Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα οι αναμνήσεις του κ. Λι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα οι αναμνήσεις του κ. Λι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 5 Μαΐου 2019

το ραβδάκι που κάνει το αυτό άλλο


        Τι κάνει ο κύριος Λι όταν οι μαθητές του, ώρα πολλή, αποτυπώνουν τις σκέψεις τους στο χαρτί; Τους παρατηρεί και
σημειώνει κι αυτός τις σκέψεις του
για τους μαθητές που σημειώνουν τις σκέψεις τους.
            Η έκθεση σήμερα έχει θέμα τη σχέση κατανάλωσης και μέσων μαζικής επικοινωνίας και κοινωνικής δικτύωσης. Τις επιπτώσεις απ’  αυτή τη σχέση. Τις προτάσεις  ανακούφισης απ’  αυτές τις επιπτώσεις. Και παρατηρώντας εαυτόν και ετέρους ο κύριος Λι  στέκει αμήχανος απέναντι στην αντίφαση: κάποιοι άνθρωποι σε ένα χώρο, πελάτες καλοί  της εποχής τους όλοι, συνεπείς καταναλωτές, εξαπολύουν μύδρους κατά της κατανάλωσης και του καταναλωτικού ανθρώπου.
            Και σημειώνει ο Λι με το μολυβάκι του στη δική του έκθεση, στο πίσω μέρος ενός φύλλου με το σχέδιο μαθήματος, το διδακτικό στόχο, την αφόρμηση και τη διδακτική πορεία μιας  παράδοσης μαθήματος. Στο πίσω μέρος:
            «Το γνωστό με το πουλί στο κλουβί: Δεδομένο πως η ζωή είναι αυτό. Αυτό που έχει. Τρώει, πίνει, κελαηδάει. Αν ένα πορτάκι ξεχασμένο και δυο ασθενικά φτερά στην πλάτη του μαρτυρήσουν πως η ζωή είναι άλλο,  τότε άγνοια, τρόμος κι αδυναμία. Άλλο; Τι άλλο, δηλαδή; Σκύβει ο Πλάτωνας, «άλλο», του ψιθυρίζει, «η πραγματική ζωή δεν είναι επίπεδες σκιές˙ είναι χρώματα και αφή, είναι μυρωδιές και άπειρο, είναι αποχρώσεις, ποικιλία, πόνος και χαρά».
            Αλλά το σπήλαιο του Πλάτωνα είναι πολύ μακριά, φαίνεται, και κανείς δεν ξεχνάει το πορτάκι του κλουβιού ανοιχτό. Και το πουλάκι συνεχίζει να τρώει, να πίνει και να κελαηδάει μέσα στο κλουβί. Κι εμείς συνεχίζουμε να το ταΐζουμε με κανναβούρι, νερό και σκιές. Η ζωή είναι αυτό.»
            Έντεκα παρά. Έξω ήλιος. Οι μαθητές συνεχίζουν να γράφουν. Η ζωή είναι αυτό. Ο κύριος Λι συνεχίζει να σημειώνει.
            «Στην ταλαιπωρημένη χώρα μας μεγαλώνουμε θεωρώντας ότι η εκπαίδευση είναι αυτό. Τη γυμνώσαμε απ’ τα στολίδια της, τη σέρνουμε άχαρη, παραιτημένη, άνευρη, αποχυμωμένη, αδιάφορη. Δώδεκα χρόνια πορεία για τις Άγιες Πανελλαδικές εξετάσεις, το αδιάβλητο κι αδιαμφισβήτητο κριτήριο της επιτυχίας των  νέων. Δώδεκα χρόνια αναιτιολόγητης ανηφόρας κακοτράχαλης, μακριά από την ανακάλυψη του εαυτού και της χαράς της γνώσης, μακριά από την έμπνευση, μακριά από τον τύπο του ανθρώπου που μάθαμε να εκθειάζουμε στις μαθητικές εκθέσεις, μακριά από την ελευθερία. Η εκπαίδευση είναι αυτό. Κελαηδήστε, ωραία μου πουλάκια, κελαηδήστε.»
            Βλέπει τα ίσως έφηβα παιδιά του ο κύριος Λι  σκυμμένα στα θρανία τους να γράφουν, –πότε φτάσανε στην τρίτη λυκείου; -, η εντατικοποίηση τους τείνει το περίστροφο κι αυτά γράφουν. Χωρίς χαρά, χωρίς να ξέρουν γιατί, αποστασιοποιημένα απ’  αυτά που γράφουν, ακόμα κι από τον ίδιο τον εαυτό τους που δε γνώρισαν, που δεν ανάπτυξαν, που δεν πλούτισαν μέσα από τις ανέμπνευστες διαδικασίες ενός τέτοιου σχολείου.
            Ο κύριος Λι είναι σίγουρος. Σπάνια είναι σίγουρος, αλλά εδώ είναι. «Η εκπαίδευση δεν είναι αυτό. Είναι άλλο», γράφει.  «Είναι εκείνο το ραβδάκι που αγγίζει τις άκρες των χειλιών μας και μας τις ανασηκώνει όταν αντικρύζουμε μαγεμένοι τον κόσμο και τον άνθρωπο. Πόσο δύσκολος στόχος μπορεί να είναι;»
            «Κύριε, το αδηφάγος πώς γράφεται;»
            «Ποιος είναι αδηφάγος, Χριστίνα;»
            «Για τον καταναλωτισμό γράφω, κύριε».
            «Με ήτα, Χριστίνα».
            Ο, η αδηφάγος. Η αδηφάγος εκπαίδευση. Αυτή, με ήττα, σκέφτεται ο κύριος Λι και αφήνει το μάτι του να πέσει στο λουσμένο με φως απέναντι  μπαλκόνι.

