Κυριακή, 28 Ιανουαρίου 2018

Καφενεῖον " Ἡ Συνάντησις"




            Μπορεί να έχει μειωθεί, αλλά δεν έχει ακόμα καταργηθεί η καταφυγή του κ. Λι στο γράψιμο. Γράφει, καταγράφει, σημειώνει, σχολιάζει, ούτε που ξέρει τι θα τα κάνει τα κείμενα αυτά. Μάλλον ξέρει. Τίποτα δε θα τα κάνει. Ωστόσο, τα ευχαριστιέται και κάπου κάπου τα δείχνει και στον Δίδυμο που «τα κάνω κέφι, αδερφέ, μερικά έχουν πλάκα».
            Σήμερα του δίνει να δει το κειμενάκι που έγραψε για τον Γείτονα.
            «Δεν είναι ότι είναι σπουδαίο˙», του λέει, «είναι γραμμένο, όμως, με κατανόηση. Προσπαθώ να τον συμπαθήσω, τον μπαγάσα!»
            «Για φέρε να δω».
            Του το δίνει:

Παρακολουθώντας τον Γείτονα να μπαίνει
στο καφενείον «Η συνάντησις»

            «Μπαίνει μέσα. Κάθεται, μπορεί και με τις ώρες. Με την άκρη του ματιού του βλέπει ποιος είναι μέσα εκείνη την ώρα, μπορεί να καλημερίσει και μερικούς φίλους, να συνομιλήσει μαζί τους, αλλά βασικά κάθεται και χαζεύει.
            Η μέρα προσφέρει πολλά νέα και κουτσομπολιά, έχει απ’  όλα. Πολιτικά, αθλητικά, καλλιτεχνικά, κουτσομπολιά. Το δημοκρατικότατο βέβαια δικαίωμα του σχολιασμού εκεί του παραχωρείται απλόχερα. Υπάρχουν ένα σωρό ευήκοα ώτα σε ετοιμότητα, να συνηγορήσουν, να διαφωνήσουν, να αντιλέξουν, να επικροτήσουν. Καλύτερα κι απ’  την οικογένειά του. Εκεί  τον βαρεθήκανε, εδώ τον ακούνε, μπορεί ακόμα να μετράει. Εκεί η απόρριψη, εδώ μπορεί να παλεύει την αποδοχή και να χαίρεται εξασφαλίζοντας και επιβεβαιώνοντάς  τη.
            Άσε βέβαια που όλα αυτά μπορεί να γίνονται συνοδεία πρωινού καφέ, μεσημεριανού ούζου ή ό,τι άλλου θα αποφασίσει να προσγειωθεί δίπλα του.
            Σεργιάνι στον κόσμο η ώρα αυτή που κάθεται εδώ, εκπλήρωση της κοινωνικότητάς του, ενημέρωση, επικοινωνία, ψυχαγωγία, σκότωμα του χρόνου, πάρτε το όπως θέλετε.
            Πάντως ο ίδιος εδώ αισθάνεται ότι χτίζει το κοινωνικό του πρόσωπο, εδώ προχωράει το σκουπιδιάρικο κάρο της ζωής του.»

            «Αυτό είναι;»
            «Ναι»
            «Πράγματι. Δεν είναι σπουδαίο»
            «…»
            «Να σου πω˙ γιατί δεν κάνεις μια αλλαγή;»
            «Σιγά, ρε, λες και θα το εκδώσω;!»
            «Όχι, όχι. Όμως για να μπορείς να αγγίζεις τον αναγνώστη σου, πρόσφερέ του  ταύτιση»
            «Πώς;»
            «Μην αλλάξεις το κείμενο. Μόνο τον τίτλο. Εκεί που λέει ‘παρακολουθώντας τον Γείτονα να μπαίνει .. ‘ μη βάλεις μετά «στο καφενείον Η Συνάντησις»
            «Αλλά;»
            «Βάλε ‘στο Facebook.’:  ‘Παρακολουθώντας τον Γείτονα να μπαίνει στο Facebook’. Και  άσε το κείμενο ίδιο, ολόιδιο. Ξαναδιάβασέ το κάτω απ’ αυτό τον τίτλο, να δεις τι σύγχρονο γίνεται!”, πρότεινε ο Δίδυμος, υπομειδιώντας και κοιτάζοντας επίμονα στα μάτια τον Λι, που μετά από μια στιγμή σιωπής, έβαλε τα γέλια.

