mejor imaginar..

            Το βράδυ, στο σπίτι της Υψηλής, πιάνο -  κιθάρα, επιχειρούν οι δυο τους να το τραγουδήσουν. Βάζουν τα δυνατά τους, είναι δύσκολο τραγούδι, απαιτητικό, το έχουν πάρει σοβαρά. «Ωραία δεν το λένε;», θαυμάζει η Marta. «Πραγματικά, πολύ! Σα να είναι ερωτευμένοι», απαντάει η Ana. Οι δυο φίλοι  ακούν το σχόλιο, ανταλλάσσουν ένα βλέμμα και ξεκαρδίζονται στα γέλια.

            Με πόσες ιστορίες είναι φορτωμένα τα τραγούδια μας;


 Εδώ, στο βίντεο, το 2007 και καμιά 30αριά χρόνια μετά την ιστορία μας,
ο Lluis Llach τραγουδάει το Amor particular (T' estimo)
 στην τελευταία και αποχαιρετιστήρια συναυλία του
στην ιδιαίτερη πατρίδα του, το Verges.



 Kαι μια πρόχειρη απόδοση του τραγουδιού στα ελληνικά:

Πώς να στο πω για να μου είναι απλό
 και να σου είναι αληθινό,
Συχνά σαν τραγουδώ με νιώθω τόσο κοντά σου,
Συχνά όταν ακούς σε νιώθω τόσο κοντά μου,
που νιώθω την ανάγκη να σ’ ευχαριστώ
για τον καιρό τον τόσο που σ’ αγαπώ.

Πόσο πορευτήκαμε μαζί,
στη χαρά μαζί, στον πόνο μαζί,
 και γέμισες πόσες φορές το κενό ανάμεσα στις λέξεις μου,
 και στο παιχνίδι μας μου έδινες πάντα τον καλό ρόλο.
Για όλο αυτό και για άλλα που σου κρύβω,
νιώθω την ανάγκη να σ’ ευχαριστώ
για τον καιρό τον τόσο που σ’ αγαπώ.

Σ’ αγαπώ, μπορεί δειλά, μπορεί χωρίς να ξέρω πώς,
και το λίγο που αξίζω το αρνιέμαι, αν το χάδι μου αρνιέσαι.
Σ’ αγαπώ, κι είμαι ευτυχισμένος
όταν βλέπω τη δύναμή σου να δυναμώνει και να ξεσηκώνει,
γιατί εγώ, γιατί εγώ..

Θα περάσουν τα χρόνια
και θα’ ρθει το τέλος-έτσι πάντα γίνεται,
κι αναρωτιέμαι αν θα βρω τη σωστή χειρονομία,
και ξέρω ότι θα συνηθίσω την απουσία σου,
αλλά όλο αυτό είναι μια άλλη ιστορία,
Τώρα θέλω να σ’ ευχαριστώ
 για τον καιρό τον τόσο που σ’ αγαπώ.

Σ’ αγαπώ (…)

σημ. και βέβαια Αναγνωστάκης οι τρεις λέξεις του τίτλου



Κυριακή, 26 Νοεμβρίου 2017

σ' αυτά τα μέρη τα δήθεν να μη με ξαναπάς

(εικ. από depositphotos.gr)


Καθώς ποδηλατούσε ο κ. Λ, έπεσε στην αντίληψή του ένα σύνθημα γραμμένο στο μαντρότοιχο του ΗΣΑΠ. Μαύρα γράμματα γραμματοσειράς antifa. «Σ' αυτά τα μέρη τα δήθεν να μη με ξαναπάς», έλεγε. Το μυαλό του συνήθως πάει και στο σύνθημα και στην ταυτότητα του συγγραφέα του. Μειδίασε από τον υψηλό θρόνο του.

«Η μικρή», σκέφτηκε, «που το έγραψε αυτό, είναι ένα αντισυμβατικό πλάσμα που δεν της αρέσουν τα δήθεν, δείχνει να μην της αρέσει η εκμετάλλευση, σ’ έναν κόσμο προσποίησης αναζητά την αλήθεια κλπ. Όμως «να μη με ξαναπάς», λέει στον καλό της, αναγνωρίζοντας ότι αυτός είναι που κάνει τις επιλογές, που αποφασίζει, που έχει το επάνω χέρι στη σχέση. Αυτός.  «Φτωχό κορίτσι», συλλογίστηκε, «έχει να διανύσει πολύ δρόμο ακόμα, για να φτάσει σ’ αυτό που νομίζει ότι βρίσκεται».


            Όταν επέστρεψε και είπε τη σκέψη του στον Δίδυμο, αυτός, μετά από λίγα δευτερόλεπτα κατσικίσιας σιγής, αυτής δηλαδή που επεξεργάζεται τις σκέψεις στυλώνοντας ευθυβόλως τα μάτια, «γιατί θεωρείς δεδομένο ότι το σύνθημα το έχει γράψει κορίτσι;», ρώτησε. «Δεν είναι αρκετά ρατσιστικός τρόπος να λειτουργείς τη σκέψη σου; Φτωχέ μου, έχεις πολύ καιρόν ακόμα, για να φτάσεις σ’ αυτό που νομίζεις πως βρίσκεσαι.»

