Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τα βιβλία του κ. Λι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τα βιβλία του κ. Λι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 31 Μαρτίου 2019

Χαρά

 

            Η Χαρά είχε θρονιαστεί στον καναπέ, δίπλα στο τραπεζάκι, εκεί που και τα ματάκια της θάλασσας, και απολάμβανε τα μπισκοτάκια βουτύρου που συνόδευαν το τσάι της.
            Ο κύριος Λι θα χαιρόταν αν απολάμβανε κιόλας τη συνάντηση μαζί του, μετά από –πέντε; έξι;- χρόνια. Χρόνια σπουδών που την οδήγησαν στο πτυχίο της Φιλολογίας και σε ένα μεταπτυχιακό. Και τώρα
            « Μπορείς να μου πεις, Λάμπρο, γιατί νιώθω ανεπαρκής να διδάξω, να είμαι μια καλή φιλόλογος; Νιώθω λίγη, πώς να στο πω; Σα να μου λείπει η γενικότερη εποπτεία ή  οι βάσεις. Πώς να καλύψω αυτό το κενό; Τι να πρωτοδιαβάσω;»
            Καμιά φορά δεν είμαστε έτοιμοι να απαντάμε σε συγκεκριμένες ερωτήσεις˙ δεν τις έχουμε κάνει, δεν τις έχουμε σκεφτεί ποτέ. Και αυτοσχεδιάζουμε. Και ωστόσο, ξεκινώντας να απαντάμε, καταλαβαίνουμε ότι την απάντησή μας την ετοιμάζαμε χρόνια, πολλά χρόνια πριν. Η απάντηση του Λι εξέπληξε και τον εαυτό του ακόμα:
            «Λογοτεχνία να διαβάσεις. Να διαβάζεις». Και προσπαθώντας να διασκεδάσει το αμήχανο χαμόγελο της Χαράς, πρόσθεσε:
            «Εκεί είναι όλα. Μπορεί ελλιπώς, μπορεί υποκειμενικά,  άστοχα ακόμα, αλλά σωρεύεται τόση πείρα και τόση σκέψη, τόσες ζωές στο μικροσκόπιο και τόσες συμπεριφορές-απαντήσεις στα θέματα της ζωής που μπορεί να σε κάνουν σταδιακά να μην έχεις αυτή την αίσθηση της ανεπάρκειας που δηλώνεις τώρα.».
            Τα έλεγε ο Λι κι από μέσα του αμφισβητούσε την ορθότητα της συμβουλής, την αποτελεσματικότητα αυτής της αυτοσχέδιας μεθόδου. Ωστόσο, παραδομένος ο ίδιος
χρόνι-α στη σαγήνη της λογοτεχνίας είχε πια σχηματίσει την εντύπωση ότι αυτό μπορεί να συμβαίνει. Γνώσεις, αποστάγματα εμπειριών, προβληματισμοί, αναλύσεις πάνω σε ποικίλα πεδία της ζωής κι όλα αυτά ντυμένα με το μανδύα της ομορφιάς και της ευαισθησίας, ήταν αδύνατο να μην εμπλουτίζουν τη ματιά και τη σκέψη, να μην προσθέτουν απρόσμενες γωνίες θέασης, να μην ξαναστήνουν τον κόσμο απ’ την αρχή. Να μην κάνουν, εν τέλει, τη Χαρά να νιώθει πιο επαρκής ώστε  να στέκει στην τάξη με κάποια αυτοπεποίθηση.


             «Ο χαμένος παράδεισος», του Έκτορ Αμπάδ Φασιολίνσε, πάνω από το τραπεζάκι, τόση ώρα του έκλεινε το μάτι. Όταν επιτέλους το αντιλήφθηκε ο κύριος Λι,
            «Κάτσε, να σου διαβάσω ένα παράδειγμα από το βιβλίο που διαβάζω αυτές τις μέρες», της είπε, πιάνοντας το βιβλίο από το τραπεζάκι, φορώντας τα πρεσβυωπικά του γυαλιά και ανοίγοντας στη σελίδα 417. Εκεί μιλάει η Εύα, με τα μάτια της μέσης (και χάρη της κάνουμε) ηλικίας:
            « Το μεγαλείο και η τραγωδία της αγάπης είναι πολύ απλά. Δεν μπορώ να εξηγήσω γιατί το παιδεύουν τόσο οι ποιητές, οι ψυχολόγοι και οι συγγραφείς πραγματειών, αφού πρόκειται για ένα θέμα τόσο απλό, το οποίο για μένα έχει ως εξής: δύο άνθρωποι αγαπιούνται και χωρίς να πάψουν να αγαπιούνται (χωρίς να πάψουν να αγαπιούνται, το υπογραμμίζω), σιγά σιγά, σχεδόν χωρίς να το αντιληφθούν, ξε-αγαπιούνται, μέχρι να φτάσουν στο σημείο να μισούνται. Ο λόγος είναι τόσο απλός, τόσο ζωώδης και ανθρώπινος ταυτόχρονα, τόσο ποταπός, τόσο ευγενής, τόσο συνηθισμένος, τόσο θλιβερός: η κούραση του σεξ, η κούραση δηλαδή του σεξ με την ίδια, με τον ίδιο.  Ακριβώς το σεξ, ο βασικός παράγοντας που μας οδήγησε στο παραλήρημα να αγαπηθούμε σαν τρελοί, στη μεταρσίωση της ευτυχίας, της αρμονίας, της ταύτισης, σ’ αυτό που ονομάζεται αγάπη και είναι το πιο ανθρώπινο και το πιο όμορφο προσωπείο του. Ένα πράγμα τόσο σαρκικό που μετατρέπεται σε πνευματικό.  Αυτό ακριβώς που τους έκανε μοναδικούς και ευτυχισμένους, αχώριστους και πιστούς, χωρίς μάτια για κανέναν άλλο, σταδιακά φθείρεται. Κι ένα τραγικό πρωί, ένα βράδυ με ποτά, σ’ ένα τυχαίο ταξίδι χωρίς καμιά σημασία, το σεξ με οποιονδήποτε, με μια πουτάνα, μια ηλίθια, μια άσχημη, μία άχρηστη αποδεικνύεται πιο ερωτικό από το σεξ με την αγαπημένη, την ωραία, την ευφυή, τη γλυκιά, την υπέροχη. Κι αυτό το κλεφτό σεξ, αν μαθευτεί, ακόμα κι αν δε μαθευτεί (επειδή ετούτα τα πράγματα μαθεύονται χωρίς να μαθεύονται), αποδεικνύεται ασυγχώρητο και στους δύο. Αυτός δεν το συγχωρεί στον εαυτό του και μπερδεύεται, ούτε εκείνη του το συγχωρεί και τον καταριέται.»

            «Όχι ότι συμφωνώ με όλα, Λάμπρο, αλλά ..»
            «Μα καμιά σημασία δεν έχει αυτό», βιάστηκε να τη διακόψει ο κύριος Λι,  «Δες, όμως, πόσο..»
            «Κατάλαβα, κατάλαβα», του ανταπόδωσε τη διακοπή η Χαρά. «Πόσο ζυμώνει τη σκέψη η κυρία Εύα, ε;»
            «Εε..»
            Εμείς τώρα θα κλείσουμε τη σκηνή εδώ. Σε λίγο η Χαρά θα φύγει από το σπίτι του κυρίου Λι. Δεν ξέρουμε αν θα πάρει μαζί της τη συμβουλή του παλιού δασκάλου της. Ίσως πιο πιθανό είναι να τρυπώσουν στις τσέπες της κάποια μικρά συστατικά στοιχεία της αφήγησης. Τα ματάκια της θάλασσας, το αχνιστό τσάι και τα μπισκοτάκια βουτύρου, το βιβλίο στο τραπεζάκι του σαλονιού, ακόμα κι οι νότες του Bohuslav Martinu, που τόσην ώρα έστρωνε ακούραστα το μουσικό χαλί της συνάντησης. Τρυπώνουν αυτά, δε ρωτάνε.
            Αλλά μήπως κι αυτά δε θα προσθέσουν στην επιζητούμενη επάρκεια της Χαράς μας;

