Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα οι διάλογοι του κ. Λι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα οι διάλογοι του κ. Λι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 21 Απριλίου 2019

τα μάτια της μνήμης

           «Αυτό τι είναι;», ρώτησε μάλλον αδιάφορα ο Παλιός Μαθητής δείχνοντας μια μινιατούρα πάνω στο πιάνο, καθώς ο παλιός του δάσκαλος του έψηνε στην κουζίνα το καφεδάκι.   
             «Ε; Ποιο λες; Δε βλέπω, ρε Τάκη, από ‘δω, και δεν ακούω και καλά. Περίμενε, έρχομαι. Βρες, αν θες να βάλεις κάποιο άλλο CD και έρχομαι».
            Κι όταν σε λίγα λεπτά κατέφτανε στο σαλόνι ο κύριος Λι με τους καφέδες και τα ακούραστα συνοδευτικά καλούδια, ο Τάκης ήταν κιόλας θρονιασμένος στον καναπέ ακούγοντας τους χειμερινούς κολυμβητές της επιλογής του και συνεχίζοντας να επεξεργάζεται με το βλέμμα του τα άφθονα μικροδιακοσμητικά που γέμιζαν τις επιφάνειες του σαλονιού.
             «Πολύ τζάρτζαλο, ρε δάσκαλε. Τι τα θες όλ’ αυτά;»
            Στην αρχή δεν του απάντησε. «Αυτό το τζάρτζαλο είναι τα μάτια της μνήμης μου», σκέφτηκε, αλλά ένιωσε πως αυτή η φράση είχε πολύ στόμφο για τη στιγμή και τις περιστάσεις. Όταν όμως κάνοντας έναν άτεχνο ελιγμό για να αποφύγει την απάντηση – «δε σ’ αρέσουνε πολύ, ε;», είπε χαμογελώντας - , ο παλιός μαθητής του επέμεινε:
            «Όχι, απλώς αναρωτιέμαι γιατί τα ‘χεις μαζέψει. Δε σου κουράζουν το μάτι;»
            «Τάκη, ξέρεις ότι είμαι υπέρ της υγρασίας των ματιών˙ η ξηρασία βλάπτει σοβαρά την υγεία. Τους. Και μας.»
            «Λάμπρο, αρχίζω και σε χάνω, μίλα απλά».
            «Τάκη μου, πιο απλά απ’ ό,τι είναι δε γίνεται: Αυτά τα σκατουλάκια είναι στιγμές της ζωής μου, άνθρωποι της ζωής μου, κομμάτια της ζωής μου˙ κουβαλάνε τόση μνήμη, κλωστές που συνδέουν παρελθόν και παρόν. Τα προστατεύω και τα τιμώ, γιατί κι αυτά με προσέχουν, αλλά και γιατί χωρίς εμένα δε θα υπάρχουν. Υπάρχει ένας άτυπος νόμος της βαρύτητας, της έλξης, ξέρω ‘γω, που ενώνει τα άψυχα πράγματα με τα ζωντανά πλάσματα. Και με βάση αυτό το νόμο τα άψυχα αποκτούν το νόημά τους. »
            «Τι έγινε; Μεγαλώνεις και το πας στο μεταφυσικό;»
            «Καθόλου, Τάκη. Κοίτα, ας πούμε, αυτή τη μορφή πάνω στο πιάνο – γι’ αυτό με ρωτούσες πριν;
            «Ποιο; Αυτός που παίζει ένα όργανο;»
 
            «Ναι. Τσέλο. Πάνε εικοσιπέντεκαί χρόνια. Ο πατέρας, που έπαιζε τσέλο, έχει πεθάνει ένα μήνα πριν, εγώ πηγαίνω στο Λονδίνο να δω δυο φίλους, σε μιαν υπαίθρια υγρή αγορά βλέπω κάποιον να φτιάχνει με σίδερο απλά, μικρά γλυπτά. Το μάτι μου πέφτει σ’ αυτό τον μικρό τσελίστα, σε μιαν άκρη του πάγκου. Το μυαλό στον πατέρα. Είμαι εκεί, στο Λονδίνο, σε μιαν υπαίθρια αγορά κι είμαι ένας νεαρός χαμένος, χωρίς το στήριγμα της ζωής μου, με πόδια που πατάνε αδύναμα – πού;  Και στον υγρό πάγκο του πλανόδιου καλλιτέχνη, στη μικρή σιδερένια κατασκευή βλέπω τον πατέρα μου. Στην επιστροφή απ’ το ταξίδι τοποθέτησα τον τσελίστα στο πιάνο και πια ο πατέρας συνοδεύει κάθε μουσική, αλλά γεμίζει και τη μνήμη με ένα νεαρό παιδί που ταξιδεύει και που πενθεί και που έχει φίλους και που ψάχνει  να πατήσει γερά τα πόδια του στη γη και σιγά σιγά πορεύεται προς αυτό το σαλονάκι και τον καφέ του αγαπημένου του παλιού μαθητή». Δευτερόλεπτο υγρής σιωπής και «Οκέι;» - ένα οκέι που ρίχτηκε σα σύνθημα για να αλλάξει η συζήτηση και που για μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα συνοδεύτηκε από ένα
            «για λέγε, εσύ εντάξει με τη μετακόμιση; Τα έφερες τα πράγματα απ’ την Ιταλία; Ο γάτος; Πρέπει να ‘σαι σε πολύ καλή φάση, ε;»
            Ήξερε ο κύριος Λι ότι όσο βαρυσήμαντος και νοηματοδοτημένος μπορεί να είναι ο προσωπικός χώρος του καθένα, για τους άλλους μπορεί απλώς και μόνο να αποτελεί ένα μέρος της καθημερινότητάς τους, και μ’ αυτό ήταν συμφιλιωμένος. Ο Τάκης εύκολα επανέφερε το μυαλό του στον προβληματισμό της μέρας, της μέρας του, ασμένως επανήλθε στο θέμα που τον ρωτούσε  ο παλιός του δάσκαλος και άρχισε να περιγράφει με ενθουσιασμό τα απίθανα και ευτράπελα της επανεγκατάστασής  του στην πατρίδα, στην πατρίδα αυτή που επτά χρόνια πριν τον είχε διώξει για να σπουδάσει αυτό που τόσο ήθελε.
 
αφιέρωση: στο ξωτικό, (και)  για την αφορμή

Κυριακή 31 Μαρτίου 2019

Χαρά

 

            Η Χαρά είχε θρονιαστεί στον καναπέ, δίπλα στο τραπεζάκι, εκεί που και τα ματάκια της θάλασσας, και απολάμβανε τα μπισκοτάκια βουτύρου που συνόδευαν το τσάι της.
            Ο κύριος Λι θα χαιρόταν αν απολάμβανε κιόλας τη συνάντηση μαζί του, μετά από –πέντε; έξι;- χρόνια. Χρόνια σπουδών που την οδήγησαν στο πτυχίο της Φιλολογίας και σε ένα μεταπτυχιακό. Και τώρα
            « Μπορείς να μου πεις, Λάμπρο, γιατί νιώθω ανεπαρκής να διδάξω, να είμαι μια καλή φιλόλογος; Νιώθω λίγη, πώς να στο πω; Σα να μου λείπει η γενικότερη εποπτεία ή  οι βάσεις. Πώς να καλύψω αυτό το κενό; Τι να πρωτοδιαβάσω;»
            Καμιά φορά δεν είμαστε έτοιμοι να απαντάμε σε συγκεκριμένες ερωτήσεις˙ δεν τις έχουμε κάνει, δεν τις έχουμε σκεφτεί ποτέ. Και αυτοσχεδιάζουμε. Και ωστόσο, ξεκινώντας να απαντάμε, καταλαβαίνουμε ότι την απάντησή μας την ετοιμάζαμε χρόνια, πολλά χρόνια πριν. Η απάντηση του Λι εξέπληξε και τον εαυτό του ακόμα:
            «Λογοτεχνία να διαβάσεις. Να διαβάζεις». Και προσπαθώντας να διασκεδάσει το αμήχανο χαμόγελο της Χαράς, πρόσθεσε:
            «Εκεί είναι όλα. Μπορεί ελλιπώς, μπορεί υποκειμενικά,  άστοχα ακόμα, αλλά σωρεύεται τόση πείρα και τόση σκέψη, τόσες ζωές στο μικροσκόπιο και τόσες συμπεριφορές-απαντήσεις στα θέματα της ζωής που μπορεί να σε κάνουν σταδιακά να μην έχεις αυτή την αίσθηση της ανεπάρκειας που δηλώνεις τώρα.».
            Τα έλεγε ο Λι κι από μέσα του αμφισβητούσε την ορθότητα της συμβουλής, την αποτελεσματικότητα αυτής της αυτοσχέδιας μεθόδου. Ωστόσο, παραδομένος ο ίδιος
χρόνι-α στη σαγήνη της λογοτεχνίας είχε πια σχηματίσει την εντύπωση ότι αυτό μπορεί να συμβαίνει. Γνώσεις, αποστάγματα εμπειριών, προβληματισμοί, αναλύσεις πάνω σε ποικίλα πεδία της ζωής κι όλα αυτά ντυμένα με το μανδύα της ομορφιάς και της ευαισθησίας, ήταν αδύνατο να μην εμπλουτίζουν τη ματιά και τη σκέψη, να μην προσθέτουν απρόσμενες γωνίες θέασης, να μην ξαναστήνουν τον κόσμο απ’ την αρχή. Να μην κάνουν, εν τέλει, τη Χαρά να νιώθει πιο επαρκής ώστε  να στέκει στην τάξη με κάποια αυτοπεποίθηση.