Κυριακή, 19 Νοεμβρίου 2017

τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα



     Ο Δίδυμος αγοράζει ακόμα εφημερίδα. Στο τραπεζάκι, περιμένοντας τον καφέ, ο κύριος Λι διαβάζει κάπως άτονα μια δευτερεύουσα είδηση:
«Ο λαός μας αντέχει και θα αντέξει»: το μήνυμα αυτό έστειλε στο πανελλήνιο ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας αναφερόμενος στην τραγωδία που έπληξε τη Δυτική Αττική.

Υποδεχόμενος τον παγκόσμιο πρωταθλητή στους κρίκους Λευτέρη Πετρούνια, ο κ. Παυλόπουλος δήλωσε ότι επέλεξε να μην αναβάλει τη συνάντηση επικαλούμενος την ημέρα πένθους, «γιατί η εδώ παρουσία σου σηματοδοτεί πολλά» είπε απευθυνόμενος στον αθλητή.

Και πρόσθεσε: «Σε μια μέρα πένθους, που χειμάζεται ένα κομμάτι των συμπολιτών μας εδώ δίπλα, στην Δυτική Αττική, εσύ, οι συναθλητές σου, αυτή η γενιά που έχει δώσει τόσα, δείχνει ότι ο λαός μας αντέχει και θα αντέξει. Όσο υπάρχουν άνθρωποι όπως εσείς, άνθρωποι που εκφράζουν την αριστεία σε μια αρμονική σύνθεση των επιδόσεων και του ήθους, θα αντέξουμε. Αρκεί να πάρει καθένας από τη νέα γενιά αλλά και από τους μεγαλύτερους το δικό σας παράδειγμα».

«Τιμή μου να ακούω πως στο πρόσωπό μου απευθύνετε έναν τέτοιο χαιρετισμό, μια τέτοια μέρα που είναι σοκαριστική για μένα και για όλη την Ελλάδα. Και συμπονούμε όλοι εμείς στην Εθνική Ομάδα αυτούς που επλήγησαν. Και εκ μέρους όλης της Εθνικής Ομάδας θα εκφράσω την λύπη μας, την συμπόνια μας και την συμπαράστασή μας σε αυτούς» απάντησε από την πλευρά του ο Λευτέρης Πετρούνιας.

       Έρχεται ο καφές, μαζί με τη μόνιμη διάθεση φιλοσοφικής φλυαρίας, όπως τη χαρακτήριζε χαριτολογώντας ο Παλιός Μαθητής του Λι. Είχε ήδη αρχίσει ο Λι να σχολιάζει τα λόγια του προέδρου. Ω, ναι: Του Προέδρου. Της Δημοκρατίας.
« Φτιάχνουμε λόγια οι άνθρωποι, αδερφέ», είπε ο Δίδυμος στον κύριο Λι, καθώς αυτός του μιλούσε για ιδεολογικά υπόβαθρα και συναφή αναγκαία   που (πρέπει να) αποτελούν τη βάση για την υπέρβαση κάθε κρίσης. « Και ο άνθρωπος, ο άνω θρώσκων, τα χρησιμοποιεί για την τροφή του. Μεγαλώνει μ’ αυτά, ονειρεύεται μ’ αυτά, πιστεύει, χτίζει κόσμους ολόκληρους, όμορφους κόσμους, ηθικούς,  αγγελικά πλασμένους, η γιορτή του θυμικού αυτά τα λόγια. Κι άλλωστε, αυτό δεν είναι ο ανθρώπινος πολιτισμός; Το σύστημα εκείνο που αορατοποιεί την ταπεινή μας, ζωική υπόσταση;»
      «Ίσως δεν την αορατοποιεί. Ίσως μόνο γλυκαίνει την αγριάδα της ύπαρξης»
      «Α, έτσι, ε; Ε, αυτό ακριβώς σου λέω. Δε γλυκαίνει η αγριάδα, Λαμπρούκο, αγόρι μου. Μόνο τα λόγια κάνουν πως την εξωραΐζουν, βάζουν φίλτρα να μην τη βλέπουμε ή, έστω, να τη βλέπουμε μασκαρεμένη. Και στο μεταξύ αυτά, τα λόγια, μας σέρνουν σε πολέμους, σε αλληλοσπαραγμούς, υψώνουν λάβαρα πίστης και οραμάτων και … Υπάρχει λέξη «εκατομμυριόμβη»;
     «Ε;»
     «Εκατομμυριόμβη, ρε παιδί μου. Όπως λέμε εκατόμβη, ας πούμε˙ κάτι τέτοιο»
     «Σοβαρέψου, αδερφούλη. Αν σου είναι απαραίτητη, βέβαια, έχεις την άδειά μου να τη χρησιμοποιήσεις, αν και δε μ’ αρέσει ούτε το design της. Τι τη θες;»
     «Για τα  εκατομμύρια θύματα των λέξεων, των λέξεων του πολιτισμού, για τα εκατομμύρια των αθώων που πίστεψαν, που θυσίασαν ζωές σε βωμούς, τις ζωές τους τις ίδιες, για τους νεκρούς χιλιάδες  που είναι στους τροχούς και τους ζωντανούς που δίνουν το αίμα τους. Κι αν δε σου κάνει η λέξη, δεν πειράζει˙ βρες άλλη. Τα θύματα όμως δεν αλλάζουν.»
     «Μηδενίζεις ή μου φαίνεται;»
     «Δεν ξέρω, μπορεί. Μπορεί να είναι κι απ’ το θυμό μου για τις λέξεις που κι εγώ πίστεψα, για την επιμονή μου να ψάχνω κι άλλες για ν’ ακουμπήσω, για να χτίσω το λίγο υπόλοιπο που μου μένει.»
     «Είδες; Κάτι παραπάνω μπορεί να ξέρει ο οργανισμός σου. Άλλωστε, δες: Μπορεί με τους αιώνες ο άνθρωπος να καταφέρει να γεμίζει με υπαρκτό νόημα κάποιες λέξεις. Να μην τις αφήνει πουκάμισα αδειανά στο πέρασμά του.»
     «Έχεις παράδειγμα;» 
     «Η αγάπη. Μπορεί να επινοήθηκε, μπορεί ακόμα να μην υπάρχει. Αλλά φαίνεται πως την έχουμε τόσο ανάγκη που ίσως και να  τη γεμίσουμε με το περιεχόμενο που της αποδίδουμε.»
     «Μπα, διαφωνώ, Λάμπρο. Αλλά μοιάζει ωραίο να τον κλείσουμε εδώ το διάλογο, μ’ αυτή την ικεσία στην ελπίδα. Ε;»



