Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βιβλία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βιβλία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 7 Ιανουαρίου 2018

εκλεκτικές συγγένειες



Τα τελευταία χρόνια, της οκονομικής κρίσης, ο Δίδυμος απόκτησε τη συνήθεια της μηνιάτικης επιδρομής στη βιβλιοθήκη του κυρίου Λι. Βιβλιοφάγος ο ίδιος, βιβλιολάτρης ο Λι  και γι’ αυτό και κάτοχος μιας ευμεγέθους συλλογής και μάλιστα αλφαβητικά ταξινομημένης, πράγμα που βόλευε πολύ τον Δίδυμο στις στοχευμένες συνήθως αναζητήσεις του. Ώσπου..
            -- Τι γίνεται εδώ, ρε;
            ..Ώσπου ο κύριος Λι  αποφάσισε να πειραματιστεί στον τομέα της λογοτεχνίας, τακτοποιώντας τα βιβλία όχι αλφαβητικά αλλά με κριτήριο τις «εκλεκτικές συγγένειες», όπως ανακοίνωσε στον εμβρόντητο αδερφό του.
            -- Εκλεκτικές συγγένειες; 
            -- Σαν παιχνίδι το κάνω. Με δικό μου, αυθαίρετο και προσωπικό κριτήριο συγγένειας των συγγραφέων. Βάζω, ας πούμε, τον Μάρκες δίπλα στον Καρνέζη, τη Δημουλά δίπλα στη Σιμπόρσκα, τον Χάκκα και τον Σκαρίμπα μαζί, τον Χιόνη μαζί με τη Μαρία Σούα..
            -- Την ποια;
            Αδιάβαστος ο αδερφός. Ανακωχικός ο Λι, συμπληρώνει αδιάφορα:
            -- Ούτε εγώ την ήξερα. Ana Marìa Shua˙ από την Αργεντινή. Έχει ενδιαφέρον.

            Τη δανείστηκε τη Μαρία Σούα ο Δίδυμος, τον Αργύρη Χιόνη τον ήξερε και του άρεσε, και λίγες μέρες μετά έστειλε ένα μέιλ στον Λι.
            -- Είχες δίκιο. Μια χαρά τα λένε οι δυο τους.
            Και για του λόγου το αληθές του παρέθεσε δέκα αποσπάσματα και των δυο, με την παιχνιδιάρικη πρόκληση να βρει ο αδερφός του σε ποιον ανήκει το καθένα. Λοιπόν, έχουμε και λέμε:

1. Όσο ο αχαΐρευτος λαγός κοιμάται, η συνεχής χελώνα φτάνει στη γραμμή του τερματισμού. Μα τι γελοίος εφιάλτης, σκέφτεται ο λαγός, με το που ξυπνάει κακοδιάθετος. Τεντώνεται, σηκώνεται και με τρεις σάλτους κερδίζει την κούρσα.

2. Ο ακοντιστής σημαδεύει την καρδιά της απεραντοσύνης, το κέντρο, δηλαδή, του μηδενός. Είναι ευνόητο, λοιπόν, να δυστυχεί κάθε που βλέπει να καρφώνεται το δόρυ του πάνω στη γη, λίγο πιο πέρα, κάποια μέτρα, από ‘κει που το εξακόντισε. Βέβαια, συνεχίζει να στοχεύει το υπερπέραν, έστω χωρίς ελπίδα, χωρίς πιθανότητα καμιά να χάσει εκεί πέρα το ακόντιό του, να σπάσει όλα τα ρεκόρ, να καταργήσει, εν κατακλείδι, το άθλημα. Είναι δυστυχής, λοιπόν, ο ακοντιστής, αλλά, ενδομύχως, και ευτυχής, καθότι ο μόνος τρόπος για να παραμείνει ακοντιστής είναι να του διαφεύγει, αενάως, το άπειρο.

