Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αποσπάσματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αποσπάσματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 31 Μαρτίου 2019

Χαρά

 

            Η Χαρά είχε θρονιαστεί στον καναπέ, δίπλα στο τραπεζάκι, εκεί που και τα ματάκια της θάλασσας, και απολάμβανε τα μπισκοτάκια βουτύρου που συνόδευαν το τσάι της.
            Ο κύριος Λι θα χαιρόταν αν απολάμβανε κιόλας τη συνάντηση μαζί του, μετά από –πέντε; έξι;- χρόνια. Χρόνια σπουδών που την οδήγησαν στο πτυχίο της Φιλολογίας και σε ένα μεταπτυχιακό. Και τώρα
            « Μπορείς να μου πεις, Λάμπρο, γιατί νιώθω ανεπαρκής να διδάξω, να είμαι μια καλή φιλόλογος; Νιώθω λίγη, πώς να στο πω; Σα να μου λείπει η γενικότερη εποπτεία ή  οι βάσεις. Πώς να καλύψω αυτό το κενό; Τι να πρωτοδιαβάσω;»
            Καμιά φορά δεν είμαστε έτοιμοι να απαντάμε σε συγκεκριμένες ερωτήσεις˙ δεν τις έχουμε κάνει, δεν τις έχουμε σκεφτεί ποτέ. Και αυτοσχεδιάζουμε. Και ωστόσο, ξεκινώντας να απαντάμε, καταλαβαίνουμε ότι την απάντησή μας την ετοιμάζαμε χρόνια, πολλά χρόνια πριν. Η απάντηση του Λι εξέπληξε και τον εαυτό του ακόμα:
            «Λογοτεχνία να διαβάσεις. Να διαβάζεις». Και προσπαθώντας να διασκεδάσει το αμήχανο χαμόγελο της Χαράς, πρόσθεσε:
            «Εκεί είναι όλα. Μπορεί ελλιπώς, μπορεί υποκειμενικά,  άστοχα ακόμα, αλλά σωρεύεται τόση πείρα και τόση σκέψη, τόσες ζωές στο μικροσκόπιο και τόσες συμπεριφορές-απαντήσεις στα θέματα της ζωής που μπορεί να σε κάνουν σταδιακά να μην έχεις αυτή την αίσθηση της ανεπάρκειας που δηλώνεις τώρα.».
            Τα έλεγε ο Λι κι από μέσα του αμφισβητούσε την ορθότητα της συμβουλής, την αποτελεσματικότητα αυτής της αυτοσχέδιας μεθόδου. Ωστόσο, παραδομένος ο ίδιος
χρόνι-α στη σαγήνη της λογοτεχνίας είχε πια σχηματίσει την εντύπωση ότι αυτό μπορεί να συμβαίνει. Γνώσεις, αποστάγματα εμπειριών, προβληματισμοί, αναλύσεις πάνω σε ποικίλα πεδία της ζωής κι όλα αυτά ντυμένα με το μανδύα της ομορφιάς και της ευαισθησίας, ήταν αδύνατο να μην εμπλουτίζουν τη ματιά και τη σκέψη, να μην προσθέτουν απρόσμενες γωνίες θέασης, να μην ξαναστήνουν τον κόσμο απ’ την αρχή. Να μην κάνουν, εν τέλει, τη Χαρά να νιώθει πιο επαρκής ώστε  να στέκει στην τάξη με κάποια αυτοπεποίθηση.