      Τα φλιτζάνια του καφέ σχεδόν άδεια. Στο λαμπερό πρωινό φως του Νοεμβρίου τα βρεμμένα ακόμα φύλλα στον κήπο λάμπουν και από το ράδιο ο ήχος ενός ακορντεόν. Αυτή την όμορφη στιγμή ο Λι νιώθει ότι, να, αυτός ο ήχος είναι ένα δοχείο για να γεμίζουμε τις λέξεις με περιεχόμενο. 

Κυριακή, 12 Νοεμβρίου 2017

έχω ένα συνέδριο





Δεόντως απελπισμένος ο κύριος Λι για την τροπή που έχουν πάρει τα πράγματα με τον Υιοθετημένο, βρίσκεται για πρώτη φορά στο γραφείο της ψυχολόγου και συζητούν. Τελειώνοντας, κανονίζουν το επόμενο ραντεβού.
«Την άλλη βδομάδα», του λέει σκεπτική, «θα λείπω..»˙ μικρή παύση, συμπλήρωμα: «θα είμαι στο εξωτερικό..»˙ ακόμα μικρότερη παύση, «σε ένα συνέδριο».
          Ο Λι κατέγραψε στο περιθώριο της σκέψης του την κουβέντα και τη στάση της ψυχολόγου. Και τώρα, επιστρέφοντας, ψυχολογεί κι αυτός ο ερασιτέχνης.
          Σπάνια, λέει, στέλνουμε με την κάθε μας φράση μόνο το νόημα της φράσης. Πόσα μηνύματα περνάνε, ποιο έχει πόσο βάρος, τι επιδιώκει κάθε φορά ο συνομιλητής.. Δαιδαλώδεις διαδρομές, σκοτεινά βάθη. «Δε γνωρίζω τίποτα γι’ αυτή. Είναι η πρώτη φορά που τη βλέπω. Κανονίζαμε το επόμενο ραντεβού. Δεν της έφτανε να μου πει πως δεν μπορεί την επόμενη βδομάδα; Το είπε, άλλωστε: «θα λείπω». Γιατί το συμπλήρωσε με τις επόμενες φράσεις της;»
          «Θα είμαι στο εξωτερικό». Όχι όπου κι όπου. Και μάλιστα «σε ένα συνέδριο». Ω! Πόσο σπουδαίος είναι στα μάτια μας αυτός που ξεκινάει από τις όχθες του Ιλισού να πάει «σε ένα συνέδριο στο εξωτερικό»; Υπάρχουν δεδομένα, στέρεα ριζωμένα, που μας αναβαθμίζουν κοινωνικά. Αρπάχτε τα, χρησιμοποιήστε τα, μην εγκαταλείπετε τον αγώνα, ο ανταγωνισμός, η πανταχού  δεσπόζουσα κοινωνική καταξίωση  είναι θεριά πεινασμένα, ταΐστε τα, αν όχι, θα σας κατασπαράξουν.