Κυριακή 17 Μαρτίου 2019

she is black

             Στο ημερολόγιο τάξης που χρόνια κρατούσε ο κύριος Λι είχε μια ενότητα που την ονόμαζε «φωτογραφίες». Εκεί, σημειωμένα στιγμιότυπα από την καθημερινή διαδικασία στην τάξη. Για κάποιο λόγο κάθε φορά. Ή και χωρίς λόγο. Ή μάλλον για τον πιθανώς σπουδαιότερο λόγο δεν-ξέρω-γιατί.
            Τώρα, φυλλογυρίζοντας το ημερολόγιo, έχει πέσει το μάτι του στην καταγραφή μιας Πέμπτης, 8 Μαρτίου. Μέρα της γυναίκας, μάθημα έκθεσης, τα γόνιμα ζωηρά παιδάκια του τού Β1. Έχουν απόψεις και τσακώνονται γι’ αυτές. Έχουν ζωή. Πόση ευκολία για τον κύριο Λι να ανάψει τα φυτιλάκια σ’ αυτό το τμήμα!
            Θα τον βοηθήσει στο άναμμα ο κύριος Umberto Eco, καθώς από το «Η σημειολογία της καθημερινής ζωής» του ο κύριος Λι διαβάζει το απόσπασμα: «Την εποχή των διαστημικών επιτυχιών κυκλοφορούσε στις Ενωμένες Πολιτείες ένα ανέκδοτο που έλεγε ότι ο πάπας Παύλος  υποδέχτηκε τους αστροναύτες και τους ρώτησε αν στη διάρκεια του ταξιδιού τους συναντήσανε το Θεό και πώς ήταν. Η απάντηση: «Yes. She is black»*».
            Τι έγινε το φυτίλι; Γιατί δεν ακούστηκε το μπαμ;
            Ααα, μη βιαζόμαστε. Στη σιωπή που ακολουθεί και καθώς ο Λι κοιτάζει στα μάτια τα παιδιά, κάποια πρώτα χαμόγελα αρχίζουν να σκάνε, κάποιο πρώτο «ααα!», ψίθυροι για επεξηγήσεις, σταδιακά περισσότερα χαμόγελα, τώρα  γέλια και επικροτήσεις.
            Ήταν αργής καύσης το φυτίλι.

            Δούλεψε, όμως. Και τώρα η τάξη ανακαλύπτει, κάτω απ’ το μανδύα της γλώσσας, τον ανδροκρατούμενο χαρακτήρα των κοινωνιών. Μπορεί κανένας να μην είδε το Θεό, αλλά στη συνείδηση όλων είναι καταχωρημένος με το αρσενικό του φυσικό του γένος.  Γέρος, ασπρομάλλης και σοφός. Και πάντως όχι γυναίκα, ούτε και μαύρη.. Ακόμα κι αν σε κάποια γλώσσα η λέξη που αποδίδει τη σημασία του δεν έχει γραμματικό γένος (π.χ: God), ακόμα κι εκεί Κύριος αποκαλείται και Πατέρας (Lord) και Βασιλεύς ορατών τε πάντων και αοράτων..
            Ζει στην ξηρασία το Β1, διψάνε τα παιδιά, υπάρχει άλλο παράδειγμα, κύριε;
Και είπεν ο κύριος. Ο άνθρωπος. Ο άνθρωπος κι ο άντρας. Πόσες γλώσσες ταυτίζουν τις δύο έννοιες σε μία λέξη; Man, λοιπόν, και homme και hombre και uomo, «κύριε, στην Τουρκία τον λένε adam, το ξέρω απ’  τη γιαγιά μου», «ποιον;», «και τον άνθρωπο και τον άντρα».
            Πήραμε φόρα; Μόλις στην αρχή είμαστε. Ακόμα και στη γραμματική το αρσενικό γένος υπερισχύει, εξουσιάζει. «Η Ελπίδα κι ο Γιώργος είναι καλοί μαθητές» - όχι μαθήτριες. Ένας άντρας και μια γυναίκα είναι πολύ καλοί – όχι καλές. Δείτε ακόμα: Μερικών ρημάτων το γένος του Υποκείμενου το ξέρουμε από πριν: «Βοηθάει στις δουλειές του σπιτιού». Ποιος; Ε, αρσενικό θα είναι, αφού η γυναίκα δε βοηθάει˙ η γυναίκα κάνει τις δουλειές του σπιτιού.
            Πάνε βαθιά οι ρίζες των λέξεων, φωλιάζουν βαθιά μέσα μας. Συνυφαίνονται με τη σκέψη μας, είναι η σκέψη μας, είμαστε εμείς. Κι είναι προδότρες αμείλικτες, καθρεφτάκια του μυαλού μας, οι άτιμες.
            Η  Μυρσίνη συνοψίζει. «Να σταθούμε απέναντι στον καθρέφτη των λέξεων και να κοιτάξουμε τον εαυτό μας, δηλαδή, ε;»
            Ο Γιώργος, αρσενικό σε άβολη θέση, αποκαθιστά την τάξη στην τάξη: «Είχες δεν είχες, εσύ στον καθρέφτη κατέληξες πάλι, ε; Γυναίκες!», διαπιστώνει  με προσποιητή απόγνωση, κουνώντας δεξιά αριστερά το κεφάλι και αναζητώντας ματαίως με το εναγώνιο βλέμμα του υποστήριξη από το δάσκαλό του.

* (Umberto Eco, Η σημειολογία στην καθημερινή ζωή, εκδ. Μάλλιαρης, 1992, σελ. 15-16)

Κυριακή 24 Φεβρουαρίου 2019

ακούει κανείς;


            Κατηφόριζαν την Πανεπιστημίου τα δυο αδέρφια, μετά την παρουσίαση του βιβλίου του φίλου τους του Φώτη, τα μαγαζιά ανοιχτά ακόμα, κόσμος αρκετός.
            Γι’ αυτόν τον κόσμο των λεωφόρων άρχισαν να φλυαρούν, κάτι για πολύβουη ερημιά, για πόσες ιστορίες δίπλα δίπλα και μαζεμένες, για αλληλοδιασταυρούμενες μοναξιές, για
            «Μιχάλη!» Ακινητοποιημένη μια μοναξιά κοίταζε τον Δίδυμο με έκπληξη, απορία και ετοιμότητα αναδρομής. Με τον κύριο Λι καθάρισε γρήγορα με ένα χαμόγελο, αναζητώντας ίσως συμμαχίες και αποδοχή σ’ αυτή τη μίνι και έκτακτη συνεδρίαση πεζοδρομίου: «πρέπει να είσαι ο Λάμπρος, ε, μάλλον δε θα με θυμάσαι, μια εποχή κάναμε πολλή παρέα με τον αδερφό σου˙ Λία».
            Κρέμασε ο κύριος Λι υπομονετικά το χαμόγελο του δεύτερου ρόλου, όσην ώρα κράτησε η πτήση στο παρελθόν, χαιρετήθηκαν, φιλήθηκαν κιόλας, χώρισαν με τις συνήθεις αλληλοϋποσχέσεις.
            Η Λία. Περασμένα μεγαλεία.
            «Πολύ θερμό σε είδα, αδερφέ. Μα δεν είχατε ψυχραθεί κάποτε εσείς;»
            «Πάνε χρόνια πολλά, Λάμπρο. Ατονούν αυτά. Αν δεν τη σγαρλίζεις, η φωτιά σβήνει. Άλλωστε, πέρα από εκείνο το περιστατικό με τη φιλοξενία που μας έκανε να ψυχραθούμε, η Λία ήτανε πολύ εντάξει.»
            «Ποιο περιστατικό;» 
            « Στο νησί, ρε, δε θυμάσαι; Με τη φίλη της, την Αναστασία.. Στις διακοπές του Πάσχα..»
            «Ωωω, χω, χω!» - αγιοβασιλιάτικη ικανοποίηση ο Λάμπρος. «Τότε που έστησες αυτί;;»
            «Άντε, ρε!» – ενοχλημένος ο Δίδυμος.
            Σιγά σιγά ο Λι θυμάται. Ο Δίδυμος φιλοξενεί δυο καλές του φίλες, ένα βράδυ επιστρέφουν σπίτι και χωρίς να ξέρουν ότι αυτός είναι ξαπλωμένος στο διπλανό δωμάτιο, μιλάνε γι’ αυτόν σχολιάζοντάς τον. Ο  Δίδυμος ακούει μια άλλη  Λία, όχι σαν κι αυτή που ήξερε, δυσαρεστημένη από λεπτομέρειες, κριτική, επικριτική, ακόμα και το χρώμα της φωνής της αλλιώς το ακούει. Δεν είπαν φοβερά πράγματα. Όμως ήταν αρκετά για να χαλάσει η διάθεση του και για να ραγίσει η σχέση του με τη φίλη του. Φαίνεται πως κάποια στιγμή κατάλαβαν κι αυτές ότι τους είχε ακούσει, θα σοκαρίστηκαν, ίσως. Την άλλη μέρα, χωρίς κανείς να πει κάτι γι’ αυτό, προφασίστηκαν κάτι και έφυγαν εσπευσμένα  απ’ το νησί. Ανάσταση χωρίς Αναστασία.
            « Και καλά, εσύ γιατί χαμογελάς τόση ώρα;»
            «Γιατί σου ‘χω ένα τέλειο απόσπασμα για την περίπτωσή σου. Θα στο στείλω με μέιλ, μόλις πάω σπίτι».
            Και το ‘στειλε. Και έγραφε:


            « Το να κρυφακούς είναι αναμφίβολα χρήσιμο, αν αναζητάς μια συγκεκριμένη πληροφορία, αλλά ακόμα και η τυχαία ακρόαση, σαν κι αυτή που μπορεί να σου προκύψει ένα πρωί, ενώ κατεβαίνεις τα σκαλιά ενός φιλικού σπιτιού στο οποίο φιλοξενείσαι –αυτό το είδος της ακρόασης στον χώρο ενός σπιτιού -, μπορεί να είναι διαφωτιστική, με πολύ διαφορετικό τρόπο. Όρθιος στη μέση της σκάλας, με το ένα γόνατο λυγισμένο και το ένα χέρι ακουμπισμένο στο κάγκελο, ακούς τον φίλο σου να συζητά με τη γυναίκα του και αποκομίζεις μια σπάνια πληροφορία: πώς αλληλεπιδρά ο φίλος σου με κάποιον άλλο, εν τη απουσία σου. Αυτό δεν θα συνέβαινε ποτέ σε μια απευθείας συζήτηση, αφού δεν μπορείς να συζητήσεις με κάποιον χωρίς να επηρεάσεις τη στάση του. Όταν συνομιλώ με κάποιον, βλέπω απλώς την εικόνα που ο ίδιος θέλει να προβάλει για τον εαυτό του, καθώς αλληλεπιδρά με το παρόν και την ιστορία που τον συνδέει με εμένα. Κανένας μας δεν είναι μόνο ένα άτομο, είμαστε τουλάχιστον τόσα όσα και οι γνωστοί μας. Ό,τι ακούει κανείς κρυφά μπορεί να τον σοκάρει ή να τον προβληματίσει, αφού το ακούει παράτυπα, σαν να οικειοποιείται ξένη ιδιοκτησία, και φέρει πάντα τον χαρακτήρα του απαγορευμένου. Κι όμως, στο φως της μέρας, αυτά που έχει κρυφακούσει κανείς ενδέχεται να αποκαλύψουν κάτι παραπάνω από την προσωπικότητα του άλλου, μπορεί να φανερώσουν μια αλήθεια που γίνεται αντιληπτή μόνο όταν η μέριμνα για την αυτοεικόνα μας απαλείφεται. Πώς αλλιώς να εξηγήσει κανείς την αμηχανία του, όταν γίνεται μάρτυρας της ανεξάρτητης ύπαρξης ενός άλλου ανθρώπινου όντος, το οποίο γνώριζε μόνο μέσω μιας άμεσης σχέσης μαζί του;  Και πώς αλλιώς να κατανοήσει αυτή την αμηχανία, παρά μόνο αντιμετωπίζοντας καταπρόσωπο τον εγωκεντρισμό που προδίδει; Αν όντως υπάρχει ειλικρίνεια τη στιγμή που κρυφακούς, δεν αναδύεται ακριβώς από την απουσία του εαυτού σου, που σου παρέχει τη δυνατότητα να ακούς χωρίς το φίλτρο του  εγώ σου;»*
            «Λία..», μονολόγησε ο Λι, κλείνοντας τον υπολογιστή. «Θα μπορούσε να ήταν και το θηλυκό του ‘Λι’..».

* Zia Haider Rahman, "Υπό το φως των όσων γνωρίζουμε", μτφρ. Ανδρέας Μιχαηλίδης, εκδ. Πόλις, 2018, σελ. 189

Κυριακή 20 Ιανουαρίου 2019

σαν σινεμά




            Όλα αυτά τα χρόνια της κρίσης, ο Λι και οι φίλοι του έχασαν τη σιγουριά του πατήματος, την ανεμελιά της συνέχισης των συνηθειών τους. Κλονίστηκαν οι βεβαιότητες, άρχισε να μετασχηματίζεται η καθημερινότητά τους και, χωρίς να το πολυσυνειδητοποιούν, συχνά και ο τρόπος σκέψης τους. Πολλές φορές έφτασαν να επιδίδονται σε ένα άτυπο διαγωνισμό κακοτυχίας˙ ποιος έχασε περισσότερα, ποιος είναι το μεγαλύτερο θύμα της κρίσης. Ελεγείες της απώλειας.
            Ουδεμία έκπληξις, ουδεμία πρωτοτυπία. Αυτό έκαναν λίγο πολύ όλοι.
            Κάτι τον ενοχλούσε τον κύριο Λι σ’ αυτή τη στάση˙ κάτι που πάντως δεν τον απέτρεπε από τη συμμετοχή στις θρηνητικές κορώνες, που δεν ήταν αρκετό για να τον οδηγήσει σε μια αποστασιοποιημένη σιωπή.
            Τι ήταν λοιπόν αυτό που τον ενοχλούσε; Να το. Το έχει τώρα μπροστά του, στη σελίδα 453 του βιβλίου του Zia Haider Rahman «Υπό το φως των όσων γνωρίζουμε» (μτφρ. Ανδ. Μιχαηλίδη, εκδ. Πόλις.) Ένα τόσο δα απόσπασμα. Που είναι η στιγμή που η λογοτεχνία συνοψίζει μιαν αίσθηση, μιαν αντίληψη, μια σκέψη που υπήρχε διάχυτη μέσα μας κι ακόμα δεν είχαμε αποκρυσταλλώσει σε λέξεις – τουλάχιστον όχι τόσο καθαρά. «Είναι αλήθεια», δηλώνει ο ήρωας του Rahman, «ότι δεν παρέμεινα απρόσβλητος από οικονομικές δυσκολίες. Επρόκειτο όμως για δυσκολίες - πρόκειται για δυσκολίες- ενός τυχερού ανθρώπου.»

            Κι αυτό είναι κάτι που ο ίδιος θέλει να το θυμάται και να τους το θυμίζει κάθε στιγμή. Όλες αυτές οι δυσκολίες μας, λέει τώρα ο Λι, επρόκειτο για δυσκολίες τυχερών ανθρώπων. Ανθρώπων που κουβεντιάζουν τρώγοντας και πίνοντας, στα σπίτια τους και έξω, που πληκτρολογούν τη ζωή τους και που ανάβουν τις ηλεκτρικές τους κουβέρτες μισή ώρα πριν κοιμηθούν.
            Δεν παραβλέπει τις απώλειες ο Λι, αλλά δεν μπορεί και να κλείνει τα μάτια στα χαμηλά σκαλοπάτια της σκάλας. Ούτε να ξεχνάει αυτό το επίθετο που πολλές φορές στη ζωή του το έφερνε μπροστά του: τυχερός. Τυχερός άνθρωπος.
            - Τυχερός ή άξιος; τον είχε ρωτήσει κάποια φορά ο Δίδυμος, κάπως προκλητικά.
            - Ακόμα κι αν άξιος, το «τυχερός» δεν αναιρείται, απάντησε στοχαστικά ο Λι.
            Το βιβλίο ανοιχτό στη σελίδα 453. Πάει ο ειρμός. Έρριξε τα μάτια του ανιχνευτικά στη σελίδα, να πιάσει πάλι το νήμα, να συνεχίσει την ανάγνωση.
            Στο τραπεζάκι το τσάι άχνιζε ακόμα, δίπλα στα πόδια του η Γάλα κουλουριασμένη, παραδομένη στη θαλπωρή της σόμπας. Ο αέρας, τα γκρίζα σύννεφα, το χιονόνερο, από το παράθυρό του έξω. Σαν σινεμά.