αφιέρωση: στη Στέλλα Χ. για τον όμορφο αγώνα  και την προσφορά της στην εκπαίδευση

σημείωση 1: οι φωτογραφίες είναι από παλιότερες εκδηλώσεις και δραστηριότητες του 6ου λυκείου Καλλιθέας
σημείωση 2: το λογοπαίγνιο του τέλους κλάπηκε από  ποίημα του Αργύρη Χιόνη ( "με ήτα η ζωή τελειώνει˙ / με ήττα, επίσης" )

Κυριακή 28 Απριλίου 2019

οδός Φιλαρέτου


           Ψηλός, ευθυτενής, περήφανο παράστημα. Είχε τη χαρά να δει και τα παιδιά του να του μοιάζουν. Λεβεντιές απ’ έξω κι από μέσα, σαν κι αυτόν.
            Για τον Λι ήταν πάντα  «ο μπαμπάς του Νίκου», δεν τον γνώρισε στα νιάτα του, το παρελθόν του terra incognita, ποιος ρωτούσε για τους μπαμπάδες..
            Περνούσαν όμως τα χρόνια και ψηφίδες πληροφορίες σχημάτιζαν σταδιακά στα μάτια του Λι μια ζωή. Μια ζωή που οι νεαροί δε βλέπουν συνήθως, καθώς το μάτι τους πέφτει στο λαμπρό μπροστά.
            Ίμβρος. Σχοινούδι. Κτήματα πολλά, ζωντανά, καλλιέργειες, κυνήγια,  ο κυρ Γιάννης στο άλογο, ο πατέρας πρώτος μουσικός στα πανηγύρια, μια οικογένεια που κάνει το κουμάντο της, που ζει καλά. Και που ζει δεμένη με τη γη της. Ώσπου να εκδιωχθεί απ’ αυτήν. Όπως κι όλες οι άλλες του νησιού. Απ’ την αγριάδα των ανθρώπων και τις κατασκευές της Ιστορίας.

            Πρόσφυγας στην Αθήνα του ’60 ο κυρ Γιάννης, με δυο μικρά παιδιά και κάποιους από το αποδεκατισμένο σόι. Νύχτα έφευγε για τη δουλειά, νύχτα επέστρεφε˙ δουλεύοντας σε ένα υπόγειο έκανε χρόνια να δει φως του ήλιου. Το βιολί του μ’ ένα σεντόνι διπλωμένο έμενε στη ντουλάπα ανέγγιχτο. Πρόσφυγας στον τόπο του που δεν είναι τόπος του. Πέρασε πολύς πέτρινος καιρός μέχρι να νοικιάσουν το διαμέρισμα στην οδό Φιλαρέτου, εκεί που τον γνώρισε ο κύριος Λι, και μέχρι ν’ αρχίσουν σιγά σιγά να στρώνουν τη ζωή τους, μιαν άλλη ζωή.
            Κι εκείνο το χαμόγελο; Το σχεδόν γέλιο; «Τι φτιάν’ς, ρε Λάμπρο», ρωτούσε και τον ένιωθες σε ετοιμότητα να σε καλοδεχτεί, να συμπληρώσει την απάντησή σου εύθυμα, ενθαρρυντικά, ζωογόνα. Κι ύστερα οι αστεϊσμοί, τα καλόκαρδα πειράγματα, οι παροιμίες κι οι ιστορίες από τον παλιό καιρό, τότε που οι σοδειές της ζωής ήταν αφειδώλευτες. Μιας ζωής που δεν κλεινόταν στο διαμέρισμα της Φιλαρέτου, δε χωρούσε εκεί,  που  όμως σιγά σιγά κατάφερε και ξεχείλιζε από τα τσουκάλια, ανασταινόταν από τα μαγειρέματα και τις μυρωδιές της Μαρίας του, αργότερα κι από τους ήχους του βιολιού του ίδιου του κυρ Γιάννη, και να οι μπάλοι και να τα απτάλικα και να το φως που πολεμάει τα σκοτάδια της μνήμης. Ένα φως που το μετέφερε στη γειτονιά και στον περίγυρο. Με την καλή του διάθεση,  την εξωστρεφή παρουσία του, με το πλησίασμά του στους ανθρώπους, με την εύθυμη ατάκα, εκείνη που μοιράζει χαμόγελα στις κατσούφες μέρες.
            Δεν τη φοβήθηκε τη ζωή ποτέ ο κυρ Γιάννης. Κι ας πορευόταν με το κρυφό σαράκι της απώλειας. Της απώλειας αγαπημένων από φρικτά ναυάγια και φρικτούς διωγμούς, από την απώλεια μιας γης που πόνεσε πολύ να ξαναδεί.  Όλα τα σύνθλιβε ένα κάτι που φώλιαζε σ’ εκείνο το χαμόγελο, όταν ρωτούσε τον νεαρό Λι «τι φτιάν’ς, ρε Λάμπρο;», μια ερώτηση που συνοδευόταν από αρκετά ειλικρινή μπράβο και ευφρόσυνα συμπληρώματα.
            Και τώρα, περασμένα τα ενενήντα, μόνος πια στο διαμέρισμα της Φιλαρέτου, με την ίδια περηφάνια διδάσκει ζωή. Έχει πολύν καιρό να τον επισκεφτεί ο Λι. Ντρέπεται κιόλας λίγο γι ‘αυτό.. Προχτές, πήγε μόνο  και του γλίστρησε κάτω απ’  την πόρτα μια κάρτα. «Κυρ Γιάννη, καλό Πάσχα». Υστερόγραφο: «Όλο και κάτι φτιάνουμε».
αφιέρωση: στη Μαρία, του Νικόλα