             «Ο χαμένος παράδεισος», του Έκτορ Αμπάδ Φασιολίνσε, πάνω από το τραπεζάκι, τόση ώρα του έκλεινε το μάτι. Όταν επιτέλους το αντιλήφθηκε ο κύριος Λι,
            «Κάτσε, να σου διαβάσω ένα παράδειγμα από το βιβλίο που διαβάζω αυτές τις μέρες», της είπε, πιάνοντας το βιβλίο από το τραπεζάκι, φορώντας τα πρεσβυωπικά του γυαλιά και ανοίγοντας στη σελίδα 417. Εκεί μιλάει η Εύα, με τα μάτια της μέσης (και χάρη της κάνουμε) ηλικίας:
            « Το μεγαλείο και η τραγωδία της αγάπης είναι πολύ απλά. Δεν μπορώ να εξηγήσω γιατί το παιδεύουν τόσο οι ποιητές, οι ψυχολόγοι και οι συγγραφείς πραγματειών, αφού πρόκειται για ένα θέμα τόσο απλό, το οποίο για μένα έχει ως εξής: δύο άνθρωποι αγαπιούνται και χωρίς να πάψουν να αγαπιούνται (χωρίς να πάψουν να αγαπιούνται, το υπογραμμίζω), σιγά σιγά, σχεδόν χωρίς να το αντιληφθούν, ξε-αγαπιούνται, μέχρι να φτάσουν στο σημείο να μισούνται. Ο λόγος είναι τόσο απλός, τόσο ζωώδης και ανθρώπινος ταυτόχρονα, τόσο ποταπός, τόσο ευγενής, τόσο συνηθισμένος, τόσο θλιβερός: η κούραση του σεξ, η κούραση δηλαδή του σεξ με την ίδια, με τον ίδιο.  Ακριβώς το σεξ, ο βασικός παράγοντας που μας οδήγησε στο παραλήρημα να αγαπηθούμε σαν τρελοί, στη μεταρσίωση της ευτυχίας, της αρμονίας, της ταύτισης, σ’ αυτό που ονομάζεται αγάπη και είναι το πιο ανθρώπινο και το πιο όμορφο προσωπείο του. Ένα πράγμα τόσο σαρκικό που μετατρέπεται σε πνευματικό.  Αυτό ακριβώς που τους έκανε μοναδικούς και ευτυχισμένους, αχώριστους και πιστούς, χωρίς μάτια για κανέναν άλλο, σταδιακά φθείρεται. Κι ένα τραγικό πρωί, ένα βράδυ με ποτά, σ’ ένα τυχαίο ταξίδι χωρίς καμιά σημασία, το σεξ με οποιονδήποτε, με μια πουτάνα, μια ηλίθια, μια άσχημη, μία άχρηστη αποδεικνύεται πιο ερωτικό από το σεξ με την αγαπημένη, την ωραία, την ευφυή, τη γλυκιά, την υπέροχη. Κι αυτό το κλεφτό σεξ, αν μαθευτεί, ακόμα κι αν δε μαθευτεί (επειδή ετούτα τα πράγματα μαθεύονται χωρίς να μαθεύονται), αποδεικνύεται ασυγχώρητο και στους δύο. Αυτός δεν το συγχωρεί στον εαυτό του και μπερδεύεται, ούτε εκείνη του το συγχωρεί και τον καταριέται.»

            «Όχι ότι συμφωνώ με όλα, Λάμπρο, αλλά ..»
            «Μα καμιά σημασία δεν έχει αυτό», βιάστηκε να τη διακόψει ο κύριος Λι,  «Δες, όμως, πόσο..»
            «Κατάλαβα, κατάλαβα», του ανταπόδωσε τη διακοπή η Χαρά. «Πόσο ζυμώνει τη σκέψη η κυρία Εύα, ε;»
            «Εε..»
            Εμείς τώρα θα κλείσουμε τη σκηνή εδώ. Σε λίγο η Χαρά θα φύγει από το σπίτι του κυρίου Λι. Δεν ξέρουμε αν θα πάρει μαζί της τη συμβουλή του παλιού δασκάλου της. Ίσως πιο πιθανό είναι να τρυπώσουν στις τσέπες της κάποια μικρά συστατικά στοιχεία της αφήγησης. Τα ματάκια της θάλασσας, το αχνιστό τσάι και τα μπισκοτάκια βουτύρου, το βιβλίο στο τραπεζάκι του σαλονιού, ακόμα κι οι νότες του Bohuslav Martinu, που τόσην ώρα έστρωνε ακούραστα το μουσικό χαλί της συνάντησης. Τρυπώνουν αυτά, δε ρωτάνε.
            Αλλά μήπως κι αυτά δε θα προσθέσουν στην επιζητούμενη επάρκεια της Χαράς μας;