3. Είμαστε σαν το γρασίδι των δημόσιων κήπων
Κάθε τόσο μας κουρεύουν σύρριζα τη σκέψη
Χάριν συμμετρίας

4. Εγώ δεν έχω τίποτα εναντίον των τηγανητών αυγών.
Αυτά είναι που με κοιτούν με κατάπληξη, με τρόμο, με μάτια γουρλωμένα.



           
 5.Το όνειρο είναι η προνομιούχος χώρα τής αμαρτίας. Τόπος φοβερός όπου πραγματοποιούνται και τιμωρούνται οι επιθυμίες δίχως ποτέ να ικανοποιούνται.

6. Ο παλαιστής που αποφασίζει να παλέψει με το χρόνο, αλείφει το κορμί του με λάδι για να γλιστρά απ’ την πανίσχυρη λαβή του. Όμως ο χρόνος, ως γνωστόν, δεν έχει χέρια, γι’ αυτό κανένας δεν μπορεί να του ξεφύγει.

7. Κάποιος εξημέρωσε, κάποτε, μια μοναξιά· από θηρίο της ερήμου ζώο την έκανε οικόσιτο, κι ήτανε τρυφερή και διακριτική και στην αφή απαλή, πιο απαλή ακόμη κι από γάτα.
            Τώρα πώς έγινε και, έτσι ξαφνικά, αυτή η τόσο εξημερωμένη μοναξιά τον κατασπάραξε, κανείς δεν ξέρει.

8. Το να είσαι κυνηγημένος από ένα λεφούσι πεινασμένα κουνούπια είναι κάτι πολύ κακό. Το να είσαι στα δόντια μιας στρατιάς από αδίστακτους γιγάντιους μέρμηγκες είναι συμφορά. Ωστόσο είναι πολύ χειρότερο να μην είσαι, να μην ήσουν ποτέ.

9. Να τος εκεί, διαμιάς μαραμένος, καταρυτιδιασμένος, λησμονημένος. Αυτό συμβαίνει όταν τσιγκλάει κανείς το χρόνο όλη μέρα με τους δείχτες τού ρολογιού.

10. Οι άνθρωποι το πιο συχνά
δεν ξέρουν τι να κάνουνε τα χέρια τους
Τα δίνουν - τάχα χαιρετώντας - σ' άλλους
Τ' αφήνουνε να κρέμονται σαν αποφύσεις άνευρες
Ή - το χειρότερο - τα ρίχνουνε στις τσέπες τους
και τα ξεχνούνε
Στο μεταξύ ένα σωρό κορμιά μένουν αχάιδευτα
Ένα σωρό ποιήματα άγραφα.

            -- Άντε, κύριε Λι. Επιχείρησέ το και πρότεινε και στους διαδικτυακούς σου φίλους να το κάνουν.
            Αμ’ έπος αμ’ έργον. Οι απαντήσεις στα σχόλια J

ΣΗΜ1  Οι φωτογραφίες είναι από τη μεταφορά ενός διηγήματος του Αργύρη Χιόνη σε κόμικ που έκανε η νεαρή και ταλαντούχα φίλη του κ.Λι Ιωάννα Αλεξοπούλου και δημοσιεύεται στο 2ο τεύχος του περιοδικού Μπλε Κομήτης.

ΣΗΜ2. Τα κείμενα της Άνα Μαρία Σούα στο βιβλίο της "Ονειροπαγίδα", εκδ. Απόπειρα, 2015, σε μετάφραση Άννας Βερροιοπούλου
Αυτά του Αργύρη Χιόνη από διάφορες συλλογές του, που περιλαμβάνονται και στην έκδοση "Η φωνή της σιωπής", εκδ. Νεφέλη, 2006