Κυριακή 14 Απριλίου 2019

μια σπίθα ασημί


             Η περιοχή, εκείνα τα χρόνια, είχε πολύ ψαράκι. Δεν προλάβαινες να ρίξεις την πετονιά και την ανέβαζες με τσέρουλες και γόπες. Η λεκανίτσα στο ταμπούκι γέμιζε και με την επιστροφή, αφού έδεναν τη βάρκα στο μώλο, τα πιτσιρίκια αναλάμβαναν την περήφανη διανομή στους λιγοστούς γείτονες και κατασκηνωτές. Ώρα ενός μικρού θριάμβου – απ’  αυτούς που η γαλίφα καθημερινότητα  ξέρει να προσφέρει παραπλανώντας.
            Είχαν μυηθεί καλά στα μυστικά της θάλασσας ο μικρός Λι και οι παιδικοί του φίλοι από τον πατέρα.  Όχι ολόκληρης της θάλασσας, βέβαια. Του ελάχιστου κομματιού της, εκείνου που μπορούσαν να αλωνίσουν με μία βαρκούλα τρίμετρη, τόσο όσο να αισθάνονται θαλασσόλυκοι και καπεταναίοι. Πετονιές και αγκίστρια, κόμποι ναυτικοί, τσιμπήματα και δολώματα, αέρηδες, βυθός, σίνια κι αραξοβόλια, κουπιά και άγκυρα, μπουνάτσες και μποφώρια, στοιχεία  του οικείου μικρόκοσμου των Κυριακών και των διακοπών τους.
            Πέρασαν λίγα χρόνια κι ο μικρός Λι δεκαοκτάρισε. Έδωσε τις εξετάσεις του για το Πανεπιστήμιο και μαζί με τον παιδικό του φίλο, τον Νικόλα, πήγαν για λίγες μέρες στο νησί. Και σαν για να θρέψουν την ανάμνηση, ένα πρωινό ξεκίνησαν με ένα βαρκάκι και τον ίδιο πατέρα για ψάρεμα. Στιγμές, εικόνες γνώριμες. Αχάραγο ξύπνημα, συνωμοτικοί ψίθυροι από τις γρίλλιες, φευγαλέες ματιές στον ουρανό που ακόμα να φωτίσει, νυσταγμένη αποδοχή των εντολών του πατέρα, κουβάλημα του ντεπόζιτου, της απόχης, του καλαθιού με τα σύνεργα, «πήρατε τα δολώματα, ή νομίζετε πως θα τα πιάσετε με τη γοητεία σας, ομορφόπαιδα;» 
            Και λίγο αργότερα το μονότονο γουργούρισμα της εξωλέμβιας, η παλάμη που κάνει παιχνίδια με το νερό, η δροσιά και τ’ αλάτι απ’ τις σταγόνες, οι μικροί κυματισμοί της βάρκας που όλο κι ανοίγουν ώσπου να σβήσουν,  η πόλη που αγουροξυπνάει νωχελικά κι όλο και ξεμακραίνει μπροστά στον καθρέφτη της θάλασσας, ο άνισα φωτισμένος ορίζοντας απ’ τα χρώματα του πρωινού, κάποιο περαστικό ρίγος που δε βιάζεται να ζητήσει την κουβέρτα του ήλιου.
            Βρήκαν το σίνιο, έρριξαν άγκυρα, κάπου δεκαοκτώ οργιές εδώ, ετοίμασαν τα σύνεργα, πήραν τις θέσεις τους, λίγο μαζί και λίγο ο καθένας στις σκέψεις του, κι όσο ο ήλιος ανέβαινε τόσο η καλαθούνα γέμιζε ψαράκια.


            Σιγά σιγά το φως του ήλιου βοηθούσε να δεις όλο και πιο βαθιά κάτω από την αρυτίδωτη επιφάνεια. Κι η αλιευτική έξαψη σε έσπρωχνε να κοιτάξεις, να δεις τι ανέβαζες, να δεις τι είχες πιάσει. Κι ο νεαρός Λι, καθώς ανέβαζε την πετονιά του βαριά,  έσκυψε να δει.  Τα χέρια του ανέβαζαν την πετονιά, τα μάτια του χάνονταν έκπληκτα στο γαλάζιο που κατάπινε ο βυθός. Ώσπου αντιλήφθηκε ένα σταφτάλισμα, μια σπίθα ασημί˙ στιγμιαία˙ τρεμουλιαστή. Κι όσο ανέβαζε την πετονιά, τόσο πιο ευδιάκριτη και η πηγή της. Το ψάρι πιασμένο απ’ τ’ αγκίστρι έκανε μία δεξιά, μία αριστερά, να φύγει. Κάτω η εκκωφαντική σιωπή του βυθού, πάνω η  βάρκα σταγόνα στην απέραντη θάλασσα, στο βυθό του ουρανού. 
            Μια ασημί σπίθα στο πουθενά. Ένα στιγμιαίο στραφτάλισμα στην απεραντοσύνη.
            Ο Λι ανέβασε τη γόπα στη βάρκα, την ξαγκίστρωσε προσεκτικά και κρατώντας τη στη χούφτα του έβαλε το χέρι στο νερό και την άφησε ελεύθερη να γλιστρήσει. Την παρακολούθησε καθώς χανόταν. 
            Δεν το είχε διατυπώσει με σκέψεις, αλλά ήδη το ήξερε ότι το ψάρεμα μόνο ως ανάμνηση θα τον απασχολούσε πια.
 