Κυριακή 6 Ιανουαρίου 2019

πάω αργά γιατί βιάζομαι


            Η πολυετής παράδοση της πρωτοχρονιάς του κυρίου Λι περιλαμβάνει την πρόσκληση εκλεκτής παρέας ευάριθμων φίλων, την παρακολούθηση μαζί τους της πρωτοχρονιάτικης συναυλίας της Βιέννης και την παράθεση ευφρόσυνου, εορταστικού γεύματος.
            Αυτές οι πολυετείς παραδόσεις, γενικώς, έχουν και την ιδιότητα ότι κωδικοποιούν τις σκέψεις και τις συμπεριφορές, ενίοτε και τις συζητήσεις των φίλων που επαναλαμβάνονται χάριν της παράδοσης. Έτσι, παρακολουθώντας την απολαυστική συναυλία  και εν μέσω προσυνεννοημένης σιωπής της παρέας, ο κύριος Λι ερχόταν πάλι στις ίδιες σκέψεις που έκανε και τα προηγούμενα χρόνια, την ίδια μέρα και ώρα. Για τον πολιτισμό των δυτικών κοινωνιών, για την αστική τάξη, για των τάξεων την πάλη και τις ανισότητες, για τα κριτήρια και τα πρότυπα της ομορφιάς, για την κοπιώδη, σκληρή άσκηση που προαπαιτείται για να φτάσει κανείς σε ένα άρτιο και σπάνιο αποτέλεσμα όπως αυτό που αντίκρυζαν τώρα, αντιστικτικά αναλογιζόταν τις δικές του ελλείψεις, αλλά κι αυτά που ο τόπος του δε θα έφτανε μάλλον ποτέ.
            Σε τίποτα απ’ αυτά δεν πήγε η συζήτηση, αργότερα, στο τραπέζι. Ευτυχώς για την αφήγησή μας, γιατί αυτή έχει μια ροπή στο στοχασμό, ειπώθηκε το απλό « Ρε παιδιά, λες και δεν πέρασε μια μέρα από πέρυσι που παρακολουθούσαμε μαζί την πρωτοχρονιάτικη συναυλία! Πώς περνάει ο καιρός!». Όμως –δυστυχώς για την αφήγησή μας που θα ξανακυλήσει νομοτελειακά στο στοχασμό-, η πάσα ήταν ακριβείας ώστε να πάει η κουβέντα στη σχετικότητα του χρόνου, πρωτοχρονιά άλλωστε, με τόσο γόνιμο έδαφος για τα σποράκια μιας τέτοιας κουβέντας.
            Η κουβέντα μάκρυνε, ειπώθηκαν πολλά ωραία. Πού να τα θυμάται όλα τώρα που μόνος συγυρίζει το χορτασμένο σπίτι ο κύριος Λι. Λίγο περισσότερο συγκράτησε τη θεωρία της επιβράδυνσης του χρόνου, όπως την παρουσίαζε ο Νικόλας, ο ίδιος Νικόλας που τριαντακαί χρόνια πριν τον είχε ταξιδέψει με το φως του ήλιου, στα οκτώ λεπτά που αυτό κάνει για να φτάσει στη γη. Έλεγε
            πως σήμερα η επιστήμη κατανοεί την επιβράδυνση του χρόνου ως συνάρτηση της δημιουργίας αναμνήσεων. Πως, όταν είμαστε αγχωμένοι, κάποιοι νευρώνες καταγράφουν  στον εγκέφαλο περισσότερες αναμνήσεις, εντυπώνουν περισσότερες εικόνες. Πως η αίσθηση της διάρκειας του χρόνου που πέρασε εξαρτάται από το πλήθος των αναμνήσεων που καταγράφηκαν στο χρόνο αυτό. Πως όσο περισσότερες οι αναμνήσεις, έστω και στιγμιαίες, τόσος περισσότερος είναι κι ο χρόνος που αντιλαμβανόμαστε ότι πέρασε.
            Και έλεγε ο Νικόλας. Και συνυπόγραφε η παρέα επιβεβαιώνοντας: «Γι’ αυτό, όταν ταξιδεύουμε λες και μεγαλώνει η μέρα!», ο ένας. «Και θυμόμαστε πολύ καλύτερα και τις λεπτομέρειές της», ο άλλος. Και αποφάσισε η παρέα ότι χρειάζεται να ζήσει με περισσότερο πάθος τη νέα χρονιά, περισσότερη ένταση, να προκαλέσει ανοιχτά αυτούς τους νευρώνες, να τους ενεργοποιήσει, έτσι που αυτοί να κάνουν το μοναδικό, αλλά και διόλου ευκαταφρόνητο δωράκι που μπορούν να κάνουν: να επιβραδύνουν το χρόνο, να  μακρύνουν τις μέρες τους και τις νύχτες τους.
            Απομεσήμερο,  φορώντας τα κασκόλ και τις λοιπές ασπίδες για το ψύχος, ανταλλάσσοντας αποχαιρετισμούς κι ευχές, ο Γιάννης: «Και πού 'σαι, Νικόλα; Ευχαριστούμε για την επιβράδυνση του χρόνου μας. Αν μέχρι του χρόνου η επιστήμη έχει και τίποτα καλό για την αθανασία, μη μας ξεχάσεις, ε;»
            Δε μου φαίνονται πολύ σοβαροί οι φίλοι του κυρίου Λι.



     αφορμές σκέψης για την επιβράδυνση του χρόνου 
      στο βιβλίο του Zia Haider Rahman "Υπό το φως των όσων γνωρίζουμε", 
      μτφρ Ανδρέας Μιχαηλίδης, εκδ. Πόλις, 2018,
      δωράκι της Μαρίας που πολύ αγαπάει ο κύριος Λι

Κυριακή 18 Νοεμβρίου 2018

πώς είσαι;

             Είναι χρόνια πολλά που έχει κάνει συνείδηση ο κύριος Λι ότι πολλά απ’ αυτά  που του αρέσουν στα βιβλία που διαβάζει (και δωσ’ του παίρνουν φόρα τα μολυβάκια, οι υπογραμμίσεις, οι σημειώσεις στο περιθώριο, τα χαμόγελα, η αναβίβαση του βιβλίου σε «πολύ καλό, πολύ καλό!») είναι αυτά που κρατάνε έναν καθρέφτη μπροστά του: αυτά που τον περιγράφουν, αυτόν και τη ζωή του. Μπορεί να τραβάνε στα άκρα την περιγραφή -   σωτήριο αυτό για την ψυχολογία του -, μπορεί να μη σημαδεύουν κέντρο ακριβώς, αλλά είναι σα να φέρνουν πεσκέσι απ’ το χωριό, προσφέρουν παρήγορη οικεία ζεστασιά, ψιθυρίζουν στ’ αυτί και μοιράζεται μαζί τους μυστικά που ξέρει πολύ καλά.
            Υπάρχει, ας πούμε,  μία πολύ συνηθισμένη ερώτηση των ανθρώπων που πάντα έφερνε τον Λι σε αμηχανία. Στον κάπως ιδιόρρυθμο ήρωα του Georgi Gospodinof, του «Περί φυσικής της μελαγχολίας» (μτφρ. Αλεξάνδρα Ιωαννίδου, εκδ. Ίκαρος, 2018) η αμηχανία αυτή διογκώνεται στα όρια της φοβίας, αλλά το αναγνωρίσιμο περιεχόμενό της κάνει τον κύριο Λι μας να απολαμβάνει την ανάγνωση, καθώς κάτι ξέρει κι αυτός από τον πόνο του ήρωα: Γράφει, λοιπόν, ο Gospodinof:

Η ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΜΙΑΣ ΦΟΒΙΑΣ
( ΠΑΡΑΠΛΕΥΡΟΣ ΔΙΑΔΡΟΜΟΣ)
            «Μια φίλη ένιωθε μεγάλο φόβο κάθε φορά που έβλεπε κούκλες. Κοκάλωνε όταν το βλέμμα της συναντούσε τα σιωπηλά τους μάτια. Εδώ που τα λέμε, πραγματικά, έδειχναν τρομακτικές μερικές κούκλες. Απ’ ό,τι φαίνεται, αυτός ο φόβος έχει περιγραφεί και έχει και όνομα – λέγεται «παιδοφοβία».
            Η δική μου η φοβία είναι ακόμα πιο τρομερή, επειδή το τρομακτικό μπορεί να βρίσκεται παντού. Δεν την έχω βρει σε καμιά νομενκλατούρα των φοβιών, ως εκ τούτου παραθέτω εδώ την περιγραφή της. Ας είναι αυτή η περιγραφή η δική μου μικρή επιστημονική συμβολή στον ατελείωτο κατάλογο των φοβιών.
            Φοβάμαι μια ερώτηση. Είναι μια εφιαλτική ερώτηση, που μπορεί κυριολεκτικά να πηδήξει μπροστά μου από την επόμενη γωνία του δρόμου, να κρυφτεί στο ξεδοντιασμένο στόμα της γειτόνισσας ή να την τραυλίσει ο εφημεριδοπώλης. Κάθε κουδούνισμα του τηλεφώνου συνδέεται μ’ αυτή την ερώτηση. Ναι, τις πιο πολλές φορές κρύβεται στο ακουστικό του τηλεφώνου:
            Πώς είσαι;
            Σταμάτησα να βγαίνω, δεν σήκωνα τηλέφωνο, ψώνιζα κάθε φορά σε διαφορετική αγορά για να μη συνάψω τις συνηθισμένες γνωριμίες της καθημερινότητας. Έσπαγα το κεφάλι μου να ανακαλύψω κάποιες αμυντικές απαντήσεις. Χρειαζόμουν μια νέα ασπίδα απέναντι στη βλακεία. Πώς να βρεις μια απάντηση που να μην αυξάνει την έλλειψη ταλέντου, να μην υποπίπτει σε κοινοτοπίες. Μια απάντηση που να μη σε αναγκάζει να χρησιμοποιείς έτοιμες φράσεις, μια απάντηση που να μην ψεύδεται, αλλά και να μην αποκαλύπτει κάποια πράγματα που δεν θέλεις να αποκαλύψεις. Μια απάντηση που δε θα προκαλεί μια μακρά συζήτηση χωρίς νόημα.
            Τι είδους υποκριτική παράδοση ετικέτας ήταν αυτή που διαμόρφωσε, πώς πλάστηκε μέσα στους αιώνες αυτή η υποκριτική ερώτηση. «Πώς είσαι;» αυτή είναι η ερώτηση. That is the question. (Η ανώτερη ερώτηση «να ζει κανείς ή να μη ζει» αντικαταστάθηκα απ’ το ποταπό αυτό ερώτημα, ιδού μια απόδειξη της κατρακύλας.)
            Πώς είσαι;
            Πώς είσαι;
            Πώς είσαι;
            Πώς απαντάς σε μια τέτοια ερώτηση;
            Δες την πονηριά που έκαναν οι Άγγλοι για να ξεφύγουν, όταν τη γύρισαν σε χαιρετισμό. Της αφαίρεσαν το μεδούλι, της πήραν το ερωτηματικό.
            Το «πώς είσαι» είναι η μπανανόφλουδα που σου βάζουν με καλοσύνη κάτω απ’ το πόδι, το τυράκι που σε παρασύρει στη φάκα του κλισέ.
            Το «πώς είσαι» είναι το ελαφρύ δηλητήριο της καθημερινότητας που σε εξασθενεί. Δεν υπάρχει ειλικρινής απάντηση σε αυτή την ερώτηση. Δεν υπάρχει. Γνωρίζω πιθανές απαντήσεις, αλλά τις σιχαίνομαι, με καταλαβαίνετε; Τις σιχαίνομαι… Δεν θέλω να είμαι τόσο προβλέψιμος, να απαντάω «καλά, ευχαριστώ» ή «έτσι κι έτσι, όσο ζούμε ακόμα» ή «τι τα θες, κάτι γίνεται», ή …
            Δεν ξέρω τι κάνω. Δεν μπορώ να είμαι κατηγορηματικός. Για να σας απαντήσω πάνω κάτω, πρέπει να έχω ζήσει νύχτες, μήνες, χρόνια, να έχω διαβάσει τους πύργους της Βαβυλώνας από βιβλία, να γράφω, να γράφω… Η απάντηση είναι ολόκληρο μυθιστόρημα.
            Πώς είμαι;
            Δεν είμαι. Τελεία και παύλα.
            Ας είναι αυτή η πρώτη σειρά. Και αποκεί και πέρα ας αρχίζει η ειλικρινής απάντηση.»