Κυριακή 29 Οκτωβρίου 2017

η λήθη που θα γίνουμε

         
          Υπάρχουν ξάδερφοι που πάνε στην Κολομβία για να δώσουν συναυλίες.
          Ο κύριος Λι έχει έναν τέτοιο.
          Επέστρεψε εντυπωσιασμένος απ’  αυτά που πρόλαβε να δει και να μάθει. Για μια χώρα πολύπαθη από έναν άγριο, ύπουλο, πολλών δεκαετιών εμφύλιο μιλούσε, απίθανες καταστάσεις, έλεγε, απίστευτη βία, προσπαθούν την ειρήνη σαν σε όνειρο και ταυτόχρονα αμφιβάλλουν.
          Αλλά και ομορφιά των ανθρώπων, κι όμως,  ανοιχτοσύνη, ετοιμότητα για ζωή, ο χορός και το τραγούδι εύκολα στα πόδια και στα χείλη.
          Χορός και τραγούδι πάνω στο θρήνο. Ίσως και ο ίδιος ο θρήνος.
         
          Αναζητώντας βιβλία, ο κύριος Λι, να δαμάσει κάπως τη δίψα του ξάδερφου (ή να το πούμε “να θρέψει την πείνα του”;) για ό,τι κολομβιανό, συναντήθηκε με έναν τίτλο που τον αιχμαλώτισε από την αρχή: « Η λήθη που θα γίνουμε». El olvido que seremos. Του Héctor Abad Faciolince . Μαρτυρία σα λογοτεχνία. Σα λογοτεχνία, αλλά, δυστυχώς, μαρτυρία.

          Του πατέρα που αναλώνει τη ζωή του για να φωτίσει την πόλη, τη χώρα που μεγάλωσε και ζει, του πατέρα που διασώζεται από τους φανατισμούς της εποχής του επιχειρώντας το δυσκολότερο, να ισορροπήσει ανάμεσα, του πατέρα που στη σκληρότητα του περιβάλλοντος αντιτάσσει μια αστείρευτη τρυφερότητα, του πατέρα που ονειρεύεται εκεί που γνωρίζει καλά ότι τα όνειρα φέρνουν το θάνατο, επειδή «είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν, μ’ ακούς/Δεν έχουν εξημερωθεί τα τέρατα (..)», επειδή είναι νωρίς ακόμη να μιλάμε για αγάπη.
          Τον δολοφόνησαν το 1978. Κι ο γιος του, είκοσι χρόνια μετά, τον μνημονεύει, έτσι, όπως λέει, για να αναβληθεί μόνο μια στιγμούλα αυτή η λήθη που θα γίνουμε. Όσο, βέβαια, και να εστιάζει στη μορφή του πατέρα, το παράλογο της επικρατούσας βίας βρίσκει χαραμάδες και τρυπώνει από παντού, κάτι που κάνει ακόμα πιο  σημαντική την αντιπαράθεση του πατέρα με το Κακό. 


                    Γιατρός ο μπαμπάς του Έκτορ Αμπάδ Φασιολίνσε, γιατρός και ακαδημαϊκός, αφιερώνει τη ζωή του στην προσπάθεια να οργανώσει την κοινωνία του απέναντι στις τραγικές ελλείψεις των προαπαιτούμενων για την υγεία των ανθρώπων, στήνει δομές, αλωνίζει τις φτωχογειτονιές, καταγράφει και παρεμβαίνει, στηλιτεύει τα απαράδεκτα  των κυβερνήσεων και την αδιαφορία της κοινωνικής τάξης που αναπαύεται καθήμενη στα αποκτημένα της, υπερασπίζεται με κάθε τρόπο τα ανθρώπινα δικαιώματα, διδάσκει και αφυπνίζει συνειδήσεις. Τόσο, έτσι, που ξέρει ότι όλο αυτό το έργο της ζωής του ισοδυναμεί με τη συγγραφή της πρόσκλησης στους δολοφόνους του. Δεν έχει τα χαρακτηριστικά του ήρωα, «προχωρά στα σκοτεινά», όμως νομίζω ότι ξέρουμε ότι είναι ήρωας. Απ’ αυτούς  που δε σηκώνει η εποχή -  ίσως και καμία εποχή.