Κυριακή 24 Μαρτίου 2019

ο άνθρωπος πίσω από



             Περπατούσαν στο λιμάνι της Αίγινας. Ο νεαρός τότε Λάμπρος κι ο κυρ Γιάννης. Τριάντα χρόνια και τους χώριζαν, αλλά τις κάπου κάπου βόλτες τους τις απολάμβαναν το ίδιο και οι δυο. Χαϊδευτικός ήλιος στις πλάτες, μάκραινε τις σκιές τους που χάιδευαν κι αυτές τις δέστρες, τους κάβους, το τσιμέντο της προκυμαίας. Καλοσύνη στο λιμάνι.
            Ποιος να θυμάται τώρα τι συζητούσαν. Το σίγουρο είναι ότι κάποια στιγμή ο κυρ Γιάννης χρειάστηκε ένα παράδειγμα. Και το βρήκε εκεί που έπεφτε το μάτι του. Σε μια μικρή ψαρόβαρκα.
            « Να, δες αυτόν το σκαρμό».
            «Τον ποιον;»
            Κατάλαβε ο κυρ Γιάννης πως ο νεαρός του φίλος δεν ήξερε ούτε καν τη λέξη και
            «Να, εκεί, εκείνο το ξυλαράκι που βλέπεις στη βάρκα, εκεί που πιάνει το κουπί»
            «Ε, ναι. Τι;»
            « Είδες; Καλά καλά δεν τον πιάνει το μάτι˙ δε θα τον προσέξει κανείς. Δες τον, όμως. Για να φτάσει εδώ πέρασε από τόση σκέψη, τόση έρευνα, έγνοια, φροντίδα˙ είναι το αποτέλεσμά τους. Ποιο ξύλο είναι έτσι γερό, που να κρατάει κόντρα στο κουπί και να μη σπάει; Που να αντέχει στο νερό και ταυτόχρονα να είναι μαλακό για να μην τρίζει, να σκαλίζεται; Τι μήκος, για να είναι στέρεο το κουπί; Πού, πώς θα στηρίζεται στο σκάφος;»
            «Αλήθεια, πώς στηρίζεται;»
            «Δε βλέπεις; Έχει μια τρύπα η κουπαστή και .. κουπώνει», είπε ο κυρ Γιάννης χαμογελώντας   για το λογοπαίγνιο που του προέκυψε. «Αλλά για να μπαίνει λίγο και να μπορεί να εφαρμόζει,  έφτιαξαν το σκαρμό κυλινδρικό και του δώσαν και μία μικρή ένταση, δηλαδή τον έκαναν κάτω πιο στενό και προς τα πάνω φαρδύτερο. Και μετά έρχεται η κατασκευή, τα εργαλεία, το ανθρώπινο μάτι και χέρι, τα φινιρίσματα και να ο σκαρμός. Ο σκαρμός που κανείς δε θα προσέξει έχει πολλή ανθρώπινη φροντίδα πάνω του. Όπως ..»
            « .. όπως τα πάντα, κυρ Γιάννη, ε;»
            «Ναι, ναι. Τον βλέπεις και πίσω απ’ αυτόν μπορείς να δεις  τον άνθρωπο που τον σκέφτηκε, που τον σχεδίασε, που τον έφτιαξε. Πόσο αγαπησιάρικα γίνονται όλα έτσι, Λάμπρο!»
            Κάπου εκεί, στην όλο και πιο βαθιά πορτοκαλί τους βόλτα στην προκυμαία, ο Λάμπρος ένιωσε, από ένα ξυλαράκι τοσοδά,  πώς γεννιέται η αγάπη για τα πράγματα και τους ανθρώπους, αξεδιάλυτη κατεύθυνση, αξεδιάλυτη αγάπη, ένας ο τρόπος να ακουμπάς το μάτι σου  γύρω σου και να ανασαίνεις τον κόσμο, ένας ο κόσμος.

Κυριακή 17 Μαρτίου 2019

she is black

             Στο ημερολόγιο τάξης που χρόνια κρατούσε ο κύριος Λι είχε μια ενότητα που την ονόμαζε «φωτογραφίες». Εκεί, σημειωμένα στιγμιότυπα από την καθημερινή διαδικασία στην τάξη. Για κάποιο λόγο κάθε φορά. Ή και χωρίς λόγο. Ή μάλλον για τον πιθανώς σπουδαιότερο λόγο δεν-ξέρω-γιατί.
            Τώρα, φυλλογυρίζοντας το ημερολόγιo, έχει πέσει το μάτι του στην καταγραφή μιας Πέμπτης, 8 Μαρτίου. Μέρα της γυναίκας, μάθημα έκθεσης, τα γόνιμα ζωηρά παιδάκια του τού Β1. Έχουν απόψεις και τσακώνονται γι’ αυτές. Έχουν ζωή. Πόση ευκολία για τον κύριο Λι να ανάψει τα φυτιλάκια σ’ αυτό το τμήμα!
            Θα τον βοηθήσει στο άναμμα ο κύριος Umberto Eco, καθώς από το «Η σημειολογία της καθημερινής ζωής» του ο κύριος Λι διαβάζει το απόσπασμα: «Την εποχή των διαστημικών επιτυχιών κυκλοφορούσε στις Ενωμένες Πολιτείες ένα ανέκδοτο που έλεγε ότι ο πάπας Παύλος  υποδέχτηκε τους αστροναύτες και τους ρώτησε αν στη διάρκεια του ταξιδιού τους συναντήσανε το Θεό και πώς ήταν. Η απάντηση: «Yes. She is black»*».
            Τι έγινε το φυτίλι; Γιατί δεν ακούστηκε το μπαμ;
            Ααα, μη βιαζόμαστε. Στη σιωπή που ακολουθεί και καθώς ο Λι κοιτάζει στα μάτια τα παιδιά, κάποια πρώτα χαμόγελα αρχίζουν να σκάνε, κάποιο πρώτο «ααα!», ψίθυροι για επεξηγήσεις, σταδιακά περισσότερα χαμόγελα, τώρα  γέλια και επικροτήσεις.
            Ήταν αργής καύσης το φυτίλι.

            Δούλεψε, όμως. Και τώρα η τάξη ανακαλύπτει, κάτω απ’ το μανδύα της γλώσσας, τον ανδροκρατούμενο χαρακτήρα των κοινωνιών. Μπορεί κανένας να μην είδε το Θεό, αλλά στη συνείδηση όλων είναι καταχωρημένος με το αρσενικό του φυσικό του γένος.  Γέρος, ασπρομάλλης και σοφός. Και πάντως όχι γυναίκα, ούτε και μαύρη.. Ακόμα κι αν σε κάποια γλώσσα η λέξη που αποδίδει τη σημασία του δεν έχει γραμματικό γένος (π.χ: God), ακόμα κι εκεί Κύριος αποκαλείται και Πατέρας (Lord) και Βασιλεύς ορατών τε πάντων και αοράτων..
            Ζει στην ξηρασία το Β1, διψάνε τα παιδιά, υπάρχει άλλο παράδειγμα, κύριε;
Και είπεν ο κύριος. Ο άνθρωπος. Ο άνθρωπος κι ο άντρας. Πόσες γλώσσες ταυτίζουν τις δύο έννοιες σε μία λέξη; Man, λοιπόν, και homme και hombre και uomo, «κύριε, στην Τουρκία τον λένε adam, το ξέρω απ’  τη γιαγιά μου», «ποιον;», «και τον άνθρωπο και τον άντρα».
            Πήραμε φόρα; Μόλις στην αρχή είμαστε. Ακόμα και στη γραμματική το αρσενικό γένος υπερισχύει, εξουσιάζει. «Η Ελπίδα κι ο Γιώργος είναι καλοί μαθητές» - όχι μαθήτριες. Ένας άντρας και μια γυναίκα είναι πολύ καλοί – όχι καλές. Δείτε ακόμα: Μερικών ρημάτων το γένος του Υποκείμενου το ξέρουμε από πριν: «Βοηθάει στις δουλειές του σπιτιού». Ποιος; Ε, αρσενικό θα είναι, αφού η γυναίκα δε βοηθάει˙ η γυναίκα κάνει τις δουλειές του σπιτιού.
            Πάνε βαθιά οι ρίζες των λέξεων, φωλιάζουν βαθιά μέσα μας. Συνυφαίνονται με τη σκέψη μας, είναι η σκέψη μας, είμαστε εμείς. Κι είναι προδότρες αμείλικτες, καθρεφτάκια του μυαλού μας, οι άτιμες.
            Η  Μυρσίνη συνοψίζει. «Να σταθούμε απέναντι στον καθρέφτη των λέξεων και να κοιτάξουμε τον εαυτό μας, δηλαδή, ε;»
            Ο Γιώργος, αρσενικό σε άβολη θέση, αποκαθιστά την τάξη στην τάξη: «Είχες δεν είχες, εσύ στον καθρέφτη κατέληξες πάλι, ε; Γυναίκες!», διαπιστώνει  με προσποιητή απόγνωση, κουνώντας δεξιά αριστερά το κεφάλι και αναζητώντας ματαίως με το εναγώνιο βλέμμα του υποστήριξη από το δάσκαλό του.