            Eκείνη την ώρα, χωρίς να ξέρει το τηλέφωνο του Λι ότι βολεύει τέλεια σκηνοθετικά, ηχεί, ακριβώς μετά  το τέλος της ανάγνωσης του αποσπάσματος. Αυτομάτως, ο Λι σπεύδει να το σηκώσει. Αίφνης όμως το χέρι του μένει μετέωρο και μια παιχνιδιάρα απορία σχηματίζεται στο πρόσωπό του. Κι αν ;

Κυριακή 30 Σεπτεμβρίου 2018

Χριστόφορος Κολόμβος



            Σε βολική θέση για πρωινό καφέ το σπίτι του Δίδυμου. Πάνω στον ποδηλατόδρομο, απ’ όπου ο κύριος Λι πάει στην Αθήνα για τα ψώνια του. Στάση. Κουδούνι. Φωνή. «Βάλε το μπρίκι μόνος σου, είμαι στο μπάνιο, έρχομαι.»
            Η κουζίνα μες στην πολυλογία: ότι χτες είχε επισκέψεις ο Δίδυμος, ότι άργησαν και ήπιαν κι αρκετά, ότι δοκιμάσανε προϊόντα – λάφυρα διακοπών, ακόμα κι ότι.. Ωχ, ο καφές! Ευτυχώς τον πρόλαβε, πρόσθεσε και τα κουλουράκια του φούρνου που έφερε, τα σερβίρει τώρα στον αδερφό του, που, περιχαρής και σαπουνομύριστος, δείχνοντας φρέσκος φρέσκος μες στο άσπρο του πουκάμισο, θρονιάζεται στην πολυθρόνα  λαχταρώντας το ευεργετικό πρωινό ρόφημα.
            - Ποιους είχες εδώ, χτες, αδερφέ;
            - Ποιους; Τον Αμέρικο Βεσπούκι, το Βάσκο ντα Γκάμα, το Χριστόφορο Κολόμβο και κάποιους άλλους αυγουστιάτικους θαλασσοπόρους εξερευνητές του αιγαίου πελάγους.
            - Λέγε, ρε!
            - Μήτσος, Νανά, Γιάννης, Μαρία. Δυο μήνες στην άγονη γραμμή, τα θηρία. Ενθουσιασμένοι. Η λιτότητα των γραμμών και των μέσων, η αυθεντικότητα, οι άνθρωποι κι ο μόχθος, τα μεγέθη στο σωστό μέγεθος, οι αργοί ρυθμοί, η φύση γύρω τους που ξύπνησε τη φύση μέσα τους, ξέρεις. Δήλωσαν ότι επέστρεψαν αναβαπτισμένοι.
            - Ναι, αλλά επέστρεψαν, Μπούφο. Επέστρεψαν εδώ που επέλεξαν να ζούνε, να ζούμε, χάνοντας όλα αυτά που μετά συναντάμε μ’ ενθουσιασμό στις διακοπές μας. Τι βρίσκουμε εδώ; Γιατί κολλάμε;
            - Είναι αυτό που σου έλεγα για το σινεμά, Λάμπρο, θυμάσαι; Η μεγάλη οθόνη, ναι, το σκοτάδι, ναι, αλλά  πάνω απ’  όλα η αίσθηση  του συγχρωτισμού, των ανθρώπων που τους δένει κάτι και το μοιράζονται. Έστω και μ’ αυτούς τους συγκυριακούς όρους. Η βαθιά ριζωμένη αίσθηση της κοινωνικότητας. Άλλωστε, και η Νανά έλεγε χτες ότι δε θα έμενε το χειμώνα στο νησί. «Εκεί από τις οκτώ το βράδυ δεν κυκλοφορεί κανείς, δε βλέπεις κανένα». Θέλουμε το κοπάδι μας, τα άλλα προβατάκια, Λάμπρο, συμπλήρωσε με το πάντα οριακά προκλητικό στιλ του ο Δίδυμος.

            Δεν άργησε την επίσκεψη ο κύριος Λι. Επόμενη στάση το Μικρό Βιβλιοπωλείο στον πεζόδρομο του Θησείου. Χαζεύουμε, μυρίζουμε, κρυφοκοιτάμε με τρόμο τις τιμές, παίρνουμε τη βραχεία λίστα των δυο τριών βιβλίων στα χέρια μας και καθόμαστε έξω στο  παγκάκι για την τελική επιλογή. Aυτή τη φορά όμως στο βιβλίο «Μια ολόκληρη ζωή», του Robert Seethaler  (μτφρ. Γ. Καλιφατίδης, εκδ. utopia) τον περίμενε μια απίθανη έκπληξη. Εκεί, λοιπόν μέσα στο βιβλίο, ξεδιπλώνεται η ζωή του μοναχικού χωρικού ενός απομακρυσμένου χωριού των Άλπεων, του Έγκερ. Στη σελίδα που έπεσε το μάτι του κυρίου Λι είμαστε στα 1969 και ο Έγκερ πηγαίνει σε μια κοινοτική αίθουσα που διαθέτει τηλεόραση, να παρακολουθήσει τους αμερικανούς αστροναύτες που θα πατούσαν για πρώτη φορά στο φεγγάρι. Η συνάθροιση των συγχωριανών εκεί αποπνέει έναν ενθουσιασμό, μία έξαψη. Ζωηρές παρατηρήσεις, χειροκροτήματα, κεράσματα.
            Καμία έκπληξη μέχρι εδώ. Η έκπληξη ήρθε με την κατάληξη της παραγράφου:
«Και ενώ στην τηλεόραση που είχε στηθεί στη συσκοτισμένη αίθουσα του φρεσκοβαμμένου δημαρχείου οι δύο αμερικανοί σεργιάνιζαν εκείνη ακριβώς τη στιγμή ψηλά πάνω από το κεφάλι τους περιδιαβάζοντας σαν απόκοσμες οπτασίες στην επιφάνεια της Σελήνης, ο Έγκερ ένιωσε να τον πλημμυρίζει η μυστηριώδης αίσθηση πως δεν ήταν ολομόναχος εδώ κάτω στη Γη και ένιωσε μια κοινή μοίρα να τον συνδέει με τους συγχωριανούς του.»  Μέσα στην αίθουσα με τον κόσμο «ένιωσε μια κοινή μοίρα να τον συνδέει με τους συγχωριανούς του»! Ακόμα νωπή στα αυτιά του η συζήτηση με το Δίδυμο, απίστευτο!
            Έβγαλε από το σακίδιο το παμπάλαιο κινητό, έστειλε ένα εγκώμιο στο Δίδυμο, αγόρασε το βιβλίο, ξεκλείδωσε το ποδήλατο και τράβηξε για το Μοναστηράκι, να ανακατευτεί με το ανώνυμο πλήθος, να χαζέψει και να κάνει τα ψώνια του.