          Ο κύριος Λι μπορεί να αμπελοψυχολογεί, αλλά άνθρωπος κι αυτός, έρμαιος, «μαλακός, ένα δεμάτι χόρτο», θυμάται τον εαυτό του στα πολλά του ταξίδια στο εξωτερικό, τον θυμάται στις αίθουσες αναμονής των πτήσεων ή παραλαβής των αποσκευών, στην έξοδο, εκεί που συγγενείς και φίλοι περιμένουν τους δικούς τους κι απ’ όπου βγαίνουν οι προνομιούχοι του ταξιδιού, το θυμάται καλά αυτό ο Λι: μια αίσθηση συμμετοχής σε κάτι σπουδαίο. Εσείς; Το θυμάστε;   

Κυριακή, 5 Νοεμβρίου 2017

μυγάκια


          Ένα μυγάκι.
          Το ονομάζουν μυγάκι.
          Το υποκοριστικό είναι το κανονικό του.
          Από την αρχή φαίνεται ότι κάτι δεν πάει καλά.

          Την ώρα, λοιπόν, που η μικρή φίλη του κυρίου Λι βγήκε από το αυτοκίνητο στην εξοχή, για να βγάλει μια σέλφι, ένα μυγάκι τρύπωσε από το ανοιχτό παράθυρο.
          Ο Λι, που καθόταν στη θέση του συνοδηγού, το αντιλήφθηκε λίγα λεπτά αργότερα, την ώρα που το αυτοκίνητο κυλούσε κιόλας στο μεγάλο χείμαρρο που ονομάζεται Εθνική Οδός και ξεβράζει ό,τι παρασύρει  στην πρωτεύουσα.
          Μια απαλή μουσική χάιδευε τ’ αυτιά των δυο επιβατών, καθώς αυτοί ταξίδευαν σιωπηλοί γεμάτοι από τις εικόνες που η φύση απλόχερα τους χάρισε στην εκδρομή τους. Κι εκεί, μπροστά στα μάτια τους, στο  παρμπρίζ του αυτοκινήτου, πετούσε το μυγάκι. «Πετούσε». Σκέτο. Πού να ξέρουμε αν πετούσε ανήσυχο, ανέμελο, απελπισμένο, αμήχανο, κουτουλώντας με αγωνία το τζάμι ή εξετάζοντας τις μυρωδιές του.  Δεν ξέρουμε. Πετούσε.
          Με ένα κλικ της σκέψης η λοξή ματιά τού κυρίου Λι αίφνης είδε έναν πρόσφυγα. «Αυτό το μυγάκι, σκεφτόταν, θα το ταξιδέψει το αυτοκίνητο χιλιόμετρα μακριά από την εξοχή. Σε δυο ώρες κιόλας θα είναι σε μια συνοικία της Αθήνας, το πιθανότερο εγκλωβισμένο μέσα στο αυτοκίνητο, χαμένο από τον κόσμο που έχει μέχρι τώρα γνωρίσει στη ζωή του. Τι σημαίνει αυτή η εξορία γι’ αυτό; Τι γνωρίζουν τα μυγάκια από αδιέξοδα και απελπισία; Πόσο, αλήθεια, θα βασανιστεί και πώς θα καταλήξει;»
          Σκεφτόταν και βασανιζόταν, ενώ ταυτοχρόνως το έβλεπε σε όλη τη διάρκεια να πετάει μπρος πίσω στο παρμπρίζ, χωρίς να σταματάει σε κανένα σημείο.  Δεν άντεξε. Ζήτησε από τη μικρή του φίλη να σταματήσει σε μια άκρη του δρόμου, άνοιξε τα παράθυρα και κατάφερε να οδηγήσει το μυγάκι έξω, στη φύση, έστω κι αν δεν ήταν η γειτονιά του.

          Απορημένος από την ίδια του τη σκέψη, τη συγκίνηση και την αντίδραση, αναλογιζόταν τη σημασία που έχει το μέγεθος στη σκέψη των ανθρώπων. Πώς, πόσο αυτό ορίζει τη σπουδαιότητα των όντων, πώς διαμορφώνει τις ιεραρχίες, πόσο ο ακόμα πρωτόγονος άνθρωπος, αυτό το πλάσμα που το ορίζουν οι φόβοι, υποκλίνεται στο μεγάλο μέγεθος και αγνοεί το μικρό. Και θυμήθηκε την ιστορία του πατέρα του, που την πρώτη μέρα των καλοκαιρινών διακοπών στο νησί του, βλέποντας μια μακριά σειρά μυρμηγκιών που παιδευόντουσαν να κουβαλήσουν τροφές στη φωλιά τους, αποφάσισε να πάει στον μπακάλη της γειτονιάς και να του ζητήσει λίγο στάρι. «Τι στάρι θες;», τον ρώτησε, κι επειδή δεν ήξερε να προσδιορίσει, ο μπακάλης τον ξαναρώτησε:  «Πες μου τι το θες, να σου δώσω αυτό που πρέπει.». Αμηχανία. Τόλμησε δειλά: «Να ταΐσω κάτι μυρμηγκάκια στον κήπο», ψιθύρισε.