             «Ο χαμένος παράδεισος», του Έκτορ Αμπάδ Φασιολίνσε, πάνω από το τραπεζάκι, τόση ώρα του έκλεινε το μάτι. Όταν επιτέλους το αντιλήφθηκε ο κύριος Λι,
            «Κάτσε, να σου διαβάσω ένα παράδειγμα από το βιβλίο που διαβάζω αυτές τις μέρες», της είπε, πιάνοντας το βιβλίο από το τραπεζάκι, φορώντας τα πρεσβυωπικά του γυαλιά και ανοίγοντας στη σελίδα 417. Εκεί μιλάει η Εύα, με τα μάτια της μέσης (και χάρη της κάνουμε) ηλικίας:
            « Το μεγαλείο και η τραγωδία της αγάπης είναι πολύ απλά. Δεν μπορώ να εξηγήσω γιατί το παιδεύουν τόσο οι ποιητές, οι ψυχολόγοι και οι συγγραφείς πραγματειών, αφού πρόκειται για ένα θέμα τόσο απλό, το οποίο για μένα έχει ως εξής: δύο άνθρωποι αγαπιούνται και χωρίς να πάψουν να αγαπιούνται (χωρίς να πάψουν να αγαπιούνται, το υπογραμμίζω), σιγά σιγά, σχεδόν χωρίς να το αντιληφθούν, ξε-αγαπιούνται, μέχρι να φτάσουν στο σημείο να μισούνται. Ο λόγος είναι τόσο απλός, τόσο ζωώδης και ανθρώπινος ταυτόχρονα, τόσο ποταπός, τόσο ευγενής, τόσο συνηθισμένος, τόσο θλιβερός: η κούραση του σεξ, η κούραση δηλαδή του σεξ με την ίδια, με τον ίδιο.  Ακριβώς το σεξ, ο βασικός παράγοντας που μας οδήγησε στο παραλήρημα να αγαπηθούμε σαν τρελοί, στη μεταρσίωση της ευτυχίας, της αρμονίας, της ταύτισης, σ’ αυτό που ονομάζεται αγάπη και είναι το πιο ανθρώπινο και το πιο όμορφο προσωπείο του. Ένα πράγμα τόσο σαρκικό που μετατρέπεται σε πνευματικό.  Αυτό ακριβώς που τους έκανε μοναδικούς και ευτυχισμένους, αχώριστους και πιστούς, χωρίς μάτια για κανέναν άλλο, σταδιακά φθείρεται. Κι ένα τραγικό πρωί, ένα βράδυ με ποτά, σ’ ένα τυχαίο ταξίδι χωρίς καμιά σημασία, το σεξ με οποιονδήποτε, με μια πουτάνα, μια ηλίθια, μια άσχημη, μία άχρηστη αποδεικνύεται πιο ερωτικό από το σεξ με την αγαπημένη, την ωραία, την ευφυή, τη γλυκιά, την υπέροχη. Κι αυτό το κλεφτό σεξ, αν μαθευτεί, ακόμα κι αν δε μαθευτεί (επειδή ετούτα τα πράγματα μαθεύονται χωρίς να μαθεύονται), αποδεικνύεται ασυγχώρητο και στους δύο. Αυτός δεν το συγχωρεί στον εαυτό του και μπερδεύεται, ούτε εκείνη του το συγχωρεί και τον καταριέται.»

            «Όχι ότι συμφωνώ με όλα, Λάμπρο, αλλά ..»
            «Μα καμιά σημασία δεν έχει αυτό», βιάστηκε να τη διακόψει ο κύριος Λι,  «Δες, όμως, πόσο..»
            «Κατάλαβα, κατάλαβα», του ανταπόδωσε τη διακοπή η Χαρά. «Πόσο ζυμώνει τη σκέψη η κυρία Εύα, ε;»
            «Εε..»
            Εμείς τώρα θα κλείσουμε τη σκηνή εδώ. Σε λίγο η Χαρά θα φύγει από το σπίτι του κυρίου Λι. Δεν ξέρουμε αν θα πάρει μαζί της τη συμβουλή του παλιού δασκάλου της. Ίσως πιο πιθανό είναι να τρυπώσουν στις τσέπες της κάποια μικρά συστατικά στοιχεία της αφήγησης. Τα ματάκια της θάλασσας, το αχνιστό τσάι και τα μπισκοτάκια βουτύρου, το βιβλίο στο τραπεζάκι του σαλονιού, ακόμα κι οι νότες του Bohuslav Martinu, που τόσην ώρα έστρωνε ακούραστα το μουσικό χαλί της συνάντησης. Τρυπώνουν αυτά, δε ρωτάνε.
            Αλλά μήπως κι αυτά δε θα προσθέσουν στην επιζητούμενη επάρκεια της Χαράς μας;