             

Κυριακή, 21 Ιανουαρίου 2018

Στο νεροχύτη. Ταξίδι στην καρδιά των φίλων




            Οι καλεσμένοι έφυγαν αργά, ένα απαλό κίτρινο ημίφως χαϊδεύει τη βομβαρδισμένη κουζίνα, ο Λι ανοίγει  χαμηλόφωνα το ράδιο και φοράει την ποδιά.
            Σε λίγη ώρα η κουζίνα θα είναι ολοκάθαρη και φιλόξενη για το κυριακάτικο πρωινό.
            Είναι μια ακόμα ώρα, μια ακόμα διαδικασία που αγαπάει ο κύριος Λι. Στ’ αυτιά του οι συνομιλίες, τα ανοιχτόκαρδα αστεία, τα τραγούδια, οι δοξαστικοί της συνάντησης ήχοι ˙ οι φράσεις που γλύκαναν, οι φράσεις που έκρυψαν, οι φράσεις που πρόδωσαν ανάγκες και συναισθήματα (φράζει η φράση;), οι φράσεις που επιβεβαίωσαν. Και οι εικόνες είναι κι αυτές ζωντανές ακόμα. Ο Φιλιππάκης σφίγγει τον μπαγλαμά και ζορίζεται συγκεντρωμένος˙ ο γάτος, στη ράχη του καναπέ, 
δυσανασχετεί κι αλλάζει στάση ύπνου˙ οι Μαρίες κάτι ψιθυρίζουν και χαμογελάνε˙ τα φύλλα με τους στίχους σκόρπια, ποτήρια παντού˙ Ο Γιάννης βουλιαγμένος στην πολυθρόνα του σιγοντάρει, στην κρεβατοκάμαρα τα μπουφάν ασώματα παίρνουν το ρεπό τους.

            Του Λι του αρέσει να τα ξαναφέρνει στο μυαλό του, να τα κρατάει στη μνήμη του, μέσα από τη διαδικασία της τακτοποίησης της κουζίνας ή καθώς καθαρίζει στο νεροχύτη. Παίζει τρυφερά το παιχνίδι της αναγνώρισης των πιάτων, των πιάτων που του μιλάνε για τους φίλους που αγαπάει.  Αυτό με τα ίχνη σαλάτας και βέβαια είναι της Μαρίνας, πόσο διακριτική, πόσο προσεκτική, πόσο εγκρατής, πόσο ο ίδιος δεν μπορεί να γίνει σαν τη φίλη του, να προσέξει λίγο περισσότερο τη δίαιτά του˙ τα πολλά κουκουτσάκια από τις κρητικές σπιτικές  ελιές έχουν την υπογραφή του Γιάννη, ξεχωρίζει άμεσα και εύστοχα το αγνό πράμα και το απολαμβάνει˙ βλέποντας στο άλλο πιάτο τη γραμμή που άφησε το ψωμάκι στη σάλτσα, βλέπει πάλι το Νικόλα να συγκατανεύει χαμογελαστά με στραμμένα ταυτόχρονα τα αυτιά στην κουβέντα και τα μάτια στη σαλτσούλα.
            Και χαίρεται.
            Ταξίδι στην καρδιά των φίλων του  το νυχτερινό πλύσιμο των πιάτων μετά την επίσκεψη. Παρατείνει τη συνάντηση μαζί τους, χαϊδεύοντας με το σφουγγαράκι τις επιφάνειες χαϊδεύει και με τη μνήμη πρόσωπα και στιγμές, στεριώνει τους δεσμούς του, θα λέγαμε -  κάπως έτσι τρέφεται η αγάπη.

            Περίεργο, ε; Καμιά φορά καθαρίζοντας δε σβήνεις τα ίχνη. Τα χαράζεις.