          Σε λίγο θα φτάναν στην Αθήνα. Χωρίς μυγάκι. Η μουσική συνέχιζε να τους χαϊδεύει τ’ αυτιά, αλλά αυτοί οι δυο πια ήταν δυο μυγάκια που κουτουλάνε τα κεφάλια τους στο παρμπρίζ που τους εγκλώβιζε. 

Κυριακή, 29 Οκτωβρίου 2017

η λήθη που θα γίνουμε

         
          Υπάρχουν ξάδερφοι που πάνε στην Κολομβία για να δώσουν συναυλίες.
          Ο κύριος Λι έχει έναν τέτοιο.
          Επέστρεψε εντυπωσιασμένος απ’  αυτά που πρόλαβε να δει και να μάθει. Για μια χώρα πολύπαθη από έναν άγριο, ύπουλο, πολλών δεκαετιών εμφύλιο μιλούσε, απίθανες καταστάσεις, έλεγε, απίστευτη βία, προσπαθούν την ειρήνη σαν σε όνειρο και ταυτόχρονα αμφιβάλλουν.
          Αλλά και ομορφιά των ανθρώπων, κι όμως,  ανοιχτοσύνη, ετοιμότητα για ζωή, ο χορός και το τραγούδι εύκολα στα πόδια και στα χείλη.
          Χορός και τραγούδι πάνω στο θρήνο. Ίσως και ο ίδιος ο θρήνος.
         
          Αναζητώντας βιβλία, ο κύριος Λι, να δαμάσει κάπως τη δίψα του ξάδερφου (ή να το πούμε “να θρέψει την πείνα του”;) για ό,τι κολομβιανό, συναντήθηκε με έναν τίτλο που τον αιχμαλώτισε από την αρχή: « Η λήθη που θα γίνουμε». El olvido que seremos. Του Héctor Abad Faciolince . Μαρτυρία σα λογοτεχνία. Σα λογοτεχνία, αλλά, δυστυχώς, μαρτυρία.

          Του πατέρα που αναλώνει τη ζωή του για να φωτίσει την πόλη, τη χώρα που μεγάλωσε και ζει, του πατέρα που διασώζεται από τους φανατισμούς της εποχής του επιχειρώντας το δυσκολότερο, να ισορροπήσει ανάμεσα, του πατέρα που στη σκληρότητα του περιβάλλοντος αντιτάσσει μια αστείρευτη τρυφερότητα, του πατέρα που ονειρεύεται εκεί που γνωρίζει καλά ότι τα όνειρα φέρνουν το θάνατο, επειδή «είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν, μ’ ακούς/Δεν έχουν εξημερωθεί τα τέρατα (..)», επειδή είναι νωρίς ακόμη να μιλάμε για αγάπη.
          Τον δολοφόνησαν το 1978. Κι ο γιος του, είκοσι χρόνια μετά, τον μνημονεύει, έτσι, όπως λέει, για να αναβληθεί μόνο μια στιγμούλα αυτή η λήθη που θα γίνουμε. Όσο, βέβαια, και να εστιάζει στη μορφή του πατέρα, το παράλογο της επικρατούσας βίας βρίσκει χαραμάδες και τρυπώνει από παντού, κάτι που κάνει ακόμα πιο  σημαντική την αντιπαράθεση του πατέρα με το Κακό. 


                    Γιατρός ο μπαμπάς του Έκτορ Αμπάδ Φασιολίνσε, γιατρός και ακαδημαϊκός, αφιερώνει τη ζωή του στην προσπάθεια να οργανώσει την κοινωνία του απέναντι στις τραγικές ελλείψεις των προαπαιτούμενων για την υγεία των ανθρώπων, στήνει δομές, αλωνίζει τις φτωχογειτονιές, καταγράφει και παρεμβαίνει, στηλιτεύει τα απαράδεκτα  των κυβερνήσεων και την αδιαφορία της κοινωνικής τάξης που αναπαύεται καθήμενη στα αποκτημένα της, υπερασπίζεται με κάθε τρόπο τα ανθρώπινα δικαιώματα, διδάσκει και αφυπνίζει συνειδήσεις. Τόσο, έτσι, που ξέρει ότι όλο αυτό το έργο της ζωής του ισοδυναμεί με τη συγγραφή της πρόσκλησης στους δολοφόνους του. Δεν έχει τα χαρακτηριστικά του ήρωα, «προχωρά στα σκοτεινά», όμως νομίζω ότι ξέρουμε ότι είναι ήρωας. Απ’ αυτούς  που δε σηκώνει η εποχή -  ίσως και καμία εποχή.