* (Umberto Eco, Η σημειολογία στην καθημερινή ζωή, εκδ. Μάλλιαρης, 1992, σελ. 15-16)

Κυριακή 10 Μαρτίου 2019

μετα-μόρφωση

              Ο κύριος Λι θυμάται τον πολύ  νεαρό Λι. ( Θυμάται;) Θυμάται ένα παιδί με τολμηρή και ρομαντική  φαντασία, με καλές προθέσεις και γι’ αυτό αφέλεια, με έντονες επιθυμίες αλλά και άτολμο, μείγμα που τον οδηγούσε σε μία υπερβάλλουσα κοινωνικότητα, τέτοια που να σκεπάζει τα μη εν δήμω. Σα να λέμε: σφύριζε αδιάφορα γιατί δεν ήταν αδιάφορος.
Περίπτωση λουκουμάκι για τους ψυχολόγους, ο δικός μας.
            Μια μέρα του μετέφεραν ένα διάλογο.
            «Τον ξέρεις τον Λάμπρο εσύ;», ρώτησαν.
            «Τι, δεν τον ξέρεις; Α! Είναι ωραίος, ντελίριος τύπος!», απάντησε ο Βασίλης.
            Φούσκωσε κάπως το στήθος του Λαμπρούκου μας η παρατήρηση του Βασίλη. Χαίρεσαι να σε θεωρούν ωραίο τύπο, αλλά και «ντελίριο». Είδε για λίγο τον εαυτό του με τα μάτια του Βασίλη, ναι, θα μπορούσε, είχε δίκιο ο Βασίλης, μπορώ να το δω αυτό που βλέπει, σκέφτηκε.
            Και μετά από χρόνια, σε μια συνάντηση φίλων που ήταν κι ο Βασίλης εκεί, τσάκωσε ο Λι τον εαυτό του να παίζει το ρόλο του ντελίριου τύπου. Υπερενεργητικότητα, ατάκες, σχόλια, γέλια, ακόμα και την κιθάρα  έπιασε και παρέσυρε την ομήγυρη σε τραγούδια. Και όταν το έλεγξε λίγο πιο προσεκτικά, δεν τον τσάκωσε μόνο εκείνη τη βραδιά. Συνειδητοποίησε ότι όλον εκείνο τον καιρό έπαιζε το ρόλο που του είχε ράψει στα μέτρα του ο  Βασίλης και ίσως κι άλλοι. Κι ακόμα περισσότερο˙ άνοιξε τα στραβά του και κατάλαβε ότι δεν ήταν κι ο μόνος που το έκανε αυτό. Έκπληκτος έβλεπε τη δύναμη που ασκεί η ματιά των άλλων πάνω μας. Έτσι είμαστε, αν έτσι νομίζετε.
            Τουλάχιστον κατάφερε αυτή την έκπληξη να τη μετατρέψει σε μαγικό ραβδάκι, να τη μεταπλάσει δημιουργικά, να την κάνει αποτελεσματικό εργαλείο στη δουλειά του στο σχολείο. Απλό. Έδινε ρόλους στα παιδιά. Πρόσωπα καινούρια. Ρόλους που τους είχαν ανάγκη. Ρόλους που τα μεταμφίεζαν και που ανέσυραν από τα ορυχεία τους διαμάντια κρυμμένα ως τότε. Μάσκες. Αλλά όχι κρυπτικές. Μάσκες φωτογόνες, μάσκες αποκάλυψης και αποκατάστασης.
            Τι κάνει ο παραβατικός, ο παρασιτικός μαθητής, όταν τον επιλέγεις και αποκτάει πρωταγωνιστικό ρόλο στο θεατρικό που ανεβάζουμε; Θεαματικότερα του αναμενομένου τα αποτελέσματα και για τον ίδιο τον Λι. Η συνεργατικότητα, η πειθαρχία, η φιλική διάθεση, η συμμόρφωση σε κανόνες, η διαλλακτικότητα, νάτα, εκεί, υπήρχαν στα έγκατα και τώρα λάμπουν εκεί μπροστά μας, δι’ εαυτόν και αλλήλους. Είμαι; Ρωτάει με αγωνία και αβεβαιότητα ο μαθητής μας. Είσαι, του απαντάει η καινούρια του πραγματικότητα, ο νέος του ρόλος. Έτσι που το «έτσι είμαι, αν έτσι νομίζετε» έχει μεταμορφωθεί κιόλας σε ένα υποβολέα που ψιθυρίζει αποφασισμένα «έτσι είμαι, γιατί έτσι νομίζω ότι θέλω να είμαι».
           ( Μεγάλωσε και δούλεψε κάποια πράγματα ο κύριος Λι. Χωρίς αυτό  να σημαίνει ότι δεν αποτελεί ακόμη περίπτωση λουκουμάκι για τους ψυχολόγους. Τώρα κι αν.)