η ανάρτηση είναι αφιερωμένη στο ξωτικό, που έδωσε την αφορμή

Κυριακή, 14 Ιανουαρίου 2018

ο απέραντος κόσμος των άδηλων στοχασμών



             Noοτροπία πεταλούδας ο κύριος Λι: Αίσθηση συντομίας τής ζωής, ευθραυστότητα, ασταθές πέταγμα, συνεχής μετακίνηση από στόχο σε στόχο, από άνθος σε άνθος, ο απόλυτος ερασιτέχνης σε όλα δηλαδή, καθώς πάντα μοίραζε τη ζωή του σε όλα. Ποτέ, ας πούμε, δεν κάθησε να γράψει κάτι, όσο κι αν μέσα του υπήρχε η πρόκληση.
            Υπερβάλλω. Δεν κάθησε να γράψει κάτι εκτενές, κάτι μεγαλόπνοο, κάτι φιλόδοξο.
Καμιά φορά κάποιες σκέψεις του, σαν πεταλούδες κι αυτές, τις κυνηγούσε με την απόχη τής γραφής, περισσότερο για να τις θυμάται και να τις συζητάει με τον Δίδυμο. Τις αποτύπωνε, λοιπόν, κάπως βιαστικά  και ατημέλητα, κι αυτό ήταν όλο. Μετά, τους έβαζε ημερομηνία και τις αποθήκευε σε ένα φάκελο με τίτλο «Σκέψεις της ημέρας». (Δεν είναι της ώρας να σχολιάσω ότι δεν είχε αντιληφθεί  πως μ’ αυτό τον τρόπο συμπλήρωνε σιγά σιγά ένα ενδιαφέρον προσωπικό ημερολόγιο.)

            Τις προάλλες λοιπόν,  καθώς περπατούσε σε ένα τυπικά στενό πεζοδρόμιο της περιοχής των Αμπελοκήπων, όπου πια ούτε αμπέλια ούτε κήποι, γκρίζο πρωί και με πολύ κρύο, έκανε μια σκέψη που τον έκανε να αναπηδήσει από χαρά, γιατί αμέσως κατάλαβε ότι αυτή θα ήταν η σκέψη της ημέρας. Και, όπως και να το κάνεις, η χαρά συνοδεύει κάθε καινούριο που γεννιέται. Κατά το σύνηθες, την επεξεργάστηκε για δευτερόλεπτα, ίσα ίσα για να σχηματιστεί κάπως, και μετά την άφησε.
          
           Τα πλούσια γεγονότα της ημέρας που ακολούθησε, το εξιτήριο της μητέρας του από το νοσοκομείο με την καταδίκη στο χέρι για θάνατο από καρκίνο εντός ολίγων μηνών, οι συζητήσεις του και οι επαφές του για το θέμα αυτό, τα διαβάσματα με τον Υιοθετημένο, οι ειδήσεις που όλη μέρα βούιζαν για το νέο τρομοκρατικό χτύπημα, η ίδια του η κούραση και το κρύο μέσα κι έξω, ήταν παράγοντες που έκαναν  την πρωινή σκέψη να φαίνεται πολύ μακρινή, σαν μιας άλλης μέρας, όπως κάποια εντύπωση που μέσα στο όνειρο μοιάζει σημαντική και η πραγματικότητα τής αλλάζει διαστάσεις. Δεν ήταν ζεστή πια, αποφάσισε να μην ασχοληθεί μαζί της.
            Κι έτσι η σκέψη πέθανε πριν γεννηθεί.

            Αστραπιαία του έμοιασε με τα εκατομμύρια δαιμονισμένα, ταχύτατα σπερματοζωάρια που δε θα γονιμοποιηθούν ποτέ και που θα χάσουν την ευκαιρία να γίνουν ανθρωπάκια. Κι αναρωτήθηκε πόσες σκέψεις να πηγαίνουν καθημερινά έτσι, στα χαμένα. Γιατί κι αυτές οι καημένες, για να αποκτήσουν υπόσταση, χρειάζεται να εκφραστούν, κάπου, κάπως˙ αν όχι, δε θα υπάρξουν ποτέ.
            Πίσω από τον κόσμο των εκφρασμένων στοχασμών υπάρχει, λέει ο κ. Λι, ένας άλλος, απέραντος άδηλος κόσμος άδηλων στοχασμών.
             Σήμερα κατάφερε να τον δει, γιατί αυτός ο κόσμος, σα μαύρη τρύπα,  απορρόφησε μια σκέψη του. 