Κυριακή 3 Μαρτίου 2019

αστείος αστός



            Αν έβλεπες μόνο τη γαλήνια εικόνα, θα γελιόσουνα: Ένας άνθρωπος, ο κύριος Λι είναι, μόνος  στη βεράντα ενός αγροτόσπιτου στο  νησί, την ώρα που τα χρώματα του τοπίου βαθαίνουν απ’ τις τελευταίες ακτίνες του ήλιου. Ρεμβάζει, λες, απολαμβάνει το μεγαλείο της φύσης.
            Και εν μέρει είναι έτσι.
             Όμως μέσα του βράζει. Παλεύει με τον εαυτό του.
            Ήρθε χτες στο νησί, μετά από δέκα χρόνια, να δει μέρη και ανθρώπους που γνώρισε όσο δούλευε εκεί. Και σήμερα επισκέφτηκε τον Παναγή, περισσότερο γνωστό και ως «ο Κάγκουρας». Καπάτσος άνθρωπος ο Κάγκουρας, δυναμικός, φωνακλάς, δουλευταράς και ανοιχτόκαρδος, βαθιά του χαρά κι ικανοποίηση να δίνει – όχι να παίρνει – συμβουλές.
            Δεν προλάβανε καλά καλά ν’ αγκαλιαστούνε, - «δάσκαλε!», «ρε μπαγάσα, μαύρη πέτρα έρριξες» και «έχω φτιάξει ένα κρασάκι διαμάντι, κάτσε να σου βάλω»,  - δεν προλάβανε να καθίσουν στις καρέκλες της βεράντας και μέσα από το μάρσιπο της φόρμας του χτύπησε το κινητό του, το σήκωσε, είπε πεντέξι ναι, ένα «και δεν παίρνει μπροστά;» και ένα «κάτσε, έρχομαι». Μετά, στον Λι, «Δάσκαλε, κάτσε, πιες το κρασάκι σου, θα πεταχτώ μέχρι το μαλάκα το Σωτηράκη. Δεν ξέρει να βάζει μπροστά τη φρέζα, ο άχρηστος. Έρχομαι».
            Και μην τον είδατε, τον Παναή.
            Και τώρα, κοντεύει ώρα που κάθεται μόνος στη βεράντα ο Λι, μέσα στο μεγαλείο της φύσης και της αγένειας του Κάγκουρα. Και αισθάνεται προδομένος απ’ τα πράγματα, γιατί μόλις προχτές, το βράδυ πριν ταξιδέψει, κουβέντιαζε γι’ αυτά με τη φίλη του την Άννα και –χαλαρά αλλά- τα υποστήριζε. Είχε θεωρήσει ανάγκη του να αντικρούσει τις σκληρές της απόψεις για το χωριό και τους ανθρώπους του.
            Που έλεγε πως μαζί με τα ζαρζαβατικά εκεί φύονται και η κακεντρέχεια και το κουτσομπολιό και η δυσπιστία, η κατεργαριά, η πονηριά, ακόμα κι η κακοποίηση. Πως η ανυπαρξία πολιτισμού, «θέατρα, κινηματογράφοι, εκθέσεις, μουσική, πανεπιστήμια, η άμεση, τέλος πάντων, επαφή με ανθρώπους που έχουν να σου δώσουν, να σου ανοίξουν τα μάτια», η ανυπαρξία όλων αυτών κρατάει τους ανθρώπους μακριά απ’  αυτό που θα θέλαμε να είναι ο άνθρωπος. Πως δημιουργεί κοντόφθαλμους, ομφαλοσκόπους εγωιστές.
            -- Κι αν δε σε πείθω εγώ, Λάμπρο, ρώτα τις λέξεις σου, που τόσο αγαπάς.  Οι λέξεις, Λάμπρο, καθιερώνονται από το συλλογικό ασυνείδητο, τα ξέρεις αυτά καλύτερα από μένα.  Το άστυ παράγει το αστείο, το αστείο είναι της πόλης, και ο αγρός παράγει αγροίκους.
            -- Μα, υπάρχουν και στις πόλεις αγροίκοι.
            -- Υπάρχουν, βέβαια. Αλλά , όπως βλέπεις, δανείζονται το όνομά τους από μια πραγματικότητα που δεν μπορούμε να αγνοούμε. Τι να κάνουμε, δεν το επιβάλλουμε εμείς. Είναι άγρια η ζωή στους αγρούς, δε σηκώνει πολλή καλή διάθεση (humor) και αστειάκια. Το comme il faut σου είναι πολύ αδύναμο εκεί. Ο καθωσπρεπισμός κι οι αστικοί κανόνες συμπεριφοράς περίπου terra incognita. Εκεί η ζωή είναι πιο αληθινή, αφτιασίδωτη, όμως  μη γελιέσαι: η αλήθεια είναι άγρια. Κι αυτό που ονομάζεις  πολιτισμό, αυτό που πολεμάει την αγριάδα, κι αυτό της πόλης παιδί δεν είναι; Πόλη – πολιτισμός.

            Τα ήξερε αυτά ο κύριος Λι, δεν είναι ότι δεν τα ήξερε. Και τα έζησε και στο χωριό τα χρόνια  που δούλευε εκεί. Ήθελε, όμως, να μην ακυρώνει την ωραιοποιητική του τάση. Να μην πάψει να φωτίζει την άλλη πλευρά. Και αδύναμα επιχειρηματολογούσε στη φίλη του για το μόχθο των ανθρώπων της υπαίθρου, για κοινωνικές αδικίες, για τα καλομαθημένα μάτια τους που δεν μπορούσαν να αποκωδικοποιήσουν εύστοχα τις αντιδράσεις των ανθρώπων του χωριού, για την προσποίηση  που περιλαμβάνει ο αστικός κώδικας και τη διαστροφική πλευρά του πολιτισμού, άρα και για το πηγαίο των ανθρώπων της υπαίθρου.
            « Έχεις μια αφέλεια, Λαμπρούκο», του δήλωσε η Άννα χαμογελώντας και αποχαιρετώντας τον, «αλλά δεν πειράζει, γιατί μάλλον αποτελεί στοιχείο της γοητείας σου. Καλό ταξίδι, αστείε αστέ».
            Και τώρα νάτος στη βεράντα, δίπλα στο πλαστικό πρώην μπουκάλι νερού  που πλέον έχει το κρασί διαμάντι του άφαντου Παναή, νάτος στην πιο γλυκιά ώρα της ημέρας, στο μέσο των αγρών και του εκνευρισμού του, τι να κάνω τώρα, να σηκωθώ να φύγω ή να περιμένω σαν τον ηλίθιο να φτιάξει ο Κάγκουρας τη φρέζα του άχρηστου Σωτηράκη;
            Ο ήλιος, πάντως, ό,τι είχε να κάνει το έκανε. Τώρα κιόλας βυθιζόταν πίσω από τη ράχη της Μέλισσας, προσφέροντας ίσως τη δική του συμβουλή. 


οι φωτογραφίες είναι του Γιάννη Μάνεση

ΥΓ1. Η αφορμή για τις σκέψεις της Άννας προέρχεται από τις σκέψεις της Εύας, στο μυθιστόρημα του Έκτορ Αμπάδ Φασιολίνσε "Ο χαμένος παράδεισος", μτφρ. Τιτίνα Σπερελάκη, εκδ. Πατάκη, 2018 (σελ. 348-349)

ΥΓ2. Το πρώτο σχόλιο γι' αυτό το κείμενο γράφτηκε, στην ουσία, προτού το κείμενο αναρτηθεί (!) και περιγράφει τη ζωή στο χωριό από μια άλλη οπτική γωνία. Από την Όλγα, το .. φιρίκι. Μπορείτε να το δείτε εδώ

Κυριακή 24 Φεβρουαρίου 2019

ακούει κανείς;


            Κατηφόριζαν την Πανεπιστημίου τα δυο αδέρφια, μετά την παρουσίαση του βιβλίου του φίλου τους του Φώτη, τα μαγαζιά ανοιχτά ακόμα, κόσμος αρκετός.
            Γι’ αυτόν τον κόσμο των λεωφόρων άρχισαν να φλυαρούν, κάτι για πολύβουη ερημιά, για πόσες ιστορίες δίπλα δίπλα και μαζεμένες, για αλληλοδιασταυρούμενες μοναξιές, για
            «Μιχάλη!» Ακινητοποιημένη μια μοναξιά κοίταζε τον Δίδυμο με έκπληξη, απορία και ετοιμότητα αναδρομής. Με τον κύριο Λι καθάρισε γρήγορα με ένα χαμόγελο, αναζητώντας ίσως συμμαχίες και αποδοχή σ’ αυτή τη μίνι και έκτακτη συνεδρίαση πεζοδρομίου: «πρέπει να είσαι ο Λάμπρος, ε, μάλλον δε θα με θυμάσαι, μια εποχή κάναμε πολλή παρέα με τον αδερφό σου˙ Λία».
            Κρέμασε ο κύριος Λι υπομονετικά το χαμόγελο του δεύτερου ρόλου, όσην ώρα κράτησε η πτήση στο παρελθόν, χαιρετήθηκαν, φιλήθηκαν κιόλας, χώρισαν με τις συνήθεις αλληλοϋποσχέσεις.
            Η Λία. Περασμένα μεγαλεία.
            «Πολύ θερμό σε είδα, αδερφέ. Μα δεν είχατε ψυχραθεί κάποτε εσείς;»
            «Πάνε χρόνια πολλά, Λάμπρο. Ατονούν αυτά. Αν δεν τη σγαρλίζεις, η φωτιά σβήνει. Άλλωστε, πέρα από εκείνο το περιστατικό με τη φιλοξενία που μας έκανε να ψυχραθούμε, η Λία ήτανε πολύ εντάξει.»
            «Ποιο περιστατικό;» 
            « Στο νησί, ρε, δε θυμάσαι; Με τη φίλη της, την Αναστασία.. Στις διακοπές του Πάσχα..»
            «Ωωω, χω, χω!» - αγιοβασιλιάτικη ικανοποίηση ο Λάμπρος. «Τότε που έστησες αυτί;;»
            «Άντε, ρε!» – ενοχλημένος ο Δίδυμος.
            Σιγά σιγά ο Λι θυμάται. Ο Δίδυμος φιλοξενεί δυο καλές του φίλες, ένα βράδυ επιστρέφουν σπίτι και χωρίς να ξέρουν ότι αυτός είναι ξαπλωμένος στο διπλανό δωμάτιο, μιλάνε γι’ αυτόν σχολιάζοντάς τον. Ο  Δίδυμος ακούει μια άλλη  Λία, όχι σαν κι αυτή που ήξερε, δυσαρεστημένη από λεπτομέρειες, κριτική, επικριτική, ακόμα και το χρώμα της φωνής της αλλιώς το ακούει. Δεν είπαν φοβερά πράγματα. Όμως ήταν αρκετά για να χαλάσει η διάθεση του και για να ραγίσει η σχέση του με τη φίλη του. Φαίνεται πως κάποια στιγμή κατάλαβαν κι αυτές ότι τους είχε ακούσει, θα σοκαρίστηκαν, ίσως. Την άλλη μέρα, χωρίς κανείς να πει κάτι γι’ αυτό, προφασίστηκαν κάτι και έφυγαν εσπευσμένα  απ’ το νησί. Ανάσταση χωρίς Αναστασία.
            « Και καλά, εσύ γιατί χαμογελάς τόση ώρα;»
            «Γιατί σου ‘χω ένα τέλειο απόσπασμα για την περίπτωσή σου. Θα στο στείλω με μέιλ, μόλις πάω σπίτι».
            Και το ‘στειλε. Και έγραφε:


            « Το να κρυφακούς είναι αναμφίβολα χρήσιμο, αν αναζητάς μια συγκεκριμένη πληροφορία, αλλά ακόμα και η τυχαία ακρόαση, σαν κι αυτή που μπορεί να σου προκύψει ένα πρωί, ενώ κατεβαίνεις τα σκαλιά ενός φιλικού σπιτιού στο οποίο φιλοξενείσαι –αυτό το είδος της ακρόασης στον χώρο ενός σπιτιού -, μπορεί να είναι διαφωτιστική, με πολύ διαφορετικό τρόπο. Όρθιος στη μέση της σκάλας, με το ένα γόνατο λυγισμένο και το ένα χέρι ακουμπισμένο στο κάγκελο, ακούς τον φίλο σου να συζητά με τη γυναίκα του και αποκομίζεις μια σπάνια πληροφορία: πώς αλληλεπιδρά ο φίλος σου με κάποιον άλλο, εν τη απουσία σου. Αυτό δεν θα συνέβαινε ποτέ σε μια απευθείας συζήτηση, αφού δεν μπορείς να συζητήσεις με κάποιον χωρίς να επηρεάσεις τη στάση του. Όταν συνομιλώ με κάποιον, βλέπω απλώς την εικόνα που ο ίδιος θέλει να προβάλει για τον εαυτό του, καθώς αλληλεπιδρά με το παρόν και την ιστορία που τον συνδέει με εμένα. Κανένας μας δεν είναι μόνο ένα άτομο, είμαστε τουλάχιστον τόσα όσα και οι γνωστοί μας. Ό,τι ακούει κανείς κρυφά μπορεί να τον σοκάρει ή να τον προβληματίσει, αφού το ακούει παράτυπα, σαν να οικειοποιείται ξένη ιδιοκτησία, και φέρει πάντα τον χαρακτήρα του απαγορευμένου. Κι όμως, στο φως της μέρας, αυτά που έχει κρυφακούσει κανείς ενδέχεται να αποκαλύψουν κάτι παραπάνω από την προσωπικότητα του άλλου, μπορεί να φανερώσουν μια αλήθεια που γίνεται αντιληπτή μόνο όταν η μέριμνα για την αυτοεικόνα μας απαλείφεται. Πώς αλλιώς να εξηγήσει κανείς την αμηχανία του, όταν γίνεται μάρτυρας της ανεξάρτητης ύπαρξης ενός άλλου ανθρώπινου όντος, το οποίο γνώριζε μόνο μέσω μιας άμεσης σχέσης μαζί του;  Και πώς αλλιώς να κατανοήσει αυτή την αμηχανία, παρά μόνο αντιμετωπίζοντας καταπρόσωπο τον εγωκεντρισμό που προδίδει; Αν όντως υπάρχει ειλικρίνεια τη στιγμή που κρυφακούς, δεν αναδύεται ακριβώς από την απουσία του εαυτού σου, που σου παρέχει τη δυνατότητα να ακούς χωρίς το φίλτρο του  εγώ σου;»*
            «Λία..», μονολόγησε ο Λι, κλείνοντας τον υπολογιστή. «Θα μπορούσε να ήταν και το θηλυκό του ‘Λι’..».

* Zia Haider Rahman, "Υπό το φως των όσων γνωρίζουμε", μτφρ. Ανδρέας Μιχαηλίδης, εκδ. Πόλις, 2018, σελ. 189

Κυριακή 23 Δεκεμβρίου 2018

πριν και μετά


            Κάτι σαν χριστουγεννιάτικο τραπέζι ετοίμαζε ο κύριος Λι για την επόμενη μέρα.
Ο αδερφός του, ο Δίδυμος, πέρασε το βραδάκι να του αφήσει λίγα καλούδια – η συμβολή  του στο δείπνο.
            Τον πέτυχε την ώρα που διακοσμούσε την αυλή. Κρυμμένα ώστε να φαίνονται, στα φυτά του κήπου, χρωματιστά φωτάκια, μικρά χαμόγελα να κρέμονται από τα κλαδιά της μανταρινιάς, λιλιπούτεια γλυπτά της Χρύσας, τώρα έτριβε ένα παλιό κόρνο για να βγάλει όλη τη λάμψη του και να το βάλει σε μια προστατευμένη φωτεινή γωνιά.
            « Παίζει αυτό;» 
            « Μπα..Έχει θέματα. Αλλά άμα το φροντίζω μπορεί κάποια στιγμή να παίξει. Μπαίνουμε μέσα τώρα; Έχει δουλειά και το σαλόνι.» 
            Και, περνώντας στο σαλόνι και τοποθετώντας τα πρώτα κεράκια στη βιβλιοθήκη..
            « Καλά, ρε Λάμπρο, ωραία όλα, αλλά, αφού δεν το ’χεις με τις γιορτές.. πώς;..»
            Γελάει ο Λάμπρος:
            «Επικίνδυνο να σε ξέρει κάποιος καλά! Γίνεται δύσκολος, αμείλικτος κριτής σου! Κοίτα, δεν είναι μόνο οι γιορτές, ούτε το νόημα που θέλουν να σου επιβάλουν. Κυρίως είναι η ανάγκη που κρύβουν από κάτω»
            «Κάτι σαν κι αυτό του Καβάφη που μου σχολίαζες τις προάλλες; Πώς λεγόταν το ποίημα .. εκείνο με τις γιορτές και τις φανφάρες των βασιλιάδων; ..» αναρωτιόταν ο Δίδυμος, την ώρα που άπλωνε το χέρι να κρατήσει τη σκάλα όπου ήταν κιόλας ανεβασμένος ο Λι.
             «Αλεξανδρινοί ποιητές. Ακριβώς, αδερφέ, γι’ αυτή την ανάγκη μιλάει.  Γι’ αυτή που μας οδηγεί στις γιορτές και τους στολισμούς. Η ανάγκη μας να στολίσουμε τον κήπο μας, τη βεράντα μας, το σαλόνι μας, τη ζωή μας, ψάχνει εναγωνίως χαραμάδες να τρυπώσει και να βγει στην επιφάνεια. Κι αν δε βρει, ακόμα καλύτερα: προκαλεί αυτή η ίδια τα ρήγματα. Αν δεν είχαμε τις γιορτές, θα τις επινοούσαμε. Στολίζω, γιατί αύριο υποδέχομαι τους φίλους μου. Στολίζω και στολίζομαι.»
            « Ναι, ναι .. και γιατί τα Χριστούγεννα θα υποδεχτείς τον Άνθρωπο που γεννιέται και την Πρωτοχρονιά το Χρόνο που αναγεννιέται.. Ρε Λάμπρο, αμάν, όλα από ’δω τα πας κι από ’κει τα φέρνεις!»
            « Μάλιστα. Και τώρα με στολίζεις κι εσύ, μου φαίνεται!..», αποφαίνεται ο κύριος Λι παριστάνοντας τον πειραγμένο.
            «Σε στολίζω, μπας και βάλεις μυαλό. Σε έχω βαρεθεί να κατηγορείς συνεχώς το mainstream και τελικά να κάνεις τα ίδια, όμως εσύ μετά λόγου και αιτίας, τάχα μου! Έχε χάρη, όμως˙ την ίδια ανάταση νιώθω για όλο αυτό, όπως τελικά κι αν το ονομάσεις. Οπότε, λέω να σε συγχωρήσω. Άλλωστε πρέπει να πάω να πάρω και την κουλούρα που έχω παραγγείλει. Για πέντε λεπτά πέρασα και έπεσα πάλι θύμα διάλεξης. Χαιρετώ!»
            To βράδυ, όταν έμεινε μόνος ο κύριος Λι,  πάτησε το μαγικό κουμπί που πλημμύριζε μουσική το σπίτι – τώρα η αγαπημένη του σονάτα του Σούμπερτ D.821- και  κάθησε θαυμάζοντας τα έργα του. Κι εκεί, ανάμεσα στα γιορτινά λαμπιόνια του, άνοιξε τα ποιήματα του Καβάφη. Αλεξανδρινοί ποιητές:

Μαζεύθηκαν οι Αλεξανδρινοί
να δουν της Κλεοπάτρας τα παιδιά,
τον Καισαρίωνα, και τα μικρά του αδέρφια,
Αλέξανδρο και Πτολεμαίο, που πρώτη
φορά τα βγάζαν έξω στο Γυμνάσιο,
εκεί να τα κηρύξουν βασιλείς
μες στη λαμπρή παράταξι των στρατιωτών

Ο Αλέξανδρος – τον είπαν βασιλέα
της Αρμενίας, της Μηδίας, και των Πάρθων.
Ο Πτολεμαίος - τον είπαν βασιλέα
της Κιλικίας, της Συρίας, και της Φοινίκης.
Ο Καισαρίων στέκονταν πιο εμπροστά,
ντυμένος σε μετάξι τριανταφυλλί,
στο στήθος του ανθοδέσμη από υακίνθους,
η ζώνη του διπλή σειρά σαπφείρων κι αμεθύστων,
δεμένα τα ποδήματά του μ’ άσπρες
κορδέλλες κεντημένες με ροδόχροα μαργαριτάρια.
Αυτόν τον είπαν πιότερο από τους μικρούς,
αυτόν τον είπαν Βασιλέα των Βασιλέων.

Οι Αλεξανδρινοί ένοιωθαν βέβαια
που ήσαν λόγια αυτά και θεατρικά.

Αλλά η μέρα ήτανε ζεστή και ποιητική,
ο ουρανός ένα γαλάζιο ανοιχτό,
το Αλεξανδρινό Γυμνάσιον ένα
θριαμβικό κατόρθωμα της τέχνης,
των αυλικών η πολυτέλεια έκτακτη,
ο Καισαρίων όλο χάρις κι εμορφιά
(της Κλεοπάτρας υιός, αίμα των Λαγιδών)˙
κ’ οι Αλεξανδρινοί έτρεχαν πια στην εορτή,
κ’ ενθουσιάζονταν, κ’ επευφημούσαν,
ελληνικά κ’ αιγυπτιακά και ποιοι εβραίικα,
γοητευμένοι με το ωραίο θέαμα-
μ’ όλο που βέβαια ήξευραν τι άξιζαν αυτά,
τι κούφια λόγια ήσανε αυτές η βασιλείες.

            O Λι έμεινε για λίγο καθισμένος στον καναπέ. Τα φωτάκια κι οι νότες του Σούμπερτ χάιδευαν τις επιφάνειες, τις αισθήσεις, το χρόνο. Έστειλε ένα sms στο Δίδυμο: «Δεν είναι μόνο οι γιορτές ωραίες˙ είναι και το πριν των γιορτών», του γράφει, για να πάρει, προτού προλάβει  να τακτοποιήσει το κινητό του, την απάντηση: «Και το μετά, Λάμπρο, και το μετά!»

Κυριακή 2 Δεκεμβρίου 2018

Teath time

          “Πώς τα καταφέρνεις, βρε Μαριάννα;»,  ρωτούσε επίμονα ο κύριος Λι τη φίλη του που είχε σπάσει το δεξί της χέρι. «Δουλειά, σπίτι, υποχρεώσεις, θεραπείες, χωρίς δεξί χέρι, πώς τα βγάζεις πέρα;»
            Όταν ήταν κοντά, στη συζήτηση,  η Μαριάννα απέφευγε την ευθεία απάντηση, δεν πολυκούραζε με την κούρασή της το φίλο της, χαμογελούσε πολύ, ρωτούσε πολύ, ενθάρρυνε πολύ, ξεκινούσε κουβέντες για ωραία πραματάκια  που κέντριζαν το ενδιαφέρον, το χέρι ξεχνιόταν κρυμμένο στο γύψο του, ο γύρω χειμώνας μεταμορφωνόταν σε άνοιξη.
            Όταν ήταν μακριά, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, η Μαριάννα και πάλι απέφευγε την απάντηση˙ την προσπερνούσε. Έστελνε τραγουδάκια και βιντεάκια, ευχές που προσγειώνονταν σε μια ισοπεδωμένη καθημερινότητα και τη βοηθούσαν να σηκωθεί, ρωτούσε πολύ και μετέφερε εικόνες μικρών καθημερινών της απολαύσεων: ένα βιβλίο με το πρώτο φως της ανατολής στον καναπέ, λίγο παιχνίδι και πολλή χαρά με τα ανίψια, μία προσμονή.
            «Πώς τα καταφέρνεις, Μαριάννα;»
            Σα να του φαινόταν του Λι ότι η φίλη του αποφεύγοντας την απάντηση απαντούσε.
            Κι αυτό ήρθε να το επιβεβαιώσει ένα ποίημα. Ένα ποίημα-έκπληξη που έφτασε με το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο. Όπου η Μαριάννα δε μιλούσε για το χέρι, αλλά για τα δόντια. 
            Η φίλη του είχε μεταποιήσει σε ποίηση τα τελευταία της βιώματα. Καμία αναφορά πάντως στο ηττημένο χέρι. Καμία αναφορά σε ήττα, γενικώς. Το χέρι απλώς την οδήγησε να γνωρίσει άλλες περιοχές και λειτουργίες. Να γνωρίσει την τρίτη διάσταση, να φωτίσει αυτά που η συνήθεια έντυνε στο σκοτάδι της τόσον καιρό.
            Και έτσι, έγραψε για τα δόντια. Καιρός να σας πω γι’ αυτά, είπε: «Teath time»



Teath time (ένα ποίημα της Μαριάννας)

Για την τρίτη τους διάσταση δεν είχα υποψιαστεί τίποτα.

Είχα υπ’  όψιν μου τις φράσεις:
«Σε πονάει το δοντάκι»
«Σφίξε τα δόντια»
και το πιο αρχαιοπρεπές
και αιμοσταγές
«Οδούς αντί οδόντος»

Αλλά ιδέα δεν είχα
για το πώς γραπώνουν τη μεταλλική απόληξη,
τραβούν γρήγορα το φερμουάρ
και ανοιγοκλείνουν το τσαντάκι που έχω τώρα για πορτοφόλι.
Για το πόσο σφιχτά μπορεί να μπήγονται στο κουβαριασμένο βαμβακερό
ύφασμα ώστε να πνίγουν τις κραυγές του πόνου
για το πόσο γρήγορα και με μαεστρία μπορούν να κινηθούν
να με βοηθήσουν να διπλώσω, ναι με υπομονή και σε αργή κίνηση,
αλλά να μπορέσω να διπλώσω, το σεντόνι,
για το πόσο εύκολα έμαθα να στηρίζομαι σ’ αυτά
για να μεταφέρω ρούχα και υφάσματα,
από δωμάτιο σε δωμάτιο
σαν μαμά γάτα τα μικρά της.

Στην περίπτωσή μου αποδείχτηκαν
τα πιο συμπονετικά, τα πιο πρόθυμα
να βοηθήσουν.

Όμως αυτό που θαυμάζω
περισσότερο σ’ αυτά
είναι η λευκή τους υπαινικτικότητα
όταν δαγκώνω το σκούρο
κόκκινο σκληρό μήλο
και σε κοιτάω.

            Και κάτω από το ποίημα, σε μια παρένθεση, η Μαριάννα αναρωτιόταν:
                      «(Αυτή η σταδιακή αποκάλυψη των πραγμάτων δεν είναι μια χαρά της ζωής;)»

            Ο Λι διάβασε το ποίημα δυο και τρεις φορές. Γοητεύτηκε από  τις γωνιακές λήψεις της κάμερας, από την κίνηση αυτών που νόμιζε  άψυχων, την επιμονή στη θετικότητα, από την ήρεμη υπαινικτικότητα, από την έκπληξη του τέλους.
            Κυρίως, όμως, έμαθε ότι απαντήσεις στις ερωτήσεις μας μπορούμε να παίρνουμε με χίλιους και έναν τρόπους.