          Κείμενο βαθιάς αγάπης και τρυφερότητας, απλά στοχαστικό, πλούσιο, ανεπιτήδευτο, ζεστό και αληθινό, κείμενο που γράφεται για να εκπληρώσει ένα προσωπικό εσωτερικό χρέος, αλλά που καταφέρνει να γίνει υγρασία στα μάτια του αναγνώστη.
          Μπαίνει στον πειρασμό ο κύριος Λι να αντιγράψει. Με την αγάπη των αντιγραφέων του μεσαίωνα. Σαν για να ηχήσουν λίγο κι εδώ οι λέξεις, έτσι, σα μια μόνο στιγμούλα που αναβάλλει τη λήθη. Και επιλέγει όχι ένα απόσπασμα από το κείμενο του συγγραφέα˙ αλλά ένα απόσπασμα του γιατρού πατέρα του συγγραφέα, ένα απόσπασμα από τα πολλά άρθρα του που είχε δημοσιεύσει.:
          «(..) Υπάρχει όμως μια εσωτερική δύναμη που μας ωθεί να εργαζόμαστε υπέρ εκείνων που χρειάζονται βοήθεια. Για πολλούς, η δύναμη αυτή μετατρέπεται σε λόγο ύπαρξης. Ο αγώνας αυτός δίνει στη ζωή τους νόημα. Έχουμε λόγο να ζούμε αν, όταν πεθαίνουμε, ο κόσμος είναι λίγο καλύτερος χάρη στη δουλειά και στις προσπάθειές μας. Το να ζούμε απλώς και μόνο για ν’ απολαμβάνουμε είναι μια θεμιτή ζωώδης βλέψη. Για το ανθρώπινο ον όμως, για τον Homo Sapiens, αυτό σημαίνει να αρκείται σε πολύ λίγα. Για να ξεχωρίσουμε από τα υπόλοιπα ζώα, για να δικαιολογήσουμε το πέρασμά μας από τη Γη, πρέπει να αποβλέπουμε στην επίτευξη στόχων ανώτερων από την απλή απόλαυση της ζωής. Ο καθορισμός στόχων διακρίνει μερικούς ανθρώπους από τους άλλους. Κι εδώ το πιο σημαντικό δεν είναι να επιτυγχάνουμε αυτούς τους στόχους, αλλά να παλεύουμε γι’ αυτούς. Δεν μπορούμε όλοι να είμαστε πρωταγωνιστές της Ιστορίας. Ως κύτταρα που είμαστε αυτού του μεγάλου οικουμενικού ανθρώπινου σώματος, έχουμε ωστόσο συνείδηση ότι ο καθένας μας μπορεί να κάνει κάτι για να βελτιώσει τον κόσμο όπου ζούμε και όπου θα ζήσουν όσοι μας ακολουθήσουν. Πρέπει να εργαστούμε για το παρόν και για το μέλλον, κι αυτό θα μας προσφέρει μεγαλύτερη χαρά από την απλή απόλαυση των υλικών αγαθών. Η γνώση ότι συμβάλλουμε στο να γίνει ο κόσμος καλύτερος πρέπει να είναι η μέγιστη ανθρώπινη φιλοδοξία» ( σελ. 286-7)



          Δεν το διαβάζει άκριτα ο κύριος Λι το απόσπασμα. Δεν είναι ότι δεν έχει τις αμφιβολίες του και το δικό του προβληματισμό πάνω στα θέματα που διαβάζει˙ όμως τον συγκινεί πάντα αυτή η αγαθή ανθρώπινη τάση. Είτε αποτελεί ψευδαίσθηση, είτε αναγκαίο όρο για την ύπαρξή μας. (Αλλά, όπως θα του έλεγε ο αδερφός του, μήπως και η ψευδαίσθηση δεν είναι αναγκαίος όρος για την ύπαρξή μας, ρε;»)



Κυριακή, 22 Οκτωβρίου 2017

θάλασσες




    Aν σου βγάλω μια τρίχα, θα είσαι φαλακρός; Δύο; Πενήντα; Χίλιες;
Η αμηχανία που προκαλούσε αυτό το πρόβλημα είναι αντίστοιχη μ΄ αυτή που προκαλεί η αίσθηση της ματαιότητας των πραγμάτων. Πότε κάτι είναι μάταιο, δηλαδή; Πόσω μάλλον αν τεθεί μέσα στο γενικό πλαίσιο «ματαιότητα ύπαρξης» , «όλοι οδεύουμε σε ένα συγκεκριμένο τέλος» κλπ.
 Πόσο μάταιο είναι να γεμίζεις μια μποτίλια με σημειώματα και να τη ρίχνεις στη θάλασσα;
 Πόσο μάταιο να ρίχνεις μετά κι άλλη κι άλλη κι άλλη;

 Τίποτα δεν πάει χαμένο στη χαμένη σου ζωή, απαντάει ο στίχος.

  Σαν τους γύφτους/ σφυροκοπάμε/ αδιάκοπα/ στο ίδιο αμόνι/,απαντάει το ποίημα.