Κυριακή 17 Μαρτίου 2019

she is black

             Στο ημερολόγιο τάξης που χρόνια κρατούσε ο κύριος Λι είχε μια ενότητα που την ονόμαζε «φωτογραφίες». Εκεί, σημειωμένα στιγμιότυπα από την καθημερινή διαδικασία στην τάξη. Για κάποιο λόγο κάθε φορά. Ή και χωρίς λόγο. Ή μάλλον για τον πιθανώς σπουδαιότερο λόγο δεν-ξέρω-γιατί.
            Τώρα, φυλλογυρίζοντας το ημερολόγιo, έχει πέσει το μάτι του στην καταγραφή μιας Πέμπτης, 8 Μαρτίου. Μέρα της γυναίκας, μάθημα έκθεσης, τα γόνιμα ζωηρά παιδάκια του τού Β1. Έχουν απόψεις και τσακώνονται γι’ αυτές. Έχουν ζωή. Πόση ευκολία για τον κύριο Λι να ανάψει τα φυτιλάκια σ’ αυτό το τμήμα!
            Θα τον βοηθήσει στο άναμμα ο κύριος Umberto Eco, καθώς από το «Η σημειολογία της καθημερινής ζωής» του ο κύριος Λι διαβάζει το απόσπασμα: «Την εποχή των διαστημικών επιτυχιών κυκλοφορούσε στις Ενωμένες Πολιτείες ένα ανέκδοτο που έλεγε ότι ο πάπας Παύλος  υποδέχτηκε τους αστροναύτες και τους ρώτησε αν στη διάρκεια του ταξιδιού τους συναντήσανε το Θεό και πώς ήταν. Η απάντηση: «Yes. She is black»*».
            Τι έγινε το φυτίλι; Γιατί δεν ακούστηκε το μπαμ;
            Ααα, μη βιαζόμαστε. Στη σιωπή που ακολουθεί και καθώς ο Λι κοιτάζει στα μάτια τα παιδιά, κάποια πρώτα χαμόγελα αρχίζουν να σκάνε, κάποιο πρώτο «ααα!», ψίθυροι για επεξηγήσεις, σταδιακά περισσότερα χαμόγελα, τώρα  γέλια και επικροτήσεις.
            Ήταν αργής καύσης το φυτίλι.

            Δούλεψε, όμως. Και τώρα η τάξη ανακαλύπτει, κάτω απ’ το μανδύα της γλώσσας, τον ανδροκρατούμενο χαρακτήρα των κοινωνιών. Μπορεί κανένας να μην είδε το Θεό, αλλά στη συνείδηση όλων είναι καταχωρημένος με το αρσενικό του φυσικό του γένος.  Γέρος, ασπρομάλλης και σοφός. Και πάντως όχι γυναίκα, ούτε και μαύρη.. Ακόμα κι αν σε κάποια γλώσσα η λέξη που αποδίδει τη σημασία του δεν έχει γραμματικό γένος (π.χ: God), ακόμα κι εκεί Κύριος αποκαλείται και Πατέρας (Lord) και Βασιλεύς ορατών τε πάντων και αοράτων..
            Ζει στην ξηρασία το Β1, διψάνε τα παιδιά, υπάρχει άλλο παράδειγμα, κύριε;
Και είπεν ο κύριος. Ο άνθρωπος. Ο άνθρωπος κι ο άντρας. Πόσες γλώσσες ταυτίζουν τις δύο έννοιες σε μία λέξη; Man, λοιπόν, και homme και hombre και uomo, «κύριε, στην Τουρκία τον λένε adam, το ξέρω απ’  τη γιαγιά μου», «ποιον;», «και τον άνθρωπο και τον άντρα».
            Πήραμε φόρα; Μόλις στην αρχή είμαστε. Ακόμα και στη γραμματική το αρσενικό γένος υπερισχύει, εξουσιάζει. «Η Ελπίδα κι ο Γιώργος είναι καλοί μαθητές» - όχι μαθήτριες. Ένας άντρας και μια γυναίκα είναι πολύ καλοί – όχι καλές. Δείτε ακόμα: Μερικών ρημάτων το γένος του Υποκείμενου το ξέρουμε από πριν: «Βοηθάει στις δουλειές του σπιτιού». Ποιος; Ε, αρσενικό θα είναι, αφού η γυναίκα δε βοηθάει˙ η γυναίκα κάνει τις δουλειές του σπιτιού.
            Πάνε βαθιά οι ρίζες των λέξεων, φωλιάζουν βαθιά μέσα μας. Συνυφαίνονται με τη σκέψη μας, είναι η σκέψη μας, είμαστε εμείς. Κι είναι προδότρες αμείλικτες, καθρεφτάκια του μυαλού μας, οι άτιμες.
            Η  Μυρσίνη συνοψίζει. «Να σταθούμε απέναντι στον καθρέφτη των λέξεων και να κοιτάξουμε τον εαυτό μας, δηλαδή, ε;»
            Ο Γιώργος, αρσενικό σε άβολη θέση, αποκαθιστά την τάξη στην τάξη: «Είχες δεν είχες, εσύ στον καθρέφτη κατέληξες πάλι, ε; Γυναίκες!», διαπιστώνει  με προσποιητή απόγνωση, κουνώντας δεξιά αριστερά το κεφάλι και αναζητώντας ματαίως με το εναγώνιο βλέμμα του υποστήριξη από το δάσκαλό του.