Κυριακή, 7 Ιανουαρίου 2018

εκλεκτικές συγγένειες



Τα τελευταία χρόνια, της οκονομικής κρίσης, ο Δίδυμος απόκτησε τη συνήθεια της μηνιάτικης επιδρομής στη βιβλιοθήκη του κυρίου Λι. Βιβλιοφάγος ο ίδιος, βιβλιολάτρης ο Λι  και γι’ αυτό και κάτοχος μιας ευμεγέθους συλλογής και μάλιστα αλφαβητικά ταξινομημένης, πράγμα που βόλευε πολύ τον Δίδυμο στις στοχευμένες συνήθως αναζητήσεις του. Ώσπου..
            -- Τι γίνεται εδώ, ρε;
            ..Ώσπου ο κύριος Λι  αποφάσισε να πειραματιστεί στον τομέα της λογοτεχνίας, τακτοποιώντας τα βιβλία όχι αλφαβητικά αλλά με κριτήριο τις «εκλεκτικές συγγένειες», όπως ανακοίνωσε στον εμβρόντητο αδερφό του.
            -- Εκλεκτικές συγγένειες; 
            -- Σαν παιχνίδι το κάνω. Με δικό μου, αυθαίρετο και προσωπικό κριτήριο συγγένειας των συγγραφέων. Βάζω, ας πούμε, τον Μάρκες δίπλα στον Καρνέζη, τη Δημουλά δίπλα στη Σιμπόρσκα, τον Χάκκα και τον Σκαρίμπα μαζί, τον Χιόνη μαζί με τη Μαρία Σούα..
            -- Την ποια;
            Αδιάβαστος ο αδερφός. Ανακωχικός ο Λι, συμπληρώνει αδιάφορα:
            -- Ούτε εγώ την ήξερα. Ana Marìa Shua˙ από την Αργεντινή. Έχει ενδιαφέρον.

            Τη δανείστηκε τη Μαρία Σούα ο Δίδυμος, τον Αργύρη Χιόνη τον ήξερε και του άρεσε, και λίγες μέρες μετά έστειλε ένα μέιλ στον Λι.
            -- Είχες δίκιο. Μια χαρά τα λένε οι δυο τους.
            Και για του λόγου το αληθές του παρέθεσε δέκα αποσπάσματα και των δυο, με την παιχνιδιάρικη πρόκληση να βρει ο αδερφός του σε ποιον ανήκει το καθένα. Λοιπόν, έχουμε και λέμε:

1. Όσο ο αχαΐρευτος λαγός κοιμάται, η συνεχής χελώνα φτάνει στη γραμμή του τερματισμού. Μα τι γελοίος εφιάλτης, σκέφτεται ο λαγός, με το που ξυπνάει κακοδιάθετος. Τεντώνεται, σηκώνεται και με τρεις σάλτους κερδίζει την κούρσα.

2. Ο ακοντιστής σημαδεύει την καρδιά της απεραντοσύνης, το κέντρο, δηλαδή, του μηδενός. Είναι ευνόητο, λοιπόν, να δυστυχεί κάθε που βλέπει να καρφώνεται το δόρυ του πάνω στη γη, λίγο πιο πέρα, κάποια μέτρα, από ‘κει που το εξακόντισε. Βέβαια, συνεχίζει να στοχεύει το υπερπέραν, έστω χωρίς ελπίδα, χωρίς πιθανότητα καμιά να χάσει εκεί πέρα το ακόντιό του, να σπάσει όλα τα ρεκόρ, να καταργήσει, εν κατακλείδι, το άθλημα. Είναι δυστυχής, λοιπόν, ο ακοντιστής, αλλά, ενδομύχως, και ευτυχής, καθότι ο μόνος τρόπος για να παραμείνει ακοντιστής είναι να του διαφεύγει, αενάως, το άπειρο.

3. Είμαστε σαν το γρασίδι των δημόσιων κήπων
Κάθε τόσο μας κουρεύουν σύρριζα τη σκέψη
Χάριν συμμετρίας

4. Εγώ δεν έχω τίποτα εναντίον των τηγανητών αυγών.
Αυτά είναι που με κοιτούν με κατάπληξη, με τρόμο, με μάτια γουρλωμένα.



           
 5.Το όνειρο είναι η προνομιούχος χώρα τής αμαρτίας. Τόπος φοβερός όπου πραγματοποιούνται και τιμωρούνται οι επιθυμίες δίχως ποτέ να ικανοποιούνται.

6. Ο παλαιστής που αποφασίζει να παλέψει με το χρόνο, αλείφει το κορμί του με λάδι για να γλιστρά απ’ την πανίσχυρη λαβή του. Όμως ο χρόνος, ως γνωστόν, δεν έχει χέρια, γι’ αυτό κανένας δεν μπορεί να του ξεφύγει.