  Το λέει κι ο Ζορμπάς στον καλαμαρά του:
« Να, μια μέρα περνούσα από ένα χωριουδάκι. Ένας μπαμπόγερος ενενήντα χρονών φύτευε μια μυγδαλιά. «Ε, παππούλη, του κάνω, μυγδαλιά φυτεύεις;» Κι αυτός, έτσι σκυμμένος που ήταν, στράφηκε και μου κάνει: «Εγώ, παιδί μου, ενεργώ σα να ήμουν αθάνατος!- Κι εγώ, του αποκρίθηκα, ενεργώ σα να ‘ταν να πεθάνω την πάσα στιγμή.» Ποιος απ’ τους δυο μας είχε δίκιο, αφεντικό;
Με κοίταξε θριαμβευτικά:
-         Εδώ σε θέλω! είπε. »

  «Να ζεις για τη στιγμή που κάποιος θα βρει τη μποτίλια σου, θα την ανοίξει και θα αντιδράσει όπως ονειρεύεσαι˙ είτε το πιστεύεις, είτε όχι», κατέληξε ο κύριος Λι και έρριξε τη σκέψη του στη θάλασσα του διαδικτύου.

Κυριακή, 15 Οκτωβρίου 2017

Ο κύριος Λι συναντιέται με τη δημιουργία..


..και ααα και ωωω και ξυπνάει ο άνθρωπος μέσα. 
Ζωγραφίζεται η μουσική; ρωτάει. Φτιάχνουν κόσμους οι ήχοι; 
Α, αυτή η Κυριακή είχε να προσθέσει ένα κάτι στις αποσκευές.
Και, τι περίεργο, όσο προσθέτεις, τόσο ελαφρύτερες γίνονται!





Κυριακή, 8 Οκτωβρίου 2017

«Ο δικός σου αύγουστος;»

«Ο δικός σου αύγουστος;»


Εγκλωβισμένος από τις περιστάσεις στην αυγουστιάτικη Αθήνα, ο κ. Λ. ποτίζει τα λουλούδια της βεράντας του. Τα νερά, με τη σκουριά για χρώμα, σχεδιάζουν χάρτες στο δάπεδο. «Αν τα αφήσεις, δε θα βγαίνουν εύκολα».
« Όπως τα σχέδια για τα ταξίδια», σκέφτεται.
Τώρα πολεμάει να τα σβήσει με ένα συρματάκι της κουζίνας και δυσκολεύεται. Διεκδικούν το δικαίωμά τους στο ανεξίτηλο..
«Ο δικός σου ο αύγουστος;», τον ρωτάει στο μέιλ η μικρή του φίλη.
Νιώθει πως αυτόν τον αύγουστο τον ξοδεύει, έχει χρόνια πολλά να μη μυρίσει θάλασσα αυτό το μήνα, αρμυρίκι, αλμύρα, να μη νιώσει να του ξεραίνει το δέρμα το αλάτι κι η θάλασσα.
Και του έρχεται στο μυαλό η βαριά φωνή του Σεφέρη, να απαγγέλλει εκείνους τους στίχους από το Μυθιστόρημα:
«Λυπούμαι γιατί άφησα να περάσει ένα πλατύ ποτάμι 
μέσα από τα δάχτυλά μου 
χωρίς να πιω ούτε μια στάλα. 
Τώρα βυθίζομαι στην πέτρα. 
Ένα μικρό πεύκο στο κόκκινο χώμα, 
δεν έχω άλλη συντροφιά. 
Ό,τι αγάπησα χάθηκε μαζί με τα σπίτια 
που ήταν καινούργια το περασμένο καλοκαίρι 
και γκρέμισαν με τον αγέρα του φθινοπώρου

            Τους είχε αγαπήσει αυτούς τους στίχους, τον είχαν συγκινήσει και εκφράσει, φοιτητής τους πρωτοδιάβαζε και κάπως χωρίς να το καταλαβαίνει, όπως με όλα δηλαδή, διαμόρφωνε σκέψη, στάση, αντίληψη μέσα απ’ αυτούς· διαμόρφωνε τον άνθρωπο που θα ήταν στη ζωή του.
            Εκείνη την εποχή η κυρίαρχη τάση στο ποιητικό στερέωμα ήταν μια αίσθηση μελαγχολίας και ήττας, μια αίσθηση ματαίωσης, σαν άλλο να θέλαμε να ζούμε και άλλο να ζούσαμε. Σαν η ποίηση να ήταν μια οδός παραδοχής, αν όχι καταγγελίας, των απουσιών. Και σαν τους χάρτες από το σκουριασμένο νερό στο δάπεδο της βεράντας, τα σημάδια της τάσης αυτής, δερματόστικτα βαθιά χαραγμένα, δύσκολα ξερριζώνονται.
            Κι ας την εμπαίζει τώρα ο κ. Λ. την τάση αυτή. Κι ας μοιάζει στο γέρο του Καβάφη, που «Θυμάται ορμές που βάσταγε· και πόση
χαρά θυσίαζε. Την άμυαλή του γνώσι
κάθ’ ευκαιρία χαμένη τώρα την εμπαίζει
Η αλήθεια είναι  πως, ναι, πολλές πολλές φορές ο κ. Λ. άφησε ένα πλατύ ποτάμι να περάσει μέσα από τα δάχτυλά του χωρίς να πιει ούτε μια στάλα.
            Ας είναι. Στέκεται στη φωτεινή πλευρά τώρα. Σ’ αυτή που του υπαγορεύει να μην απαντήσει στη μικρή του φίλη με τους στίχους του
Σεφέρη, όχι, δεν καταδέχεται να αφήνει τη δροσιά να γλιστράει από τα χέρια του, σ’ αυτή την πλευρά που τον οπλίζει με μια πολεμική κριτική απέναντι σ’ αυτή την τάση.