Κυριακή 23 Σεπτεμβρίου 2018

το χρώμα του σταριού


             Κάπου κάπου ο κύριος Λι επιστρέφει στα προσωπικά του ευαγγέλια.  Δροσίζεται, δυναμώνει και συνεχίζει.
            Σήμερα είναι σκυμμένος στο Μικρό Πρίγκιπα. Θυμήθηκε τη συνάντηση του μικρού με την αλεπού. Λυπημένη γιατί  δεν την  έχουν εξημερώσει κι έτσι δεν μπορεί να έχει φίλους, να δημιουργεί δεσμούς. «Σε παρακαλώ, ημέρωσέ με», του ζητάει παρακλητικά. Και του εξηγεί: « Η ζωή μου είναι μονότονη. Κυνηγάω τις κότες, οι άνθρωποι κυνηγούν εμένα. Όλες οι κότες μοιάζουν, κι όλοι οι άνθρωποι μοιάζουν. Γι’ αυτό, λοιπόν, βαριέμαι κάπως. Αν με ημερώσεις, όμως, η ζωή μου θα είναι σαν ηλιόλουστη. Θα γνωρίσω έναν κρότο από πατήματα που θα είναι διαφορετικός απ’ όλους τους άλλους. Τ’ άλλα πατήματα με κάνουν να χώνομαι κάτω απ’  τη γη. Το δικό σου θα με κάνει να βγαίνω έξω απ’  τη φωλιά μου σαν μια μουσική. Κι ύστερα κοίτα! Βλέπεις εκεί κάτω τα χωράφια με το στάρι; Εγώ δεν τρώω ψωμί. Το στάρι εμένα μου είναι άχρηστο. Τα χωράφια με το στάρι δε μου θυμίζουν τίποτα. Κι αυτό είναι κρίμα! Εσύ όμως έχεις μαλλιά χρώμα χρυσαφένιο. Θα είναι, λοιπόν, θαυμάσια, όταν θα μ’ έχεις ημερώσει! Το στάρι, που είναι χρυσαφένιο, θα με κάνει να σε θυμάμαι. Και θα μ’ αρέσει ν’ ακούω τον άνεμο μέσα στα στάχυα.»*
            Πείστηκε ο μικρός πρίγκιπας, η μακρά πορεία της ημέρωσης συμπληρώθηκε, ήρθαν κοντά τα δυο πλάσματα, αγαπήθηκαν. Αλλά τώρα ο μικρός πρίγκιπας έπρεπε να φύγει και να αποχωριστούν. «Κι όταν κόντευε πια η ώρα που θα χωρίζανε:
            - Αχ!, είπε η αλεπού. Κλάμα που θα κάνω…
            - Εσύ φταις, είπε ο μικρός πρίγκιπας, εγώ δεν ήθελα το κακό σου, μα εσύ θέλησες να σε ημερώσω…
            - Ναι, σωστά, είπε η αλεπού.
            - Μα τώρα θα κλάψεις!, είπε ο μικρός πρίγκιπας.
            - Ναι, σωστά, είπε η αλεπού.
            - Και τότε τι κέρδισες;
            - Κέρδισα, είπε η αλεπού, γιατί μου μένει το χρώμα του σταριού.»*

                        Τι του έφερε στο μυαλό, του Λι, το χρώμα του σταριού; Μια μικρή φωτογραφία που διέκρινε στιγμιαία στο πορτοφόλι της Μαρίας. «Τι είναι η φωτογραφία, Μαρία;», τη ρώτησε λίαν αδιακρίτως και τρυφερά προσωπικώς. «Ένα κίτρινο τριαντάφυλλο είναι, του είπε, «αλλά όχι όποιο κι όποιο!». Το τελευταίο που είδα στον ανθισμένο κήπο του πατρικού μου, πριν τον αποχωριστώ οριστικά.»
            Και μια συγκίνηση κατέκλυσε τον κύριο Λι για όλα αυτά τα στοιχεία που συνθέτουν την προσωπική μυθολογία του καθενός, το ανεξερεύνητο για όλους τους άλλους προσωπικό του σύμπαν, στοιχεία που η ζωή τα έχει φορτίσει και φορτώσει με νόημα, τα έχει κάνει κομμάτια της ύπαρξής του. Η φωτογραφία ενός κίτρινου τριαντάφυλλου. Μικρά αντικείμενα, εικόνες, σπαράγματα στιγμών, χώροι που μιλάνε για χωρισμούς, για έρωτες, για την πρώτη ή την τελευταία  φορά που, για το σημαντικό που ήταν, για αναμνήσεις ενηλικίωσης, ρήξης, πρόσωπα που πέρασαν και άνθισαν ή ισοπέδωσαν, και τώρα ξεκουράζονται – παλιές φωτογραφίες σε φθαρμένα πορτοφόλια.
            «Πολύ κόστος έχει το ημέρωμα», σκέφτεται. «Λογικό. Δεν είναι τσάμπα η ζωή.»
            Έκλεισε το Μικρό Πρίγκιπα, αυτό το στοιχείο του δικού του προσωπικού σύμπαντος, και απόμεινε με ένα χαμόγελο σκεπτικό.

αφιέρωση: Στη Μαρία Γ., για την αφορμή με το σχόλιό της για το κίτρινο τριαντάφυλλο.
*αποσπάσματα από το"Ο Μικρός Πρίγκιπας", του Εξιπερί, μτφρ. Στρατής Τσίρκας, εκδ. Ηριδανός

Κυριακή 12 Αυγούστου 2018

κριτική βιβλίου


            Παλιά μονοκατοικία με κήπο. Υπάρχουν ακόμα τέτοιες σπάνιες οάσεις στην τσιμεντούπολη. Η μικρή μάντρα καλύπτεται από ένα ευωδιαστό γιασεμί. Δρασκελίζεις την πόρτα της αυλής, ανεβαίνεις τρία τέσσερα σκαλάκια και βρίσκεσαι στη βεράντα, που αγκαλιάζει την κεντρική είσοδο του σπιτιού.
            Ανεκπαίδευτος ο Λι, περιέργως, με τα λουλούδια, δύσκολα θα μας κάνει την περιγραφή˙ δεν τους συστήθηκε, τσιγκούνικα ασχολήθηκε μαζί τους, δεν έμαθε ποτέ του να τα προσέχει ιδιαίτερα. Χαριτωμένη τη βρίσκει την ιδιοτροπία του αυτή και του τη συγχωρεί η επιεικής φίλη του, η Ανθή, που θα την αδικούσαμε με την έκφραση «είναι δικός της αυτός ο κήπος». Η Ανθή είναι κομμάτι του κήπου. Ανασαίνει μαζί του, συζητάει, φροντίζει και προσέχει, πονάει,  μαθαίνει τα μυστικά του και ακουμπάει εκεί τα δικά της, είναι κομμάτι του κήπου κι ο κήπος κομμάτι δικό της. Ακόμα κι όταν ο απρόσεκτος Λι περνάει  ανυποψίαστος από δίπλα, για να σταθεί στο κατώφλι της βεράντας  και να χτυπήσει το κουδούνι, ακόμα και τότε, αδιόρατα, φτάνει σ’ αυτόν η αίσθηση της γαλήνης που εκπέμπει η μικρή, υποταγμένη στην ευγένεια ζούγκλα.
            Κι η βεράντα, η υπερυψωμένη βεράντα, με ένα τραπέζι και δυο απλές πολυθρόνες, περιποιημένη κι αυτή κατ’ αναλογία,  κατάστρωμα πλοίου που η πλώρη του ανοίγεται στη θάλασσα του κήπου. Συχνός επισκέπτης της βεράντας ο Λι, αφήνεται να τον αγγίζει η  αύρα που εκπέμπεται απ’ όλη αυτή τη σχέση αγάπης και φροντίδας, αφήνει να του χαϊδεύουν  τις πατούσες τα κύματα του κήπου και δυο ήρεμες γάτες που επέλεξαν το βασίλειο αυτό για κατοικία, συζητάει περί ανέμων και υδάτων και ταυτόχρονα προσπαθεί να αποκωδικοποιήσει το μυστικό του κήπου – αν και θα έπρεπε να ξέρει πως το μυστικό είναι εκεί μπροστά του και του ξαναγεμίζει χαμογελώντας το ποτήρι με κόκκινο κρασί.