7. Κάποιος εξημέρωσε, κάποτε, μια μοναξιά· από θηρίο της ερήμου ζώο την έκανε οικόσιτο, κι ήτανε τρυφερή και διακριτική και στην αφή απαλή, πιο απαλή ακόμη κι από γάτα.
            Τώρα πώς έγινε και, έτσι ξαφνικά, αυτή η τόσο εξημερωμένη μοναξιά τον κατασπάραξε, κανείς δεν ξέρει.

8. Το να είσαι κυνηγημένος από ένα λεφούσι πεινασμένα κουνούπια είναι κάτι πολύ κακό. Το να είσαι στα δόντια μιας στρατιάς από αδίστακτους γιγάντιους μέρμηγκες είναι συμφορά. Ωστόσο είναι πολύ χειρότερο να μην είσαι, να μην ήσουν ποτέ.

9. Να τος εκεί, διαμιάς μαραμένος, καταρυτιδιασμένος, λησμονημένος. Αυτό συμβαίνει όταν τσιγκλάει κανείς το χρόνο όλη μέρα με τους δείχτες τού ρολογιού.

10. Οι άνθρωποι το πιο συχνά
δεν ξέρουν τι να κάνουνε τα χέρια τους
Τα δίνουν - τάχα χαιρετώντας - σ' άλλους
Τ' αφήνουνε να κρέμονται σαν αποφύσεις άνευρες
Ή - το χειρότερο - τα ρίχνουνε στις τσέπες τους
και τα ξεχνούνε
Στο μεταξύ ένα σωρό κορμιά μένουν αχάιδευτα
Ένα σωρό ποιήματα άγραφα.

            -- Άντε, κύριε Λι. Επιχείρησέ το και πρότεινε και στους διαδικτυακούς σου φίλους να το κάνουν.
            Αμ’ έπος αμ’ έργον. Οι απαντήσεις στα σχόλια J

ΣΗΜ1  Οι φωτογραφίες είναι από τη μεταφορά ενός διηγήματος του Αργύρη Χιόνη σε κόμικ που έκανε η νεαρή και ταλαντούχα φίλη του κ.Λι Ιωάννα Αλεξοπούλου και δημοσιεύεται στο 2ο τεύχος του περιοδικού Μπλε Κομήτης.

ΣΗΜ2. Τα κείμενα της Άνα Μαρία Σούα στο βιβλίο της "Ονειροπαγίδα", εκδ. Απόπειρα, 2015, σε μετάφραση Άννας Βερροιοπούλου
Αυτά του Αργύρη Χιόνη από διάφορες συλλογές του, που περιλαμβάνονται και στην έκδοση "Η φωνή της σιωπής", εκδ. Νεφέλη, 2006


