«Αυτό τι είναι;», ρώτησε
μάλλον αδιάφορα ο Παλιός Μαθητής δείχνοντας μια μινιατούρα πάνω στο πιάνο,
καθώς ο παλιός του δάσκαλος του έψηνε στην κουζίνα το καφεδάκι.
«Ε; Ποιο λες; Δε βλέπω, ρε Τάκη, από ‘δω, και
δεν ακούω και καλά. Περίμενε, έρχομαι. Βρες, αν θες να βάλεις κάποιο άλλο CD και έρχομαι».
Κι όταν σε
λίγα λεπτά κατέφτανε στο σαλόνι ο κύριος Λι με τους καφέδες και τα ακούραστα
συνοδευτικά καλούδια, ο Τάκης ήταν κιόλας θρονιασμένος στον καναπέ ακούγοντας
τους χειμερινούς κολυμβητές της επιλογής του και συνεχίζοντας να επεξεργάζεται
με το βλέμμα του τα άφθονα μικροδιακοσμητικά που γέμιζαν τις επιφάνειες του
σαλονιού.
«Πολύ τζάρτζαλο, ρε δάσκαλε. Τι τα θες όλ’
αυτά;»
Στην αρχή
δεν του απάντησε. «Αυτό το τζάρτζαλο είναι τα μάτια της μνήμης μου», σκέφτηκε,
αλλά ένιωσε πως αυτή η φράση είχε πολύ στόμφο για τη στιγμή και τις
περιστάσεις. Όταν όμως κάνοντας έναν άτεχνο ελιγμό για να αποφύγει την απάντηση
– «δε σ’ αρέσουνε πολύ, ε;», είπε χαμογελώντας - , ο παλιός μαθητής του
επέμεινε:
«Όχι, απλώς
αναρωτιέμαι γιατί τα ‘χεις μαζέψει. Δε σου κουράζουν το μάτι;»
«Τάκη,
ξέρεις ότι είμαι υπέρ της υγρασίας των ματιών˙ η ξηρασία βλάπτει σοβαρά την
υγεία. Τους. Και μας.»
«Λάμπρο,
αρχίζω και σε χάνω, μίλα απλά».
«Τάκη μου,
πιο απλά απ’ ό,τι είναι δε γίνεται: Αυτά τα σκατουλάκια είναι στιγμές της ζωής
μου, άνθρωποι της ζωής μου, κομμάτια της ζωής μου˙ κουβαλάνε τόση μνήμη,
κλωστές που συνδέουν παρελθόν και παρόν. Τα προστατεύω και τα τιμώ, γιατί κι
αυτά με προσέχουν, αλλά και γιατί χωρίς εμένα δε θα υπάρχουν. Υπάρχει ένας
άτυπος νόμος της βαρύτητας, της έλξης, ξέρω ‘γω, που ενώνει τα άψυχα πράγματα
με τα ζωντανά πλάσματα. Και με βάση αυτό το νόμο τα άψυχα αποκτούν το νόημά
τους. »
«Τι έγινε;
Μεγαλώνεις και το πας στο μεταφυσικό;»
«Καθόλου,
Τάκη. Κοίτα, ας πούμε, αυτή τη μορφή πάνω στο πιάνο – γι’ αυτό με ρωτούσες
πριν;
«Ποιο;
Αυτός που παίζει ένα όργανο;»
«Ναι.
Τσέλο. Πάνε εικοσιπέντεκαί χρόνια. Ο πατέρας, που έπαιζε τσέλο, έχει πεθάνει ένα
μήνα πριν, εγώ πηγαίνω στο Λονδίνο να δω δυο φίλους, σε μιαν υπαίθρια υγρή
αγορά βλέπω κάποιον να φτιάχνει με σίδερο απλά, μικρά γλυπτά. Το μάτι μου
πέφτει σ’ αυτό τον μικρό τσελίστα, σε μιαν άκρη του πάγκου. Το μυαλό στον
πατέρα. Είμαι εκεί, στο Λονδίνο, σε μιαν υπαίθρια αγορά κι είμαι ένας νεαρός
χαμένος, χωρίς το στήριγμα της ζωής μου, με πόδια που πατάνε αδύναμα –
πού; Και στον υγρό πάγκο του πλανόδιου
καλλιτέχνη, στη μικρή σιδερένια κατασκευή βλέπω τον πατέρα μου. Στην επιστροφή απ’
το ταξίδι τοποθέτησα τον τσελίστα στο πιάνο και πια ο πατέρας συνοδεύει κάθε
μουσική, αλλά γεμίζει και τη μνήμη με ένα νεαρό παιδί που ταξιδεύει και που
πενθεί και που έχει φίλους και που ψάχνει να πατήσει γερά τα πόδια του στη γη και σιγά
σιγά πορεύεται προς αυτό το σαλονάκι και τον καφέ του αγαπημένου του παλιού
μαθητή». Δευτερόλεπτο υγρής σιωπής και «Οκέι;» - ένα οκέι που ρίχτηκε σα
σύνθημα για να αλλάξει η συζήτηση και που για μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα
συνοδεύτηκε από ένα
«για λέγε,
εσύ εντάξει με τη μετακόμιση; Τα έφερες τα πράγματα απ’ την Ιταλία; Ο γάτος;
Πρέπει να ‘σαι σε πολύ καλή φάση, ε;»
Ήξερε ο
κύριος Λι ότι όσο βαρυσήμαντος και νοηματοδοτημένος μπορεί να είναι ο
προσωπικός χώρος του καθένα, για τους άλλους μπορεί απλώς και μόνο να αποτελεί
ένα μέρος της καθημερινότητάς τους, και μ’ αυτό ήταν συμφιλιωμένος. Ο Τάκης
εύκολα επανέφερε το μυαλό του στον προβληματισμό της μέρας, της μέρας του,
ασμένως επανήλθε στο θέμα που τον ρωτούσε ο παλιός του δάσκαλος και άρχισε να περιγράφει
με ενθουσιασμό τα απίθανα και ευτράπελα της επανεγκατάστασής του στην πατρίδα, στην πατρίδα αυτή που επτά
χρόνια πριν τον είχε διώξει για να σπουδάσει αυτό που τόσο ήθελε.
αφιέρωση: στο ξωτικό, (και) για την αφορμή




