            Πού θυμήθηκε τη βεράντα της Ανθής ο κύριος Λι; Δροσερό καλοκαιρινό βράδυ στο νησί, έστειλε τη σκέψη του στην αποπνικτική τσιμεντούπολη κι αυτή πεισματικά γαντζώθηκε απ’  τον κήπο της Ανθής. Τι να κάνει; Της έστειλε μήνυμα.
            « Πώς πας, κοπέλα;»
            « Προσπαθώ να τακτοποιήσω διάφορες εκκρεμότητες στο σπίτι, κάνω την παρουσίαση της εργασίας και, επιτέλους, άρχισα να διαβάζω ένα βιβλίο στη βεράντα το πρωί.»
            «Ποιο βιβλίο διαβάζεις στη βεράντα;»
            «Η ζωή πουονειρεύτηκε ο Ερνέστο Γκ», του Guenassia, βιβλίο που είχα ξεκινήσει τα Χριστούγεννα(!) Το απόλαυσα!»
            Πόσο καλές κριτικές βιβλίων κάνει η Ανθή!
            Εννοείται πως άμα τη επιστροφή του από το νησί ο κύριος Λι, έχοντάς το ήδη διαβάσει, θα σπεύσει στον ευωδιαστό κήπο των άγνωστων φυτών, θα πάρει θέση στο κατάστρωμα και δίπλα από το ποτήρι με το κόκκινο κρασί θα ανταλλάξει τις εντυπώσεις του με την τρυφερή σαν το μίσχο ενός λουλουδιού φιλενάδα του.

στη Στελλίνα, με συνωμοτικό χαμόγελο

Κυριακή 1 Ιουλίου 2018

η βασική αρχή της ελάχιστης ανεμελιάς



Στα ταξίδια αναψυχής, αποφαίνεται ο κύριος Λι, λειτουργεί η Β.ΑΡ.ΕΛ.Α: Η βασική αρχή της ελάχιστης ανεμελιάς.
            Προκαλεί το μειδίαμα της παρέας.
            - Άντε, πάλι!
            - Πώς το εννοείτε, κύριε Λάμπρο μας, αυτό; τον ρωτάει η Ελπίδα.
            - Όταν αποφασίζει κάποιος, Ελπίδα, να κάνει ένα ταξιδάκι, όπως εμείς τώρα, όσα βάσανα κι αν έχει, κάνει μια σύμβαση με τον εαυτό του να περάσει κάποιες πιο ξέγνοιαστες μέρες, να ηρεμήσει, να ξεκουραστεί, να προσφέρει στον εαυτό του αυτό που είναι η ανεμελιά του ταξιδιού, που το έχει τόσο ανάγκη  και που είναι αυτό που βλέπουμε τώρα: οι πιτσιλιές της θάλασσας στο αλατισμένο τζάμι του πλοίου, τα γλαρόνια πάνω από τα βράχια της Γυάρου στην πρωινή τους δραστηριότητα, τα καπέλα μας κι η ψάθινη τσάντα με τον χάρτη της Τήνου, το μαντίλι σου που φωνάζει εκδρομή, τα πέδιλά μου που χτες δεν τα φορούσα, οι αγουροξυπνημένοι επιβάτες με τους πλαστικούς καφέδες
και τα κινητά στα χέρια.
            Έχουν στήσει ανέμελο πηγαδάκι οι τέσσερεις φίλοι στις αεροπορικές θέσεις  του πλοίου. Η Ελπίδα έχει καθήσει πρόχειρα στο χερούλι της θέσης του Λι προς το διάδρομο κι ο Γιάννης από μπροστά έχει γυρίσει ανάποδα κι ακουμπάει τους αγκώνες του στη ράχη του καθίσματος αντικρύζοντας τον κύριο Λι και τη Μικρή του Φίλη.  Ο Λι, για τη συζήτηση, έχει κλείσει το βιβλίο που διάβαζε, το ακουμπάει πάνω στα πόδια του κρατώντας το με το χέρι του χρησιμοποιώντας το ένα δάχτυλο για πρόχειρο σελιδοδείκτη. Ο Γιάννης εκμεταλλεύεται τον τίτλο του βιβλίου (Georgi Gospodinov, «Περί φυσικής της μελαγχολίας, μτφρ Αλ. Ιωαννίδου, Ίκαρος, 2018»), για να σγαρλίσει τη συζήτηση:

            - Ανέμελος ταξιδεύεις, Λάμπρο, αλλά η μελαγχολία κατάφερε και τρύπωσε στα μπαγκάζια σου, ε; Για να μη σου πω ότι την πήρες μαζί σου μόνος σου! τον πειράζει, δείχνοντάς του το βιβλίο που διαβάζει.
            Μετά θα κουβεντιάσουν περί ανέμων και υδάτων, κυριολεκτικά όμως, καθώς τα μποφόρ ροκανίζουν την ανεμελιά της Μικρής Φίλης, θα καταστρώσουν διαδρομές για το σύντομο ταξίδι τους, πρωινές προσδοκίες θερινής διάθεσης, που ο Γιάννης θα συντηρεί σε υψηλό επίπεδο επαινώντας το νησί του και δείχνοντας με το δάχτυλο σημεία στον ανοιχτό μικρό χάρτη που κρατάει η Ελπίδα. Ένας χάρτης που ήδη προσωποποιείται, που γίνεται «ο δικός μας χάρτης», ένα νησί που η παρέα ετοιμάζεται να το ζωγραφίσει με τα δικά της χρώματα.
            Πόσα χρώματα, έχει το κάθε νησί;
            Ωστόσο, με το που θα αποτραβηχτούν  λίγο στα δικά του ο καθένας, ο Λι θα επιστρέψει στην οξυδερκή παρατήρηση του φίλου του. Θα τη στριφογυρνάει βασανιστικά στο μυαλό του. Δεν κρατιέται. Τον σκουντάει ελαφρά στον ώμο, πάνω που ο καημένος έκλεινε λίγο τα μάτια:
            - Και πώς τα καταφέρνει η μελαγχολία, ρε Γιάννη,  και τρυπώνει μόνη της στα μπαγκάζια;
            Ευτυχώς, λειτουργεί και τώρα η βασική αρχή της ελάχιστης ανεμελιάς του ταξιδιού, που οδηγεί τον Γιάννη σε ανάλογης διάθεσης απάντηση.

            - Τι να σου πω, Λάμπρο μου. Μάλλον δεν έχει επινοήσει ο άνθρωπος ακόμα το τέλειο απορρυπαντικό που καθαρίζει τους ισχυρούς λεκέδες της. Δε συνεχίζεις τώρα το βιβλίο σου, να  βρεις και την απάντηση, να ξεκουραστούμε κι εμείς λιγάκι μπας και φτάσουμε πιο φρέσκοι;
            Δεν πρόλαβε. Τον πρόλαβε η ανακοίνωση. «Σε λίγα λεπτά το πλοίο μας φτάνει στο λιμάνι τη Τήνου. Παρακαλούνται οι επιβάτες με προορισμό ..» κλπκλπ. Ανοίγει για τα καλά τα μάτια ο Γιάννης κι επιμένει να πειράζει το φίλο του:
            - Και για να τελειώνουμε: Φτάσαμε, Λάμπρο. Και, όπως  λέει ο Καραγκιόζης, θα φάμε, θα πιούμε και νηστικοί θα κοιμηθούμε. Αυτή η απάντηση σε καλύπτει περισσότερο; Άντε, που μου θες και ανεμελιά, πάμε!