Δευτέρα, 1 Ιανουαρίου 2018

Το τέλος των αρχών

- Είναι ζήτημα αρχής, είπε, με κάποια υποψία περηφάνιας ο Δίδυμος.
- Και γιατί οι άνθρωποι, αδερφέ, σκοτώνονται να επινοούν αρχές;
- Όχι μόνο να επινοούν, αλλά και να τις κρατάνε, Λάμπρο. Βάση, πυξίδα κι οδηγό να τις έχουν. Μα, γιατί είναι άνθρωποι, ρε Λάμπρο˙ γιατί άνω θρώσκουν. Γιατί έτσι αξιώνονται, έτσι αντιπαλεύουν το μέσα ζώο. Βέβαια..
- Βέβαια;
- Βέβαια, είναι ενδιαφέρον να δούμε όχι πότε και γιατί τις χτίζουν, αλλά πότε και γιατί τις γκρεμίζουν, τις καταργούν.
            Κάπου εκεί χτύπησε το τηλέφωνο, διακόψανε τα αδέρφια τη συζήτηση, την άφησαν.
            Το καρφάκι, όμως, από την τελευταία φράση του αδερφού του, για ώρες τριβέλιζε το μυαλό του κυρίου Λι. Χάρτινα οχυρά οι αξίες πίσω από τις οποίες ταμπουρώνεται ο άνθρωπος, σκεφτόταν. Όσο κι αν τις επιδεικνύει και τις προτάσσει στη ζωή του – σημαίες περήφανες που κυματίζουν – εν ριπή οφθαλμού τις εξαφανίζει, όταν η ανάγκη μιλήσει. Θυμάται πολλές τέτοιες κατολισθήσεις δικές του, τσουβαλιασμένες τώρα στη σκοτεινή αποθήκη της μνήμης:
            Το μέσον που χρησιμοποίησε στο στρατό, για να μη γίνει δόκιμος και υπηρετήσει έξι μήνες παραπάνω – η ακεραιότητα δε σήκωνε «μέσα» στη μέχρι τότε ζωή του˙ όμως εκεί λύγισε. Εύκολα, γρήγορα, αναίμακτα, καλύφθηκε: «Μα δε βλάπτω κανένα, δεν το κάνω σε βάρος κανενός, είναι απλώς βλακεία να μην το κάνω. Στοιχειώδης άμυνα απέναντι σ’ ένα άδικο σύστημα..» καιλοιπάκαιλοιπάκαιλοιπά.
            Αλλά και πριν λίγες μέρες, όταν οΥιοθετημένος ταραζόταν από τις σπασμωδικές κρίσεις της εφηβείας του, μήπως αυτός δεν πέρασε την κόκκινη γραμμή, μήπως δεν τσαλάκωσε πάλι την ακεραιότητά του αρχίζοντας να παρακολουθεί τους διαλόγους του μικρού με τους φίλους του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης; Ε, ναι, για τη σωτηρία του παιδιού!
            Οπότε; Ο μικρός άνθρωπος κατασκευάζει αξίες πολύ βαρύτερες απ’ αυτές που μπορεί να σηκώσει;
            Και να τους, σήμερα, παραμονή πρωτοχρονιάς, ο Λι να μεταφέρει  τις σκέψεις αυτές στον Δίδυμο, και οι δυο τους να συνεχίζουν τη συζήτηση και να συμφωνούν, όπως λίγες φορές το κάνουν, ότι ίσως ακριβώς αυτό έχει ανάγκη να κάνει ο άνθρωπος κι ας αποδεικνύεται στο τέλος αδύναμος και κατώτερος των περιστάσεων:
            Να χτίζει σκάλες, να κατασκευάζει φτερά, να ονειρεύεται ουρανό. Κι ας μη διαθέτει τα καλύτερα υλικά. Κι ας σπάει τα μούτρα του, συχνά πυκνά. Κι ας έχει βιώσει, ξανά και ξανά, το τέλος των αρχών του. Φαίνεται πως αυτό το τέλος, τέλος δεν έχει.


            Σε λίγες ώρες αλλάζει η χρονιά.  Ο Λι αποχαιρέτησε τον Δίδυμο – που του ευχήθηκε «καλά χτισίματα, αδερφέ!» - και ξεκίνησε την καθιερωμένη του παραμονιάτικη βραδινή περιπλάνηση  στους δρόμους που μόλις άρχιζαν να ανασαίνουν από την έντονη κίνηση της μέρας. Τα φωτάκια στα μπαλκόνια έστελναν τα δικά τους σήματα μορς. Αλλάζει ο χρόνος. Τι φράση κι αυτή.. Ο Λι χαμογελάει. Συλλογίζεται την  αέναη εναλλαγή του τέλους και της αρχής του χρόνου και την παραλληλίζει με την αέναη επιμονή του ανθρώπου να ξανανεβαίνει. Στο μυαλό του ο μύθος του Σίσυφου αντιπαλεύει με την κουβέντα του Ρίτσου – πώς το ‘λεγε; κάτσε

"(…) γιατί ολόκληρη η ζωή, ολόκληρη η ιστορία της ανθρωπότητας είναι ένας κύκλος. Όχι, όχι κύκλος, θα μπορούσα να πω μια σπείρα. Μια ανερχόμενη, ανελισσόμενη σπείρα. Όλο και πιο πάνω, όλο και πιο πάνω. Ως πού; Δεν έχει τέλος, το ατελεύτητο που συναντάται με το απέραντο. Ατελεύτητο και απέραντο. Να το ζήσεις μόνο μια στιγμή το έζησες για πάντα και είναι σαν να υπάρχεις πάντα. Και υπάρχεις, έτσι δεν είναι; Υπάρχεις, υπάρχω, υπάρχουμε. Η αιώνια ανθρώπινη ύπαρξη».