* (Umberto Eco, Η σημειολογία στην καθημερινή ζωή, εκδ. Μάλλιαρης, 1992, σελ. 15-16)

Κυριακή 24 Φεβρουαρίου 2019

ακούει κανείς;


            Κατηφόριζαν την Πανεπιστημίου τα δυο αδέρφια, μετά την παρουσίαση του βιβλίου του φίλου τους του Φώτη, τα μαγαζιά ανοιχτά ακόμα, κόσμος αρκετός.
            Γι’ αυτόν τον κόσμο των λεωφόρων άρχισαν να φλυαρούν, κάτι για πολύβουη ερημιά, για πόσες ιστορίες δίπλα δίπλα και μαζεμένες, για αλληλοδιασταυρούμενες μοναξιές, για
            «Μιχάλη!» Ακινητοποιημένη μια μοναξιά κοίταζε τον Δίδυμο με έκπληξη, απορία και ετοιμότητα αναδρομής. Με τον κύριο Λι καθάρισε γρήγορα με ένα χαμόγελο, αναζητώντας ίσως συμμαχίες και αποδοχή σ’ αυτή τη μίνι και έκτακτη συνεδρίαση πεζοδρομίου: «πρέπει να είσαι ο Λάμπρος, ε, μάλλον δε θα με θυμάσαι, μια εποχή κάναμε πολλή παρέα με τον αδερφό σου˙ Λία».
            Κρέμασε ο κύριος Λι υπομονετικά το χαμόγελο του δεύτερου ρόλου, όσην ώρα κράτησε η πτήση στο παρελθόν, χαιρετήθηκαν, φιλήθηκαν κιόλας, χώρισαν με τις συνήθεις αλληλοϋποσχέσεις.
            Η Λία. Περασμένα μεγαλεία.
            «Πολύ θερμό σε είδα, αδερφέ. Μα δεν είχατε ψυχραθεί κάποτε εσείς;»
            «Πάνε χρόνια πολλά, Λάμπρο. Ατονούν αυτά. Αν δεν τη σγαρλίζεις, η φωτιά σβήνει. Άλλωστε, πέρα από εκείνο το περιστατικό με τη φιλοξενία που μας έκανε να ψυχραθούμε, η Λία ήτανε πολύ εντάξει.»
            «Ποιο περιστατικό;» 
            « Στο νησί, ρε, δε θυμάσαι; Με τη φίλη της, την Αναστασία.. Στις διακοπές του Πάσχα..»
            «Ωωω, χω, χω!» - αγιοβασιλιάτικη ικανοποίηση ο Λάμπρος. «Τότε που έστησες αυτί;;»
            «Άντε, ρε!» – ενοχλημένος ο Δίδυμος.
            Σιγά σιγά ο Λι θυμάται. Ο Δίδυμος φιλοξενεί δυο καλές του φίλες, ένα βράδυ επιστρέφουν σπίτι και χωρίς να ξέρουν ότι αυτός είναι ξαπλωμένος στο διπλανό δωμάτιο, μιλάνε γι’ αυτόν σχολιάζοντάς τον. Ο  Δίδυμος ακούει μια άλλη  Λία, όχι σαν κι αυτή που ήξερε, δυσαρεστημένη από λεπτομέρειες, κριτική, επικριτική, ακόμα και το χρώμα της φωνής της αλλιώς το ακούει. Δεν είπαν φοβερά πράγματα. Όμως ήταν αρκετά για να χαλάσει η διάθεση του και για να ραγίσει η σχέση του με τη φίλη του. Φαίνεται πως κάποια στιγμή κατάλαβαν κι αυτές ότι τους είχε ακούσει, θα σοκαρίστηκαν, ίσως. Την άλλη μέρα, χωρίς κανείς να πει κάτι γι’ αυτό, προφασίστηκαν κάτι και έφυγαν εσπευσμένα  απ’ το νησί. Ανάσταση χωρίς Αναστασία.
            « Και καλά, εσύ γιατί χαμογελάς τόση ώρα;»
            «Γιατί σου ‘χω ένα τέλειο απόσπασμα για την περίπτωσή σου. Θα στο στείλω με μέιλ, μόλις πάω σπίτι».
            Και το ‘στειλε. Και έγραφε:


            « Το να κρυφακούς είναι αναμφίβολα χρήσιμο, αν αναζητάς μια συγκεκριμένη πληροφορία, αλλά ακόμα και η τυχαία ακρόαση, σαν κι αυτή που μπορεί να σου προκύψει ένα πρωί, ενώ κατεβαίνεις τα σκαλιά ενός φιλικού σπιτιού στο οποίο φιλοξενείσαι –αυτό το είδος της ακρόασης στον χώρο ενός σπιτιού -, μπορεί να είναι διαφωτιστική, με πολύ διαφορετικό τρόπο. Όρθιος στη μέση της σκάλας, με το ένα γόνατο λυγισμένο και το ένα χέρι ακουμπισμένο στο κάγκελο, ακούς τον φίλο σου να συζητά με τη γυναίκα του και αποκομίζεις μια σπάνια πληροφορία: πώς αλληλεπιδρά ο φίλος σου με κάποιον άλλο, εν τη απουσία σου. Αυτό δεν θα συνέβαινε ποτέ σε μια απευθείας συζήτηση, αφού δεν μπορείς να συζητήσεις με κάποιον χωρίς να επηρεάσεις τη στάση του. Όταν συνομιλώ με κάποιον, βλέπω απλώς την εικόνα που ο ίδιος θέλει να προβάλει για τον εαυτό του, καθώς αλληλεπιδρά με το παρόν και την ιστορία που τον συνδέει με εμένα. Κανένας μας δεν είναι μόνο ένα άτομο, είμαστε τουλάχιστον τόσα όσα και οι γνωστοί μας. Ό,τι ακούει κανείς κρυφά μπορεί να τον σοκάρει ή να τον προβληματίσει, αφού το ακούει παράτυπα, σαν να οικειοποιείται ξένη ιδιοκτησία, και φέρει πάντα τον χαρακτήρα του απαγορευμένου. Κι όμως, στο φως της μέρας, αυτά που έχει κρυφακούσει κανείς ενδέχεται να αποκαλύψουν κάτι παραπάνω από την προσωπικότητα του άλλου, μπορεί να φανερώσουν μια αλήθεια που γίνεται αντιληπτή μόνο όταν η μέριμνα για την αυτοεικόνα μας απαλείφεται. Πώς αλλιώς να εξηγήσει κανείς την αμηχανία του, όταν γίνεται μάρτυρας της ανεξάρτητης ύπαρξης ενός άλλου ανθρώπινου όντος, το οποίο γνώριζε μόνο μέσω μιας άμεσης σχέσης μαζί του;  Και πώς αλλιώς να κατανοήσει αυτή την αμηχανία, παρά μόνο αντιμετωπίζοντας καταπρόσωπο τον εγωκεντρισμό που προδίδει; Αν όντως υπάρχει ειλικρίνεια τη στιγμή που κρυφακούς, δεν αναδύεται ακριβώς από την απουσία του εαυτού σου, που σου παρέχει τη δυνατότητα να ακούς χωρίς το φίλτρο του  εγώ σου;»*
            «Λία..», μονολόγησε ο Λι, κλείνοντας τον υπολογιστή. «Θα μπορούσε να ήταν και το θηλυκό του ‘Λι’..».