Κυριακή 3 Ιουνίου 2018

# ### ##### ##### ή Τα αναγνωστικά κριτήρια του κ. Λι



            Λίγη διαστροφή χρειάζεται. Και ίσως και κάποιες άλλες αδυναμίες, όπως η ατολμία ή η διστακτικότητα, ή η ευνουχιστική κοινωνική δειλία, που εξασφαλίζουν μια πλούσια εσωτερική ζωή και ασφαλώς  την υπερτροφία της φαντασίας.
            Εξοπλισμένος με όλες αυτές τις προσωπικές αρετές -  και άλλες πολλές που δεν είναι της παρούσης -, ο Λι-νέος, πολύ νέος, ταξιδεύει με το υπεραστικό λεωφορείο της δεκαετίας του ’80. Και βέβαια είναι κιόλας ερωτευμένος. Με την κοπέλα που βρίσκεται λίγες θέσεις διαγώνια και πίσω του. Που είναι όλα ωραία πάνω της, ονειρικά. Που είναι, άμα τη θεάσει της,  η κοπέλα της ζωής του. Και που διαβάζει.
            Διαβάζει; Τι διαβάζει; Διαβάζουν τα όνειρα; Τι; Τι διαβάζει η κοπέλα;
            Λυσσάει ο νεαρός Λι να μπει στον κόσμο του ονείρου του που σήμερα έχει τη μορφή μιας φοιτήτριας βυθισμένης στην ανάγνωση!
            Ο Λι ξέρει απέξω λίγο πολύ όλες τις εκδόσεις της εποχής – δεν είναι και τόσες όπως σήμερα. Και παρόλο που δε διακρίνονται τα γράμματα του τίτλου, όμως το σχήμα του εξωφύλλου φαίνεται: Ένα πλατύ και χρωματιστό περιμετρικό περίγραμμα πλαισιώνει το άσπρο εξώφυλλο. Στο λευκό μόνο ο τίτλος και κάτω ένα σήμα – μάλλον του εκδοτικού οίκου. Με ικανοποίηση ο ερωτευμένος Λι αναγνωρίζει το τυπικό εξώφυλλο των εκδόσεων «Οδυσσέας»! Αλλά ο τίτλος δε διακρίνεται με τίποτα. Στάσου, όμως! Διακρίνεται ο αριθμός και το μέγεθος των λέξεων του τίτλου. Τέσσερις μικρές λέξεις, η πρώτη πολύ μικρή, προφανώς άρθρο.
            Το λεωφορείο φτάνει στον καθόλου ονειρικό σταθμό, το όνειρο δραπετεύει χωμένο σε μια αγκαλιά άφιξης, βράδιασε απότομα, ο Λι έφτασε σπίτι, αλλά ο έρωτας ανέστιος επιμένει. Επιμένει και βρίσκει τον πίνακα με τις λίγες δεκάδες των εκδόσεων του «Οδυσσέα», ο οποίος υπάρχει στις τελευταίες σελίδες κάθε έκδοσης. Και ψάχνει τρεις  μικρές λέξεις με ένα άρθρο μπροστά και, ναι, μία μόνο εκδοχή υπάρχει: « Η ζωή είναι αλλού», Μίλαν Κούντερα!  Ο ενθουσιασμός της ανακάλυψης σχεδόν πληρώνει το κενό του απωλεσθέντος ονείρου. Και, επίσης, «Μίλαν Κούντερα»; Ποιος είναι αυτός ο συγγραφέας που μόλις τότε είχε αρχίσει να μεταφράζεται στην Ελλάδα; Πώς στο καλό δεν ξέρει τίποτα γι’ αυτόν; Τι ήξερε η οπτασία του που δεν ήξερε αυτός;
            Εννοείται πως την επόμενη μέρα θα πάει να αγοράσει το βιβλίο – πόσο σοβαρότερες ασχολίες μπορεί να έχει ένας αιθεροβάμων φοιτητής; -, εννοείται πως θα το ρουφήξει με μεγάλη δίψα και περιέργεια , εννοείται πως επιζητά να κρατήσει αναμμένη τη φωτίτσα του υπεραστικού του έρωτα.
            Εκείνο που δεν ήξερε αγοράζοντας το βιβλίο είναι ότι στον τσέχο συγγραφέα συναντούσε έναν άλλο έρωτα ζωής, που πέρασε χρόνια μαζί του γοητευμένος, συζητώντας ακόρεστα, ανταλλάσσοντας σκέψεις και συναισθήματα, ομορφαίνοντας τη ζωή.
            Φαίνεται πως ο έρωτας ήταν αλλού.

Στον Τώνη, βέβαια, πού αλλού;

Κυριακή 27 Μαΐου 2018

μην πατάτε το γκαζόν


              
             Διόλου πρωτότυπα. Τα δυο αδέλφια πίνουν καφέ και συζητούν μπροστά στην ανοιχτή μπαλκονόπορτα. Πριν λίγο μια ανοιξιάτικη μπόρα ξέπλυνε το μουντό πέπλο της πόλης, γυάλισε τις επιφάνειες κι άφησε να κρέμονται απ’ τα φύλλα της κορομηλιάς της αυλής μερικές σταγόνες χρυσωμένες από έναν δειλινό ήλιο.
            - ΑδερφούΛι, σκέφτηκες ποτέ να φυτέψεις στον κήπο γκαζόν; ρωτάει ο Δίδυμος προσπαθώντας μετά βίας να κρύψει το πειραχτικό χαμόγελο που σχηματίζεται στο πρόσωπό του.
            - Παλάβωσες;
            - Όχι, αλλά θέλω να σου πω για το γκαζόν. Δεν είχες ποτέ απορία;
            - Έχω απορία τι απορία μπορώ  να έχω!
            - Εσύ, ρε Λάμπρο, δε με συμβούλευες να βλέπουμε κάθε μέρα με καινούργια μάτια, να μην έχουμε τίποτα δεδομένο ανερώτητο, να ψάχνουμε και να δίνουμε νέα νοήματα στα πράγματα και άρα στη ζωή μας;
            - Κι εσύ βρήκες το γκαζόν, για να εφαρμόσεις τη θεωρία.
            - Μπράβο. Κι όχι εγώ, ο φίλος σου ο Harari. Εσύ δε με είχες στείλει να πάρω το βιβλίο;
            Και λέγοντας, βγάζει από το σακίδιό του ένα μαύρο, με σκληρό εξώφυλλο τόμο*.
            - Λοιπόν, το πήρα. Κοίταξε τώρα τι ωραία περνάει από τη σύντομη ιστορία του γκαζόν, για να σου πει ότι τίποτα δεν είναι δεδομένο σ’ αυτό τον κόσμο και ότι η γνώση μπορεί να σ’ οδηγήσει στην ανατροπή και την απελευθέρωση.
            - Δύσκολα σε παρακολουθώ.

            - Ναι. Παρακολούθα, όμως, είναι ενδιαφέρον, παρατηρεί ο Δίδυμος, μισανοίγοντας το μαύρο βιβλίο. Η ιδέα για το γρασίδι, λέει, καλλιεργήθηκε κάπου στο Μεσαίωνα, στα κάστρα των άγγλων και των γάλλων ευγενών. Ωδή στο περιττό, ούτε παράγει τίποτα, ούτε βόσκει τίποτα εκεί. Έτσι, η περιποιημένη έκταση στην είσοδο του κάστρου γίνεται σύντομα σύμβολο κοινωνικής θέσης. Πού αλλού θα το συναντάς σιγά σιγά;
            - Παλάτια;
            - Κι όχι μόνο: Κοινοβούλια, προεδρικές κατοικίες, ανώτατα δικαστήρια.. Ταυτίζεται σιγά σιγά με την πολιτική ισχύ, το κοινωνικό στάτους, τον οικονομικό πλούτο, μέχρι που στην Αμερική μετατρέπεται σε είδος πρώτης ανάγκης της ανερχόμενης αστικής τάξης που διψάει για επίδειξη. Εκατομμύρια οικογένειες το επιθυμούν ή το έχουν μπροστά από το σπίτι τους. Σκέψου: σήμερα το γρασίδι στις ΗΠΑ είναι η πιο διαδεδομένη καλλιέργεια μετά το καλαμπόκι και το σιτάρι! 
            - Κι αν είναι στην Αμερική, δε θέλει πολύ να επεκταθεί παντού, ε;  Λοιπόν, δεν το είχα ποτέ σκεφτεί έτσι.
            - Αμ, τι σου λέω! Το γκαζόν!  Σύμβολο εξουσίας, χρήματος, κύρους! Τώρα, μπορείς να αποφασίσεις με άλλα δεδομένα για το αν θέλεις λίγο γρασιδάκι στην αυλή σου. Τώρα ξέρεις το πολιτιστικό φορτίο που έχει κληροδοτηθεί από δούκες, καπιταλιστές, από εξουσιομανείς και αποφασίζεις αν θες να απελευθερωθείς απ ‘ αυτό ή όχι. Κάπως έτσι πρέπει να μαθαίνεις την Ιστορία στα παιδιά, κύριε Λι μου.
            - Πώς έτσι, Μπούφο;
            - Κάνοντάς τα να καταλάβουν ότι ο καλύτερος λόγος που τη μαθαίνουν είναι για να απελευθερώνονται από το παρελθόν, για να μπορούν να φαντάζονται εναλλακτικά πεπρωμένα, για να υπερβαίνουν το τάχα δεδομένο και αιώνιο του κόσμου αυτού, ενός  κόσμου που  καλά είναι να ξέρουμε ότι διαμορφώνεται από τις σκέψεις μας, τους φόβους μας και τα όνειρά μας. Να τα κάνεις να είναι λίγο περισσότερο ελεύθεροι άνθρωποι, να αισθάνονται δημιουργοί της Ιστορίας.
            Γουλιά γουλιά τον καφέ, γουλιά γουλιά και τις κουβέντες του αδερφού του απολαμβάνει ο κύριος Λι. Σκέφτεται πως πολλές φορές τη ζάχαρη που λείπει από τον καφέ την αναπληρώνουν οι γλυκές του σκέψεις. Και για άλλη μια φορά, εκεί, δίπλα στην ανοιχτή μπαλκονόπορτα που μπάζει την υγρή ανοιξιάτικη δροσούλα, αφήνεται στη στιγμή, απολαμβάνει αυτή τη μοναδική συνάντηση του στιγμιαίου και του αιώνιου που νιώθει και που δεν ξέρει πώς να την περιγράψει.


* Ο Δίδυμος αναφέρεται στο βιβλίο του Yuval Noah Harari “Homo Deus”, μτφρ. Μ. Λαλιώτης, εκδ. Αλεξάνδρεια, 2017, απ’ όπου δανείζεται και τις ιδέες του για το αθώο γρασίδι.