Κυριακή 17 Φεβρουαρίου 2019

τότε που συνέχεια



             Ένα βαθύ βράδυ ενός Σεπτεμβρίου ανίκανου να πείσει το καλοκαίρι να αποσυρθεί, μπροστά στο ανοιχτό παράθυρο και στο άσπρο φως της λάμπας που πρόσφερε έναν τοσοδά μικρόκοσμο στο σκοτάδι, ο κύριος Λι ετοίμαζε τις παραδόσεις των μαθημάτων του. Βιβλίο: «Οδηγίες διδασκαλίας φιλολογικών μαθημάτων». Τίποτα εδώ μέσα από τη νύχτα και τους ήχους της, τις λαχτάρες της, τα μυστικά της. Το βιβλίο είχε μεσάνυχτα για τη νύχτα.
            Και τι να πει για τον παρατατικό ο κύριος  Λι; «Δηλώνει γεγονός εξελισσόμενο στο παρελθόν», οι οδηγίες. Και «επαναληπτικότητα, κάτι που συνέβαινε κατ’επανάληψη στο παρελθόν». Και «στόχος οι μαθητές να κατανοήσουν το ρηματικό ποιόν της ενέργειας που εκφράζει ο χρόνος» και «να μπορούν να τον διακρίνουν από τους άλλους παρελθοντικούς χρόνους».
            Μπα;
            Αλλιώς τον είχε στο πετσί του ο κύριος Λι. Σχεδόν συγγενή του τον αισθανόταν. Η διάρκειά του τού διαμόρφωνε συνήθειες και η επαναληπτικότητά του έπλαθε οικειότητα. Κι έφτιαχνε έτσι ο Λι εποχές ολόκληρες της ζωής του. «Τότε που..».
            Τότε που συνέχεια. Και πάλι. Και ξανά και ξανά.
            Και όσο δεν πλησίαζε κανένας αόριστος να κάνει τη ζημιά του και να διακόψει τη μακαριότητα της συνέχειας, τόσο έχτιζε ο παρατατικός νησάκια στη μνήμη του κυρίου Λι. Τότε που.. Που ο πατέρας τα μεσημέρια έκρυβε τα μικρά δωράκια κάτω απ’ την πετσέτα του φαγητού και μας έβαζε να διαλέξουμε. Που περιμέναμε την παρέλαση για να φάμε το πρώτο παγωτό. Που κλέβαμε κορόμηλα επιστρέφοντας απ’ το σχολείο. Που χτυπούσαμε τα κουδούνια και το βάζαμε στα πόδια. Που τις Κυριακές πηγαίναμε για πικνίκ στον Άγιο Κοσμά με το λεωφορείο.
            Η νύχτα που έμπαινε απ’  το παράθυρο και ακύρωνε τις οδηγίες των φιλολογικών μαθημάτων είχε κιόλας οργανώσει το σχέδιο του αυριανού μαθήματος.
            «Δε θα κάνουμε και πολύ μάθημα», τους είπε την επόμενη μέρα. «Μόνο θα γράψετε στο τετράδιό σας για λίγη ώρα κάτι ο καθένας και μετά θα τα διαβάσουμε» «Με τι θέμα, κύριε;» «Με θέμα ‘Θυμάμαι τα παιδικά μου καλοκαίρια’».
            Απόρησαν, ίσως και δυσθύμησαν λίγο, τι είν’ αυτά τώρα, αλλά έγραψαν. Κι όταν ήρθε η ώρα να τα διαβάσουν, «όχιιι, λίγο, λίγο ακόμα, κύριε, περιμένετε, περιμένετεεε!». Και μετά  τα διάβασαν. Δυνατά, στην τάξη. Κι αίφνης αυτή γέμισε ήλιο και παρέες σκανδαλιάρικες και αυστηρούς μεγάλους, πονηρούς μικρούς, βουτιές και παιχνίδια, έρωτες και πόθους και συναντήσεις και θάλασσα και φλούδες από καρπούζι, και ζωή που είχε κιόλας γίνει κειμήλιο στον προσωπικό θησαυρό του καθένα. Ένα θησαυρό που όλοι βιάζονταν να ξαναχαρούν και να επιδείξουν.
             Όλες οι ιστορίες γραμμένες στον παρατατικό. Όλες για τα παρατατικά καλοκαίρια τους. Λίγη σημασία δώσαν τα παιδιά, όταν τους είπε «Ο παρατατικός είναι ο χρόνος της παιδικής μας ηλικίας». Έτσι κι αλλιώς παιδιά ήταν.
            Μπορεί να μην μπορούσε να την υποστηρίξει εύκολα, αλλά στο βάθος ήταν σίγουρος ο κύριος Λι για την παιδαγωγική του τακτική.