Κυριακή 11 Νοεμβρίου 2018

Στο βάθος κήπος



             Κανονίζει ραντεβού ο κύριος Λι με την Παλιά Μαθήτρια. Πού να πάμε;
            « Κάπου που να μην έχει δυνατά μουσική, να μπορούμε να μιλάμε» , δηλώνει, και περιμένει την αβίαστη συγκατάνευση της συνομιλήτριάς του. Δεν έχει λογαριάσει  και πολύ τα νιάτα και  τον αιρετικό της χαρακτήρα.
            «Πουθενά δεν έχει μουσική», την ακούει να αποφαίνεται˙ «πουθενά εκτός από εκεί που κάθονται για να κουβεντιάσουν και να φάνε.»
            «Δε σε πιάνω, μαθήτρια»
            «Είναι γελοίο. Θέλουμε να βρεθούμε, να συζητήσουμε, κι ενώ υπάρχει όλο το σύμπαν για να γίνει αυτό, δρόμοι, πεζοδρόμια, κήποι, πλατείες, παγκάκια, παραλίες, λόφοι, πάρκα, πεζούλια, σπίτια και δωμάτια, εμείς δυσκολευόμαστε, γιατί αυτομάτως τα έχουμε αποκλείσει όλα αυτά και σκεφτόμαστε μόνο μέρη που έχουν να φάμε και να πιούμε.»
            Ενθουσιάζεται ο Λι. Χαμογελάει. Tου αρέσει  η νεανική ματιά πάνω στα πράγματα. Πολλές φορές τη νιώθει να κρατάει τη φρεσκάδα και το δυναμισμό του νέου οργανισμού, να εκπέμπει την αθωότητα, την αφέλεια του άβγαλτου, του καινούριου.
             «Δεν έχασες καθόλου από την εφηβική σου σπιρτάδα, ε;»
            «Έλα, Λάμπρο, μην πας να τ’ αποφύγεις, γιατί  κι εσύ μετέχεις σ’ αυτό – μ’ όλο το σεβασμό. Ένας ολόκληρος πολιτισμός της καθημερινότητας βασισμένος στο φαΐ. Ποια δραστηριότητα το αγνοεί;  Γάμοι, βαφτίσια, κηδείες, γενέθλια και γιορτές, ιδιωτικά ραντεβού, εγκαίνια, γεύματα εργασίας, γνωριμίας, το πτυχίο μας, ο πρώτος μας μισθός, η προαγωγή μας, η σύνταξη, οι βαθμοί της κόρης, οι εκμυστηρεύσεις, τα ριγιούνιον, η επιστροφή από τις διακοπές, οι διακοπές, οι αναχωρήσεις κι οι αφίξεις, όλα, όλα οδηγούν στο φαγητό. Οι ιδεολογίες γεννιούνται, απλώνονται και καταρρίπτονται γύρω από ένα φορτωμένο με φαγητά τραπέζι. Στο βάθος κήπος.»
            «Πώς αλλιώς, βρε Μυρσίνη. Γίνεται να μεταλλαχτούμε; Δε θ’ ακολουθούμε τη φύση μας, δηλαδή;»
            «Και έτσι αν είναι, τότε ας χαμηλώσουμε λίγο την υποκρισία. Γιατί υποκρισία λοιπόν είναι όταν περνάμε το φαΐ στο παρασκήνιο και φωτίζουμε τις μεγάλες ιδέες πάντα.»
            «Κι αν το δούμε ανάποδα;», ρώτησε ο Λι.
            «Πώς, δηλαδή;»
            « Πως καταφέρνουμε με όλα αυτά τα τερτίπια μας να μη φωτίζουμε τη φυσική μας  ανάγκη, να την εξωραΐζουμε, και  πως πολιτισμός είναι αυτό ακριβώς: να μεταφράζουμε την αγριάδα της ανάγκης σε τύπους, τρόπους, συμπεριφορές, τέχνη, εκδηλώσεις ζωής που μας φέρνουν κοντά. Επιτρέποντας  τη διακριτική παρουσία του φαγητού από δίπλα. Ε;»
            Πάντα δύσκολα της έβαζε ο Λι της.  Ήξερε, άλλωστε, ότι θα υποχωρήσει κι ότι το ραντεβού θα το δίναν σε ένα ζεστό, χουχουλιάρικο χώρο. Ήξερε ότι οι κορώνες της για το ανθρώπινο είδος, όσο δυνατές και αν ήσαν, τον ρου δε θα τον άλλαζαν. Οπότε:
            « Ε, αν το δούμε ανάποδα, Λάμπρο, θα δώσουμε ραντεβού στη Χρυσόσκονη, που έχει και απαλή μουσικούλα. Ευχαριστημένος;»
            «Ε, ναι! Και ωραία μεζεδάκια!», το έκλεισε πειραχτικά ο Λι, απολαμβάνοντας ήδη τις στιγμές που θα περνούσε στο ζεστό μέρος με την αγαπημένη του Παλιά Μαθήτρια.

Κυριακή 28 Οκτωβρίου 2018

Ο Λουκουμάς


           Συναντήθηκαν κατά τύχη στο δρόμο, αλλά εύκολα υπέκυψαν στην πρόκληση μιας καθιστής κουβεντούλας σ’ ενός καφέ χρόνο. Δικού τους καφέ χρόνο. Και, καθώς ο κύριος Λι βούλιαζε στη φτιαγμένη για να είναι βολική αλλά τελικά άβολη καφεπολυθρόνα του:
            - Come stai, caro amico? ρώτησε, σα να ζητούσε  τα νέα του Τορίνο, της Ιατρικής, της Ιταλίας.
            - Άσε τα ιταλικά, δάσκαλε, τέλειωσα πριν δυο βδομάδες, το πήρα! Τώρα έχω τη μετακόμιση.
            - Ε, καλά.., πρόλαβε να αρθρώσει ο κ. Λι, παρακάμπτοντας τα αδιάφορα πρακτικά.
            - Τι καλά, δάσκαλε! Είναι πρόβλημα. Έξι χρόνια είναι αυτά. Έχει μαζευτεί πολύ πράμα στο διαμέρισμα. Και στο χαμόγελο του Λι, ο Τάκης άναψε κι άλλο:
            - Γελάς, αλλά αν ήσουν στη θέση μου, θα το ‘βλεπες αλλιώς. 
            - Όχι, Τάκη, απλώς σκεφτόμουν τι δαπανηρά πλάσματα που είμαστε οι άνθρωποι.
            Και άπλωσε στο τραπέζι με τα καφεδάκια που ήδη είχαν φτάσει τις σκέψεις του για τον ανθρώπινο χώρο.
            - Είναι απίστευτο πόσα χρειάζεται ένας άνθρωπος γύρω του για να ζήσει. Το σύμπαν διαστέλλεται, λες για να χωρέσει τον όλο και περισσότερο «αναγκαίο» χώρο του  καθένα μας. Δες πόσα τετραγωνικά θέλουμε για να ασφαλιζόμαστε από τον καιρό και τους κινδύνους.
            - Δε σε κατάλαβα..
            - Το σπίτι, λέω, ρε Τάκη, τα σπίτια μας. Κι ύστερα, δες με πόσα αντικείμενα το γεμίζουμε, για να συνοδεύουμε την κάθε μας ενέργεια, την κάθε μας κίνηση, την κάθε μας ανάγκη. Και δωσ’ του ντουλάπες, συρτάρια, ντουλάπια, αποθήκες, κούτες και κασέλες, και θήκες, θήκες για όλα – παπουτσοθήκες, βιβλιοθήκες, εργαλειοθήκες, δισκοθήκες, πιατοθήκες – και όλες γεμάτες απαραίτητα!  Κι όταν θα θελήσουμε  να διανύσουμε ένα δυο χιλιόμετρα, άαλλα εκεί: βενζίνες, μηχανές, ρύπανση, θέση για παρκάρισμα.. Ο κύριος Λι πάει στην Αθήνα, χειροκροτήστε! Παραμερίζουμε, Ποιητή, για να περάσεις! Μα πόση ενέργεια, πόσο χώρο.., σχεδόν μονολογούσε ο Λι αυτοαναφλεγόμενος.
            - Πολιτισμός λέγεται, Λάμπρο, μην ανάβεις, τι να κάνουμε δηλαδή..
            - Εντάξει, γιατρέ μου, τότε βάλε κι εσύ τον πολιτισμό στις κούτες, στο αεροπλάνο ή στο πλοίο και μη διαμαρτύρεσαι.
            - Άσε που  έχω και το Λουκουμά, το γάτο!
            - Έχεις και το γάτο και δεν έμαθες τίποτα τόσα χρόνια από τη γύμνια του; Από το τίποτά του; Από την τριχωτή του αυτάρκεια; Ο γάτος σου πιάνει σ’ αυτή τη γη τόσο χώρο όσο ακριβώς είναι το σώμα του. Χειμώνα καλοκαίρι. Το φαγάκι του και τίποτα παραπάνω. Άντε, και κανένα ταίρι το Γενάρη.
            - Μπα.. Τον έχουμε στειρώσει, Λάμπρο, απάντησε ο Τάκης υπομειδιώντας, με εμφανή όρεξη να ελαφρύνει την κουβέντα και να την επαναφέρει στα προσωπικά.
            Και το κατάφερε. Δεν είναι και δύσκολο αυτό με τον κύριο Λι. Κι ίσως και αυτό να ήταν το μεγαλύτερο κέρδος από την κάθε συζήτηση. Η διάθεση χαδιού που ένιωθες πάνω στο κάθε θέμα, ακόμα και σ’ αυτά που ήταν βαριά και πιάναν πολύ χώρο. 