          Κείμενο βαθιάς αγάπης και τρυφερότητας, απλά στοχαστικό, πλούσιο, ανεπιτήδευτο, ζεστό και αληθινό, κείμενο που γράφεται για να εκπληρώσει ένα προσωπικό εσωτερικό χρέος, αλλά που καταφέρνει να γίνει υγρασία στα μάτια του αναγνώστη.
          Μπαίνει στον πειρασμό ο κύριος Λι να αντιγράψει. Με την αγάπη των αντιγραφέων του μεσαίωνα. Σαν για να ηχήσουν λίγο κι εδώ οι λέξεις, έτσι, σα μια μόνο στιγμούλα που αναβάλλει τη λήθη. Και επιλέγει όχι ένα απόσπασμα από το κείμενο του συγγραφέα˙ αλλά ένα απόσπασμα του γιατρού πατέρα του συγγραφέα, ένα απόσπασμα από τα πολλά άρθρα του που είχε δημοσιεύσει.:
          «(..) Υπάρχει όμως μια εσωτερική δύναμη που μας ωθεί να εργαζόμαστε υπέρ εκείνων που χρειάζονται βοήθεια. Για πολλούς, η δύναμη αυτή μετατρέπεται σε λόγο ύπαρξης. Ο αγώνας αυτός δίνει στη ζωή τους νόημα. Έχουμε λόγο να ζούμε αν, όταν πεθαίνουμε, ο κόσμος είναι λίγο καλύτερος χάρη στη δουλειά και στις προσπάθειές μας. Το να ζούμε απλώς και μόνο για ν’ απολαμβάνουμε είναι μια θεμιτή ζωώδης βλέψη. Για το ανθρώπινο ον όμως, για τον Homo Sapiens, αυτό σημαίνει να αρκείται σε πολύ λίγα. Για να ξεχωρίσουμε από τα υπόλοιπα ζώα, για να δικαιολογήσουμε το πέρασμά μας από τη Γη, πρέπει να αποβλέπουμε στην επίτευξη στόχων ανώτερων από την απλή απόλαυση της ζωής. Ο καθορισμός στόχων διακρίνει μερικούς ανθρώπους από τους άλλους. Κι εδώ το πιο σημαντικό δεν είναι να επιτυγχάνουμε αυτούς τους στόχους, αλλά να παλεύουμε γι’ αυτούς. Δεν μπορούμε όλοι να είμαστε πρωταγωνιστές της Ιστορίας. Ως κύτταρα που είμαστε αυτού του μεγάλου οικουμενικού ανθρώπινου σώματος, έχουμε ωστόσο συνείδηση ότι ο καθένας μας μπορεί να κάνει κάτι για να βελτιώσει τον κόσμο όπου ζούμε και όπου θα ζήσουν όσοι μας ακολουθήσουν. Πρέπει να εργαστούμε για το παρόν και για το μέλλον, κι αυτό θα μας προσφέρει μεγαλύτερη χαρά από την απλή απόλαυση των υλικών αγαθών. Η γνώση ότι συμβάλλουμε στο να γίνει ο κόσμος καλύτερος πρέπει να είναι η μέγιστη ανθρώπινη φιλοδοξία» ( σελ. 286-7)



          Δεν το διαβάζει άκριτα ο κύριος Λι το απόσπασμα. Δεν είναι ότι δεν έχει τις αμφιβολίες του και το δικό του προβληματισμό πάνω στα θέματα που διαβάζει˙ όμως τον συγκινεί πάντα αυτή η αγαθή ανθρώπινη τάση. Είτε αποτελεί ψευδαίσθηση, είτε αναγκαίο όρο για την ύπαρξή μας. (Αλλά, όπως θα του έλεγε ο αδερφός του, μήπως και η ψευδαίσθηση δεν είναι αναγκαίος όρος για την ύπαρξή μας, ρε;»)