οι φωτογραφίες είναι του Γιάννη Μάνεση

Κυριακή 30 Δεκεμβρίου 2018

οκτώ λεπτά



            Κάτι τέτοιες μέρες, παραμονές πρωτοχρονιάς, σαν σε ασκήσεις γυμναστικής στη γραμμή του χρόνου, ο κύριος Λι συνηθίζει να διατρέχει τον άξονα παρελθόν-παρόν-μέλλον.
            Πίσω στο χρόνο, λοιπόν. Ο εικοσιπεντάρης Λι παρουσιάζεται στο στρατό. Κεκαρμένος ήδη και με ηθικό έρπον, το απομεσήμερο θα πάρει το πλοίο απ’ τον Πειραιά και θα φτάσει στο νησί τα χαράματα.
            «Θέλεις να πάμε μαζί;», ο Νικόλας. Μαθήματα διακριτικής, ασχολίαστης συμπαράστασης. Σε όλες τις σημαντικές στιγμές της ζωής του ο φίλος του ο Νικόλας ήταν εκεί. Φορές μπορεί μίλια μακριά, αλλά πάντως εκεί. Δίπλα.
            Τα πλοία τότε είχαν κατάστρωμα γεμάτο κόσμο, κόσμο με άδεια από smartphone, τάμπλετ, κινητά χέρια.  Βρήκαν δυο καθίσματα στην πρύμη, ακριβώς πάνω από το κεφαλάρι της βαριάς μεταλλικής σκάλας, με θέα την άσπρη γραμμή που άφηναν οι μηχανές του πλοίου, γραμμή που έδειχνε με ακρίβεια πυξίδας τη δύση.
            Διάθεση ευφρόσυνη οι φίλοι μας, στη μπάντα το κουρεμένο κεφάλι, μάλλον γιατί ήταν μαζί, μάλλον γιατί ήταν νέοι, μάλλον γιατί είχαν το προνόμιο της ανεμελιάς. Γέλασαν πολύ, σχολίασαν, ξομολογήθηκαν, έκαναν σχέδια, χάζεψαν τους γλάρους που συνόδευαν το πλοίο πετώντας και επαιτώντας  κάνα μεζεδάκι. Κι  όταν ο ήλιος, βαθιά πορτοκαλής, κόντευε να αγγίξει την υδάτινη γραμμή του ορίζοντα:
            «Το ξέρεις ότι ο ήλιος που βλέπεις δεν υπάρχει;», αποκάλυψε  ο Νικόλας.
            «Ε;»
            «Αφού το φως του Ήλιου ταξιδεύει οκτώ λεπτά μέχρι να φτάσει στα μάτια μας, ρε. Αυτό που βλέπουμε εμείς τώρα έχει γίνει. Έχει δύσει ο Ήλιος. Και σε καμιά ακραία περίπτωση, μπορεί να του έχει συμβεί και κανένα κοσμοϊστορικό και ούτε καν να υπάρχει – πού ξέρεις τι γίνεται στο σύμπαν στα οκτώ αυτά λεπτά; Οπότε, άσε τις ρομάντζες και συγκεντρώσου. Αυτό που βλέπεις δεν υπάρχει.»
           

            Η καλοκαιρινή νύχτα στην πρύμη του πλοίου, βιωμένη με ένταση,  ένα παρόν πηχτό σαν το σκοτάδι γύρω, θα τους χαρασσόταν βαθιά στη μνήμη.  Ταξίδευαν πάνω σε μια φωτισμένη γραμμή, ίδια λες μ’ αυτή του χρόνου, πάνω σε μια φωτισμένη γραμμή που έσκιζε την άγρια νυχτερινή γαλήνη της θάλασσας, πάνω  καθρέφτης της ο κατάμαυρος ουρανός με τα μικρά του  φωτεινά στίγματα αστεριών που «μπορεί να μην υπάρχουν τώρα κι αυτά, Λάμπρο», πάνω σε ένα πλοίο που κουβαλούσε τόσες ανθρώπινες ιστορίες, καθώς αδιάφορο  γλιστρούσε απαλά στα λιμάνια που έπιανε σκάλα. Ο Νικόλας φρόντισε να φέρει δυο ποτάκια από το κυλικείο, η παρέα των φοιτητών δίπλα είχε βγάλει κιόλας απ’  τη θήκη την κιθάρα, την κοπέλα που τραγουδούσε φρόντισε το υποσυνείδητο των δύο φίλων να την ερωτευτεί πάραυτα σκουντώντας επίμονα το συνειδητό μπας και  ξυπνήσει από το λήθαργο,
            κι ενώ η νύχτα αυτή, παρούσα ακόμα,  καταχωνιαζόταν ήδη στη μνήμη τους  σε διαστάσεις μύθου, το πλοίο, απαλά κι ανεπαίσθητα κόντευε όλο και πιο πολύ στο ραντεβού του με το νησί.
            Τη θεωρία των οκτώ λεπτών τότε την πρωτόμαθε ο Λι. Απ’ το φίλο του το Νικόλα. Την εκτίμησε ακόμα περισσότερο όταν συνειδητοποίησε ότι μέσα σ’ αυτά τα οκτώ λεπτά , σ’ αυτή τη λάμψη, στρώνει τη ζωή του, όσον καιρό  το φως ταξιδεύει. Και τη θυμάται πάντα καθώς τα ημερολόγια αλλάζουν το τελευταίο ψηφίο τους κι από οκτώ το κάνουν εννιά, κι οι άνθρωποι δίνουν ευχές για τον καινούριο χρόνο γελαστοί και σαν ανέμελοι, έτσι καθώς το πλοίο φωτεινό γλιστράει απαλά στα λιμάνια των μικρών νησιών που πιάνει σκάλα.

αφιέρωση: έγινε ήδη: στο Νικόλα

Κυριακή 21 Οκτωβρίου 2018

A galopar

Ήταν ο καιρός που ο Λι πρωτογνώριζε τα ισπανικά, τους ισπανούς, ο καιρός που χωνόταν μέσα στην κουλτούρα τους, στη γλώσσα, στον πολιτισμό τους. Κι είχε πολύν ενθουσιασμό για ο,τιδήποτε ισπανικό.
Από τις ανακαλύψεις του και ο Paco Ibañez,  συνθέτης και τραγουδιστής, που ο Λι τον πρωτάκουσε στο δίσκο του από τη συναυλία στο Olympia. Ο Paco εκεί τραγουδούσε με μια κιθάρα, σε στίχους γνωστών ποιητών κι ο Λι γοητευμένος μυούνταν στα μυστήρια της ισπανικής τέχνης. Στεντόρεια, τρυφερή  και βέβαιη για τον κόσμο η φωνή του Paco, καθώς τραγουδούσε το Palabras para Julia, το Erase una vez, το Me lo decìa mi abuelito ..
..και το A galopar, ένα ποίημα  του Rafael Alberti, που ο Λι είχε καταλάβει ότι οι ισπανοί τον θεωρούσαν σημαντικό και τον είχαν στην καρδιά τους.