Κυριακή 14 Οκτωβρίου 2018

Ένα ασανσέρ απόσταση



            «Στο Λαϊκό, Λάμπρο. Στην εντατική. Έχει αρχίσει να μην επικοινωνεί ενίοτε. Δεν έχει πολύ. Δύσκολα», έγραφε το αταίριαστα κυριακάτικο μήνυμα της Χρύσας.
            Με μια αποφασιστική για τα μέτρα του παρόρμηση, σε λίγη ώρα ο κύριος Λι βρισκόταν με τη Χρύσα στο κυλικείο του Λαϊκού. Γύρω νεαροί με άσπρες ρόμπες, πλαστικά μπουκαλάκια και ποτηράκια στο χέρι, επισκέπτες – προσωρινά ανακουφισμένοι δραπέτες των θαλάμων νοσηλείας - και μια αχώνευτη μυρωδιά δυσκολοχώνευτων τοστ.
Απέξω από το προαύλιο ερχότανε το ζωηρό βουητό της πόλης.
            Κάθησαν.  Ο Λι ιδεολογικοποιούσε την αδυναμία του:
            - Ήθελα μέρες να έρθω, Χρύσα, αλλά δυσκολεύομαι. Θα δυσκολεύομαι πάντα μ‘ αυτό το θέμα. Δε μου είναι καθόλου εύκολο, όταν ο άλλος ξέρει ότι θα πεθάνει. Σκέψου ότι τώρα προτιμώ να μην πάω πάνω, να μη την δω.
            - Ε, δεν είσαι κι ο μόνος. Οι περισσότεροι συγγενείς και φίλοι έχουν εξαφανιστεί. Δεν τους κατηγορώ.
            - Είναι η αμηχανία, η αξεπέραστη αμηχανία. Τι να πεις; Αν μιλήσεις για άλλα, είναι σαν να τους θυμίζεις αυτά που χάνουν οριστικά. Αν μιλήσεις γι’ Αυτό, είναι σα να τους βάζεις μπροστά στον καθρέφτη που δε θέλουν να βλέπουν. Το γέλιο είναι ανάρμοστο και η αρμοστή θλίψη είναι μια ανεπίτρεπτη επιβολή σκληρότητας.  Καταλαβαίνεις;

            - Καταλαβαίνω, του είπε η φίλη του σκεπτική, με ένα αδιόρατο, αφηρημένο χαμόγελο. Όμως δε θα ‘πρεπε να ήταν έτσι. Ζώντας όλο και πιο μακριά από τη φυσική ζωή, είναι φυσικό επόμενο να είμαστε ανέτοιμοι, απροετοίμαστοι, άτσαλοι μπροστά στο θάνατο. Αν δε μαθαίνουμε τη ζωή, πώς να μάθουμε το θάνατο; Σκέφτομαι ότι δεν είναι αναισθησία να σου μιλάνε σαν να πρόκειται να πεθάνεις, όταν αυτό ακριβώς συμβαίνει. Κι η μαμά, Λάμπρο, το ξέρει πως πεθαίνει.
            - Ναι, αλλά η γνώση δε σημαίνει και αποδοχή, ε;
            Η Χρύσα ξεπέρασε αδιάφορα τα λόγια του Λι.
            - Δεν έχει σημασία. Αν την ερμηνεύω σωστά, εκείνο που αποζητάει, όσο της μένουν δυνάμεις να αποζητάει κάτι, είναι η ανθρώπινη επαφή. Το άγγιγμα μιας ματιάς, ενός χεριού, μιας ψυχής. Άντε, πάμε πάνω, άσε τις κόνξες. Πού πας; Από ‘δω είναι το ασανσέρ.
            Ένα ασανσέρ απόσταση από το βουητό της πόλης, βρισκόσουν κιόλας στη στάσιμη ατμόσφαιρα ενός άλλου πλανήτη. Η ζωή κάτω, πίσω από τα παράθυρα του ορόφου, ξετυλιγόταν σα βουβή ταινία. Ένα ασανσέρ απόσταση.

οι φωτογραφίες είναι του Γιάννη Μάνεση
αφιέρωση       στη Σίσσυ

Κυριακή 30 Σεπτεμβρίου 2018

Χριστόφορος Κολόμβος



            Σε βολική θέση για πρωινό καφέ το σπίτι του Δίδυμου. Πάνω στον ποδηλατόδρομο, απ’ όπου ο κύριος Λι πάει στην Αθήνα για τα ψώνια του. Στάση. Κουδούνι. Φωνή. «Βάλε το μπρίκι μόνος σου, είμαι στο μπάνιο, έρχομαι.»
            Η κουζίνα μες στην πολυλογία: ότι χτες είχε επισκέψεις ο Δίδυμος, ότι άργησαν και ήπιαν κι αρκετά, ότι δοκιμάσανε προϊόντα – λάφυρα διακοπών, ακόμα κι ότι.. Ωχ, ο καφές! Ευτυχώς τον πρόλαβε, πρόσθεσε και τα κουλουράκια του φούρνου που έφερε, τα σερβίρει τώρα στον αδερφό του, που, περιχαρής και σαπουνομύριστος, δείχνοντας φρέσκος φρέσκος μες στο άσπρο του πουκάμισο, θρονιάζεται στην πολυθρόνα  λαχταρώντας το ευεργετικό πρωινό ρόφημα.
            - Ποιους είχες εδώ, χτες, αδερφέ;
            - Ποιους; Τον Αμέρικο Βεσπούκι, το Βάσκο ντα Γκάμα, το Χριστόφορο Κολόμβο και κάποιους άλλους αυγουστιάτικους θαλασσοπόρους εξερευνητές του αιγαίου πελάγους.
            - Λέγε, ρε!
            - Μήτσος, Νανά, Γιάννης, Μαρία. Δυο μήνες στην άγονη γραμμή, τα θηρία. Ενθουσιασμένοι. Η λιτότητα των γραμμών και των μέσων, η αυθεντικότητα, οι άνθρωποι κι ο μόχθος, τα μεγέθη στο σωστό μέγεθος, οι αργοί ρυθμοί, η φύση γύρω τους που ξύπνησε τη φύση μέσα τους, ξέρεις. Δήλωσαν ότι επέστρεψαν αναβαπτισμένοι.
            - Ναι, αλλά επέστρεψαν, Μπούφο. Επέστρεψαν εδώ που επέλεξαν να ζούνε, να ζούμε, χάνοντας όλα αυτά που μετά συναντάμε μ’ ενθουσιασμό στις διακοπές μας. Τι βρίσκουμε εδώ; Γιατί κολλάμε;
            - Είναι αυτό που σου έλεγα για το σινεμά, Λάμπρο, θυμάσαι; Η μεγάλη οθόνη, ναι, το σκοτάδι, ναι, αλλά  πάνω απ’  όλα η αίσθηση  του συγχρωτισμού, των ανθρώπων που τους δένει κάτι και το μοιράζονται. Έστω και μ’ αυτούς τους συγκυριακούς όρους. Η βαθιά ριζωμένη αίσθηση της κοινωνικότητας. Άλλωστε, και η Νανά έλεγε χτες ότι δε θα έμενε το χειμώνα στο νησί. «Εκεί από τις οκτώ το βράδυ δεν κυκλοφορεί κανείς, δε βλέπεις κανένα». Θέλουμε το κοπάδι μας, τα άλλα προβατάκια, Λάμπρο, συμπλήρωσε με το πάντα οριακά προκλητικό στιλ του ο Δίδυμος.