            Έτσι που σε κάνει ν’ αναρωτιέσαι: Ο κ. Λ. δεν παραδίνεται ή δεν παραδέχεται ότι παραδίνεται; 
βίντεο της katerina boukorou

Κυριακή, 1 Οκτωβρίου 2017

Caò d´amor a la Llibertat
Lluis Llach


Oι καταλανοί θέλουν να ψηφίσουν για την ανεξαρτησία τους˙ οι ισπανοί δε θέλουν οι καταλανοί να ψηφίσουν για την ανεξαρτησία τους. Τα δύο θέλω συγκρούονται. Crash. Ο ήχος της σύγκρουσης. Όταν συγκρούονται οι άνθρωποι, σπάνε. Σπάνε διάφορα πράγματα, σπάνε οι άνθρωποι.


Επινόησαν ιδέες οι άνθρωποι, τις κατέστησαν με τον καιρό ελκυστικές και απαραίτητες και εκπαιδεύουν τους επόμενους ανθρώπους σ’ αυτές. Έφτιαξαν έθνη˙ ταυτότητες˙  θρησκείες˙ σημαίες. Crash. Η Ιστορία τούς ορίζει να περνάει η περηφάνια μέσα απ’ αυτά. Να περνάει η ζωή μέσα απ’  αυτά.

Κι αυτοί σπάνια αναρωτιούνται αν μπορεί να συμβεί μια ζωή άλλη, έξω απ’  αυτά. Ποιος ξέρει. Ίσως έχουμε ανάγκη από αυτοπροσδιορισμούς κι αυτοί με τη σειρά τους έχουν ανάγκη τις μύριες όσες επινοήσεις μας.

 Επιβιώνουμε ευχαρίστως μέσα στην εικονική μας πραγματικότητα, στις ιδέες που έχουμε αποφασίσει ότι είμαστε (ισπανοί, ας πούμε, τάδε θρησκεύματος, τάδε γλώσσας, τάδε ιστορίας κοκ)  και φτάνουμε να σκοτώνουμε γι’ αυτήν. Επόμενο˙ καθώς «ορίζω» σημαίνει βάζω όρια. Ορίζω τον εαυτό μου, δηλαδή, τον διαφοροποιώ απ’ αυτούς που είναι έξω από τα όριά μου, τους άλλους, τους ξένους, τους εχθρούς. Ορισμός. Περιχαράκωση. Χαρακώματα. Άμυνα και επίθεση. Πόλεμος.

Ποια ελευθερία;

Ποια είναι η ελευθερία που τραγουδάει ο καταλανός Lluis Llach, που “μας περιμένει αλυσοδεμένη”, που «της έχουμε προσφέρει τόσα τραγούδια, για να υποφέρουμε λίγο λιγότερο την απουσία της», που «φωνάζουμε τόσο δυνατά τ’ όνομά της, λες κι η ζωή δεν είναι άλλο πράγμα από το να προχωράμε πάντα στην πηγή της»;

Ni sé com, Llibertat,
hem vestit la teva imatge en el temps;
per no haver-te conegut
t'hem ofert cançons d'amor
per a fer-te un poc menys absent.
La Llibertat,
aquesta dama encadenada que ens està esperant.

I el teu nom, Llibertat,
poc a poc l'abarateixen, meu amor;
sabent-nos enamorats,
venen ombres del teu cos
per calmar la nostra antiga set,
però així no ets tu.
La Llibertat,
aquesta dama encadenada que ens està esperant.

I potser, Llibertat,
ets un somni fet bandera, tant se val.
Cridarem sempre el teu nom
com si viure només fos
ésser pelegrí a la teva font.
La Llibertat,
aquesta dama encadenada que ens està esperant.

Και σε ισπανική μετάφραση




Ni sé cómo, libertad,
hemos vestido tu imagen en el tiempo,
porque no te hemos conocido
te hemos ofrecido canciones de amor,
para sufrir un poco menos tu ausencia.
La libertad,
esta dama encadenada que nos está esperando.

Y tu nombre, libertad,
lo abaratan poco a poco, mi amor,
sabiéndonos enamorados
venden sombras de tu cuerpo
para calmar nuestra sed antigua,
pero así no eres tú.
La libertad,
esta dama encadenada que nos está esperando.

Y tal vez, libertad,
eres un sueño hecho bandera, qué importa;
gritaremos siempre tu nombre
como si vivir no fuera otra cosa
que peregrinar hacia tu fuente.
La libertad,
esta dama encadenada que nos està esperando
.