Έχει ένα ρυθμό ξεσηκωτικό αυτό το A galopar, περίπου σαν εμβατήριο. Δεν είναι γι’ αυτό, όμως που το ξεχώρισε. Tον  ενθουσίαζε ο στίχος  στο ρεφρέν που επίμονα επαναλαμβανόταν στο τραγούδι: “ a galopar, a galopar, hasta enterrarnos en el mar”, και που δεν ήταν τόσο δύσκολο να τον μεταφράσει και να τον ερμηνέψει: να καλπάζουμε, να καλπάζουμε, ώσπου στη θάλασσα να μας θάψουν. Που το καταλάβαινε «να αγωνιζόμαστε ως το τέλος της ζωής μας».
Το ένιωθε σα μια αποφασιστική προτροπή ζωής, ενέργειας, δράσης, αγώνα, τελικά, μια ένδειξη πεισματικής, αγωνιστικής, ανυποχώρητης στάσης. Κάτι σαν πυξίδα ζωής.
Του άρεσε η φράση, τη θυμότανε πάντα, τον ζέσταινε πολλές φορές στην πορεία των χρόνων που περνούσαν.
Ώσπου..
Ώσπου μετά από πολλά πολλά χρόνια, μόνο πριν λίγο καιρό, ήρθε ένα ελ. Ένα “l” που ο Λι δεν είχε παρατηρήσει και το άκουγε νι. Ένα “l” στη θέση ενός “n”. “Enterrarlos”, έλεγε ο στίχος, όχι “enterrarnos”. Να τους θάψουμε, δηλαδή, όχι να μας θάψουνε. Να καλπάζουμε, να επελαύνουμε ώσπου να τους πετάξουμε στη θάλασσα, να τους τσακίσουμε. Ο ύμνος στη ζωή είχε πάρει το σπαθί του και κάλπαζε κυνηγώντας τους εχθρούς! Ο Λι είχε ζήσει τόσα χρόνια μέσα στη γοητεία μιας παρεξήγησης. Γέλασε. Καθόλου δεν τον πείραξε. Γιατί, όπως και να το κάνουμε, έχουν κι οι παρεξηγήσεις τη γοητεία τους.

Κυριακή 19 Αυγούστου 2018

το αποτύπωμα


             Πρόκληση και ρίσκο η επίσκεψη μετά από πολλά χρόνια σε μέρη που ζήσαμε.
            Ο κύριος Λι επισκέπτης στο χωριό του νησιού στο σχολειό του οποίου πριν πολλά χρόνια, και για χρόνια, δίδαξε. Μέρα της λαμπρής γιορτής του Αυγούστου, ώρα που αρχίζουν και διακρίνονται τα φώτα χωρίς να φωτίζουν, πλανόδιοι έχουν στήσει κιόλας  πάγκους, μυρωδιές και τσίκνα, σημαιάκια και λαμπιόνια, μια εξέδρα ξύλινη για τους μουσικούς που κιόλας δοκιμάζουν τον ήχο, έναν ήχο που θα αναδυθεί σε λίγο από τα φύλλα των δέντρων στα οποία στηρίχτηκαν τα τεράστια ηχεία,  αυτοκίνητα κινητά κι ακίνητα πνίγουν τα στενά δρομάκια, η πλατεία στολισμένη, καλυμμένη από τραπεζοκαθίσματα, έτοιμη για τη λατρευτική τελετή, δέχεται σιγά σιγά  τους πρώτους πουκαμισάτους εορτάζοντες που καταφτάνουν συνοδεία χρωματιστών φορεμάτων και μικρών ζιζάνιων δορυφόρων.

            Τα παρατηρεί όλα αυτά ο κύριος Λι καθισμένος στην άκρη του τραπεζιού, στην άκρη του πανηγυριού και της πανηγυριώτικης διάθεσης. Σκέφτεται πώς με τα χρόνια τα πανηγύρια της συνάντησης, της επικοινωνίας, του χορού και της χαράς έγιναν πανηγύρια του πλαστικού και της κακογουστιάς. Δεν του φαίνεται περίεργο, βέβαια, δεν είναι σολωμός το πανηγύρι, για να κολυμπήσει κόντρα στη ροή των πραγμάτων.
            Αλλά αφήνει τις σκέψεις αυτές για άλλες στιγμές. Ετούτη  την ώρα, προσπαθώντας να ανιχνεύσει και να διακρίνει στις φυσιογνωμίες των σαραντάρηδων τους παλιούς του μαθητές, από άλλες σκέψεις κατακλύζεται. Ψάχνει να βρει κάπου το αποτύπωμα από το πέρασμά του εδώ, στο σχολείο. Πέντε χρόνια έμεινε, χρόνια εκπαιδευτικού φανατισμού, εντατικής και έντονης προσπάθειας να ανάψουν φαναράκια πολιτισμού στο μυαλό, στις καρδιές και στα δρομάκια του χωριού. Βομβάρδιζε αλύπητα το μικρό μέρος με θεατρικές παραστάσεις, εκδηλώσεις, συναυλίες, μαθήματα μουσικής, ραδιοφωνικές εκπομπές, βιβλιοθήκη, εκδόσεις περιοδικών, εισέβαλλε «από παντού σαν Πανσέληνος», που έλεγε ελυτικά και χωρίς σεμνοτυφία. Τι έμεινε;
            Τέτοια σκεφτόταν, εσωτερικά απομονωμένος από τη γενικευμένη ευωχία ο Λι, όταν:
            - Δάσκαλε!! Πόσα χρόνια!
            ακούει, βλέποντας τον σωματώδη ευτραφή σαραντάρη να τον πλησιάζει, ντυμένο με τα ρούχα της φιλαρμονικής και με ένα πλατύ χαμόγελο. Τον αγκαλιάζει σφιχτά. Το χαμόγελο είναι λες και ξεχάστηκε στο πρόσωπό του, λάμπει:
            - Ο Μάκης είμαι, δάσκαλε! πόσο χαίρουμαι που σε βλέπω, τι χρόνια, ακόμα κρατάω το τετράδιο της Ιστορίας, θυμάμαι περιμέναμε πώς και πώς να κάνουμε μάθημα, ήταν πραγματικά, τα καλύτερά μου χρόνια κι έλεγα τι να κάνει εκειός ο άθρωπος, πόσο χαίρουμαι, ήρθες για διακοπές;
            Περίεργο αποτύπωμα ανακάλυψε «εκειός ο άθρωπος» απόψε, εν μέσω πανηγυριού. Ένα τοσοδά αποτύπωμα  που ταξιδεύει στη μνήμη του Μάκη.
            Όμως ο χρόνος τον έχει συμφιλιώσει με τα μεγέθη. Ίσως ένα τοσοδά αποτύπωμα στη μνήμη να είναι η Πανσέληνος που εισβάλλει από παντού και που φωτίζει το δρόμο˙ ίσως άλλο να μην είναι. Ίσως το τοσοδά να είναι τόσο.

οι φωτογραφίες είναι του Γιάννη Μάνεση