            Δεν άργησε την επίσκεψη ο κύριος Λι. Επόμενη στάση το Μικρό Βιβλιοπωλείο στον πεζόδρομο του Θησείου. Χαζεύουμε, μυρίζουμε, κρυφοκοιτάμε με τρόμο τις τιμές, παίρνουμε τη βραχεία λίστα των δυο τριών βιβλίων στα χέρια μας και καθόμαστε έξω στο  παγκάκι για την τελική επιλογή. Aυτή τη φορά όμως στο βιβλίο «Μια ολόκληρη ζωή», του Robert Seethaler  (μτφρ. Γ. Καλιφατίδης, εκδ. utopia) τον περίμενε μια απίθανη έκπληξη. Εκεί, λοιπόν μέσα στο βιβλίο, ξεδιπλώνεται η ζωή του μοναχικού χωρικού ενός απομακρυσμένου χωριού των Άλπεων, του Έγκερ. Στη σελίδα που έπεσε το μάτι του κυρίου Λι είμαστε στα 1969 και ο Έγκερ πηγαίνει σε μια κοινοτική αίθουσα που διαθέτει τηλεόραση, να παρακολουθήσει τους αμερικανούς αστροναύτες που θα πατούσαν για πρώτη φορά στο φεγγάρι. Η συνάθροιση των συγχωριανών εκεί αποπνέει έναν ενθουσιασμό, μία έξαψη. Ζωηρές παρατηρήσεις, χειροκροτήματα, κεράσματα.
            Καμία έκπληξη μέχρι εδώ. Η έκπληξη ήρθε με την κατάληξη της παραγράφου:
«Και ενώ στην τηλεόραση που είχε στηθεί στη συσκοτισμένη αίθουσα του φρεσκοβαμμένου δημαρχείου οι δύο αμερικανοί σεργιάνιζαν εκείνη ακριβώς τη στιγμή ψηλά πάνω από το κεφάλι τους περιδιαβάζοντας σαν απόκοσμες οπτασίες στην επιφάνεια της Σελήνης, ο Έγκερ ένιωσε να τον πλημμυρίζει η μυστηριώδης αίσθηση πως δεν ήταν ολομόναχος εδώ κάτω στη Γη και ένιωσε μια κοινή μοίρα να τον συνδέει με τους συγχωριανούς του.»  Μέσα στην αίθουσα με τον κόσμο «ένιωσε μια κοινή μοίρα να τον συνδέει με τους συγχωριανούς του»! Ακόμα νωπή στα αυτιά του η συζήτηση με το Δίδυμο, απίστευτο!
            Έβγαλε από το σακίδιο το παμπάλαιο κινητό, έστειλε ένα εγκώμιο στο Δίδυμο, αγόρασε το βιβλίο, ξεκλείδωσε το ποδήλατο και τράβηξε για το Μοναστηράκι, να ανακατευτεί με το ανώνυμο πλήθος, να χαζέψει και να κάνει τα ψώνια του.

Κυριακή 16 Σεπτεμβρίου 2018

λίγα μέτρα πιο 'κει


            Λίγα  μέτρα πιο ’κει από το θηριώδες εμπορικό κέντρο, διαστάσεων τεραστίων, σε ένα δρομάκι που σχεδόν κανείς διαβάτης δε διαβαίνει, έκανε λες τη μοναχική κι απέλπιδα αντίστασή του ένα μικρό, καλαίσθητο, διαστάσεων ανθρωπίνων, καφέ.
            Βρέθηκαν για λίγο εκεί, να ανταλλάξουν σημειώσεις και βιβλία, κουβέντες και εκμυστηρεύσεις, εντυπώσεις και ψευδαισθήσεις.
            Μαζί με τους  αχνιστούς τούρκικους στα μικρά μπρούτζινα μπρίκια ερχόταν πάντα και ένα γλυκάκι κουταλιού. Παράδοση κάποτε. Τώρα παράδοση του μαγαζιού.
            - Τριανταφυλλάκι χιώτικο, ανακοίνωσε με καμάρι, ακουμπώντας το περήφανα στο τραπεζάκι. Πεσκέσι απ’  το γαμπρό μου˙ λιχουδιά!
            Κι όση ώρα ο Παλιός Μαθητής αγόρευε για τη ζωή του στο εξωτερικό, για όσα οι ευρωπαίοι κατακτήσανε που εμείς ούτε στον ύπνο μας, για «εκεί, όμως, λειτουργούν οι νόμοι, ε;», για υποχρεώσεις και δικαιώματα,
            ο κύριος Λι ασκούσε το δικαίωμά του στη γευστική επεξεργασία του χιώτικου τριαντάφυλλου. Η ιδέα ότι τρώει αυτό το ιδιαίτερο λουλούδι προσγειωνότανε με ένα άκρως αντιφατικό τρόπο μέσα του. Από τη μια γευόταν αυτό το φίνο άρωμα, τα λεπτά , διακριτικά, ευαίσθητα τριάντα φύλλα, με όρους απόλαυσης˙ απ’ την άλλη «τι ιδέα! Να μασάω το λουλούδι, να το τρώω – τι βαρβαρότης!»
            Έμειναν ασχολίαστα τα δικαιώματα και οι νόμοι των ευρωπαίων, νικήθηκαν κατά κράτος από το λεπτεπίλεπτο χιώτικο γλυκό. Διακόπτει τον εμβρόντητο Παλιό Μαθητή:
            - Ρε παιδί μου, κοίτα πώς τρίζουν στο στόμα τα φυλλαράκια! Τι άρωμα ροδόκηπων αναδύεται από ένα τοσοδά πιατάκι.. Αλλά και πάλι, πού του κατέβηκε του ανθρώπου να τρώει τα τριαντάφυλλα, δε σου φαίνεται λίγο άγριο, ε, για πες;
            Ξέχασε, συγχώρησε γρήγορα τη διακοπή ο Παλιός Μαθητής. Γέλασε.
            - Α, ρε δάσκαλε! Γι’ αυτό μ’ άρεσες πάντα, για τη λοξή ματιά σου. Δύσκολο να φας χωρίς να σκεφτείς, ε; Χα! Και με τα χρόνια μάλλον έχει μεγαλώσει το κουσούρι.. Πρόσεχε, πάντως, πρόσεχε.Την πρεσβυωπία εντάξει, αλλά τη λοξή ματιά δεν την κάνει καλά ο οφθαλμίατρος!
            - Κουσούρι, ε; σχεδόν μονολογεί ο Λι σκεπτικός.
            - Ε, αφού βασανίζεσαι! Δε θυμάσαι που μας έλεγες ότι ακόμα και η γλώσσα καμιά φορά δε σε καλύπτει, γιατί βάζει οπτικές που δεν είναι στην ίδια κατεύθυνση με τις δικές σου; Δε θυμάσαι το «ευτυχώς ή δυστυχώς» που το αντικαθιστούσες με το «ευτυχώς και δυστυχώς», γιατί δεν έβλεπες δίλημμα παρά συνύπαρξη; Δε θυμάσαι τα καλοκακομαθημένα παιδιά, γιατί  δεν μπορούσες να ξεχωρίσεις  τα καλομαθημένα από τα κακομαθημένα; Και τόσα άλλα!
            Για άλλη μια  φορά ο Παλιός Μαθητής είχε δίκιο. Αλλά τι να έκανε ο κύριος Λι; Δεν ήταν ότι το προσπαθούσε. Έτσι λειτουργούσε η σκέψη του. Λίγα  μέτρα πιο ’κει. Ευτυχώς και δυστυχώς..