* Zia Haider Rahman, "Υπό το φως των όσων γνωρίζουμε", μτφρ. Ανδρέας Μιχαηλίδης, εκδ. Πόλις, 2018, σελ. 189

Κυριακή 23 Δεκεμβρίου 2018

πριν και μετά


            Κάτι σαν χριστουγεννιάτικο τραπέζι ετοίμαζε ο κύριος Λι για την επόμενη μέρα.
Ο αδερφός του, ο Δίδυμος, πέρασε το βραδάκι να του αφήσει λίγα καλούδια – η συμβολή  του στο δείπνο.
            Τον πέτυχε την ώρα που διακοσμούσε την αυλή. Κρυμμένα ώστε να φαίνονται, στα φυτά του κήπου, χρωματιστά φωτάκια, μικρά χαμόγελα να κρέμονται από τα κλαδιά της μανταρινιάς, λιλιπούτεια γλυπτά της Χρύσας, τώρα έτριβε ένα παλιό κόρνο για να βγάλει όλη τη λάμψη του και να το βάλει σε μια προστατευμένη φωτεινή γωνιά.
            « Παίζει αυτό;» 
            « Μπα..Έχει θέματα. Αλλά άμα το φροντίζω μπορεί κάποια στιγμή να παίξει. Μπαίνουμε μέσα τώρα; Έχει δουλειά και το σαλόνι.» 
            Και, περνώντας στο σαλόνι και τοποθετώντας τα πρώτα κεράκια στη βιβλιοθήκη..
            « Καλά, ρε Λάμπρο, ωραία όλα, αλλά, αφού δεν το ’χεις με τις γιορτές.. πώς;..»
            Γελάει ο Λάμπρος:
            «Επικίνδυνο να σε ξέρει κάποιος καλά! Γίνεται δύσκολος, αμείλικτος κριτής σου! Κοίτα, δεν είναι μόνο οι γιορτές, ούτε το νόημα που θέλουν να σου επιβάλουν. Κυρίως είναι η ανάγκη που κρύβουν από κάτω»
            «Κάτι σαν κι αυτό του Καβάφη που μου σχολίαζες τις προάλλες; Πώς λεγόταν το ποίημα .. εκείνο με τις γιορτές και τις φανφάρες των βασιλιάδων; ..» αναρωτιόταν ο Δίδυμος, την ώρα που άπλωνε το χέρι να κρατήσει τη σκάλα όπου ήταν κιόλας ανεβασμένος ο Λι.
             «Αλεξανδρινοί ποιητές. Ακριβώς, αδερφέ, γι’ αυτή την ανάγκη μιλάει.  Γι’ αυτή που μας οδηγεί στις γιορτές και τους στολισμούς. Η ανάγκη μας να στολίσουμε τον κήπο μας, τη βεράντα μας, το σαλόνι μας, τη ζωή μας, ψάχνει εναγωνίως χαραμάδες να τρυπώσει και να βγει στην επιφάνεια. Κι αν δε βρει, ακόμα καλύτερα: προκαλεί αυτή η ίδια τα ρήγματα. Αν δεν είχαμε τις γιορτές, θα τις επινοούσαμε. Στολίζω, γιατί αύριο υποδέχομαι τους φίλους μου. Στολίζω και στολίζομαι.»
            « Ναι, ναι .. και γιατί τα Χριστούγεννα θα υποδεχτείς τον Άνθρωπο που γεννιέται και την Πρωτοχρονιά το Χρόνο που αναγεννιέται.. Ρε Λάμπρο, αμάν, όλα από ’δω τα πας κι από ’κει τα φέρνεις!»
            « Μάλιστα. Και τώρα με στολίζεις κι εσύ, μου φαίνεται!..», αποφαίνεται ο κύριος Λι παριστάνοντας τον πειραγμένο.
            «Σε στολίζω, μπας και βάλεις μυαλό. Σε έχω βαρεθεί να κατηγορείς συνεχώς το mainstream και τελικά να κάνεις τα ίδια, όμως εσύ μετά λόγου και αιτίας, τάχα μου! Έχε χάρη, όμως˙ την ίδια ανάταση νιώθω για όλο αυτό, όπως τελικά κι αν το ονομάσεις. Οπότε, λέω να σε συγχωρήσω. Άλλωστε πρέπει να πάω να πάρω και την κουλούρα που έχω παραγγείλει. Για πέντε λεπτά πέρασα και έπεσα πάλι θύμα διάλεξης. Χαιρετώ!»
            To βράδυ, όταν έμεινε μόνος ο κύριος Λι,  πάτησε το μαγικό κουμπί που πλημμύριζε μουσική το σπίτι – τώρα η αγαπημένη του σονάτα του Σούμπερτ D.821- και  κάθησε θαυμάζοντας τα έργα του. Κι εκεί, ανάμεσα στα γιορτινά λαμπιόνια του, άνοιξε τα ποιήματα του Καβάφη. Αλεξανδρινοί ποιητές:

Μαζεύθηκαν οι Αλεξανδρινοί
να δουν της Κλεοπάτρας τα παιδιά,
τον Καισαρίωνα, και τα μικρά του αδέρφια,
Αλέξανδρο και Πτολεμαίο, που πρώτη
φορά τα βγάζαν έξω στο Γυμνάσιο,
εκεί να τα κηρύξουν βασιλείς
μες στη λαμπρή παράταξι των στρατιωτών

Ο Αλέξανδρος – τον είπαν βασιλέα
της Αρμενίας, της Μηδίας, και των Πάρθων.
Ο Πτολεμαίος - τον είπαν βασιλέα
της Κιλικίας, της Συρίας, και της Φοινίκης.
Ο Καισαρίων στέκονταν πιο εμπροστά,
ντυμένος σε μετάξι τριανταφυλλί,
στο στήθος του ανθοδέσμη από υακίνθους,
η ζώνη του διπλή σειρά σαπφείρων κι αμεθύστων,
δεμένα τα ποδήματά του μ’ άσπρες
κορδέλλες κεντημένες με ροδόχροα μαργαριτάρια.
Αυτόν τον είπαν πιότερο από τους μικρούς,
αυτόν τον είπαν Βασιλέα των Βασιλέων.

Οι Αλεξανδρινοί ένοιωθαν βέβαια
που ήσαν λόγια αυτά και θεατρικά.

Αλλά η μέρα ήτανε ζεστή και ποιητική,
ο ουρανός ένα γαλάζιο ανοιχτό,
το Αλεξανδρινό Γυμνάσιον ένα
θριαμβικό κατόρθωμα της τέχνης,
των αυλικών η πολυτέλεια έκτακτη,
ο Καισαρίων όλο χάρις κι εμορφιά
(της Κλεοπάτρας υιός, αίμα των Λαγιδών)˙
κ’ οι Αλεξανδρινοί έτρεχαν πια στην εορτή,
κ’ ενθουσιάζονταν, κ’ επευφημούσαν,
ελληνικά κ’ αιγυπτιακά και ποιοι εβραίικα,
γοητευμένοι με το ωραίο θέαμα-
μ’ όλο που βέβαια ήξευραν τι άξιζαν αυτά,
τι κούφια λόγια ήσανε αυτές η βασιλείες.

            O Λι έμεινε για λίγο καθισμένος στον καναπέ. Τα φωτάκια κι οι νότες του Σούμπερτ χάιδευαν τις επιφάνειες, τις αισθήσεις, το χρόνο. Έστειλε ένα sms στο Δίδυμο: «Δεν είναι μόνο οι γιορτές ωραίες˙ είναι και το πριν των γιορτών», του γράφει, για να πάρει, προτού προλάβει  να τακτοποιήσει το κινητό του, την απάντηση: «Και το μετά, Λάμπρο, και το μετά!»

Κυριακή 18 Νοεμβρίου 2018

πώς είσαι;

             Είναι χρόνια πολλά που έχει κάνει συνείδηση ο κύριος Λι ότι πολλά απ’ αυτά  που του αρέσουν στα βιβλία που διαβάζει (και δωσ’ του παίρνουν φόρα τα μολυβάκια, οι υπογραμμίσεις, οι σημειώσεις στο περιθώριο, τα χαμόγελα, η αναβίβαση του βιβλίου σε «πολύ καλό, πολύ καλό!») είναι αυτά που κρατάνε έναν καθρέφτη μπροστά του: αυτά που τον περιγράφουν, αυτόν και τη ζωή του. Μπορεί να τραβάνε στα άκρα την περιγραφή -   σωτήριο αυτό για την ψυχολογία του -, μπορεί να μη σημαδεύουν κέντρο ακριβώς, αλλά είναι σα να φέρνουν πεσκέσι απ’ το χωριό, προσφέρουν παρήγορη οικεία ζεστασιά, ψιθυρίζουν στ’ αυτί και μοιράζεται μαζί τους μυστικά που ξέρει πολύ καλά.
            Υπάρχει, ας πούμε,  μία πολύ συνηθισμένη ερώτηση των ανθρώπων που πάντα έφερνε τον Λι σε αμηχανία. Στον κάπως ιδιόρρυθμο ήρωα του Georgi Gospodinof, του «Περί φυσικής της μελαγχολίας» (μτφρ. Αλεξάνδρα Ιωαννίδου, εκδ. Ίκαρος, 2018) η αμηχανία αυτή διογκώνεται στα όρια της φοβίας, αλλά το αναγνωρίσιμο περιεχόμενό της κάνει τον κύριο Λι μας να απολαμβάνει την ανάγνωση, καθώς κάτι ξέρει κι αυτός από τον πόνο του ήρωα: Γράφει, λοιπόν, ο Gospodinof:

Η ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΜΙΑΣ ΦΟΒΙΑΣ
( ΠΑΡΑΠΛΕΥΡΟΣ ΔΙΑΔΡΟΜΟΣ)
            «Μια φίλη ένιωθε μεγάλο φόβο κάθε φορά που έβλεπε κούκλες. Κοκάλωνε όταν το βλέμμα της συναντούσε τα σιωπηλά τους μάτια. Εδώ που τα λέμε, πραγματικά, έδειχναν τρομακτικές μερικές κούκλες. Απ’ ό,τι φαίνεται, αυτός ο φόβος έχει περιγραφεί και έχει και όνομα – λέγεται «παιδοφοβία».
            Η δική μου η φοβία είναι ακόμα πιο τρομερή, επειδή το τρομακτικό μπορεί να βρίσκεται παντού. Δεν την έχω βρει σε καμιά νομενκλατούρα των φοβιών, ως εκ τούτου παραθέτω εδώ την περιγραφή της. Ας είναι αυτή η περιγραφή η δική μου μικρή επιστημονική συμβολή στον ατελείωτο κατάλογο των φοβιών.
            Φοβάμαι μια ερώτηση. Είναι μια εφιαλτική ερώτηση, που μπορεί κυριολεκτικά να πηδήξει μπροστά μου από την επόμενη γωνία του δρόμου, να κρυφτεί στο ξεδοντιασμένο στόμα της γειτόνισσας ή να την τραυλίσει ο εφημεριδοπώλης. Κάθε κουδούνισμα του τηλεφώνου συνδέεται μ’ αυτή την ερώτηση. Ναι, τις πιο πολλές φορές κρύβεται στο ακουστικό του τηλεφώνου:
            Πώς είσαι;
            Σταμάτησα να βγαίνω, δεν σήκωνα τηλέφωνο, ψώνιζα κάθε φορά σε διαφορετική αγορά για να μη συνάψω τις συνηθισμένες γνωριμίες της καθημερινότητας. Έσπαγα το κεφάλι μου να ανακαλύψω κάποιες αμυντικές απαντήσεις. Χρειαζόμουν μια νέα ασπίδα απέναντι στη βλακεία. Πώς να βρεις μια απάντηση που να μην αυξάνει την έλλειψη ταλέντου, να μην υποπίπτει σε κοινοτοπίες. Μια απάντηση που να μη σε αναγκάζει να χρησιμοποιείς έτοιμες φράσεις, μια απάντηση που να μην ψεύδεται, αλλά και να μην αποκαλύπτει κάποια πράγματα που δεν θέλεις να αποκαλύψεις. Μια απάντηση που δε θα προκαλεί μια μακρά συζήτηση χωρίς νόημα.
            Τι είδους υποκριτική παράδοση ετικέτας ήταν αυτή που διαμόρφωσε, πώς πλάστηκε μέσα στους αιώνες αυτή η υποκριτική ερώτηση. «Πώς είσαι;» αυτή είναι η ερώτηση. That is the question. (Η ανώτερη ερώτηση «να ζει κανείς ή να μη ζει» αντικαταστάθηκα απ’ το ποταπό αυτό ερώτημα, ιδού μια απόδειξη της κατρακύλας.)
            Πώς είσαι;
            Πώς είσαι;
            Πώς είσαι;
            Πώς απαντάς σε μια τέτοια ερώτηση;
            Δες την πονηριά που έκαναν οι Άγγλοι για να ξεφύγουν, όταν τη γύρισαν σε χαιρετισμό. Της αφαίρεσαν το μεδούλι, της πήραν το ερωτηματικό.
            Το «πώς είσαι» είναι η μπανανόφλουδα που σου βάζουν με καλοσύνη κάτω απ’ το πόδι, το τυράκι που σε παρασύρει στη φάκα του κλισέ.
            Το «πώς είσαι» είναι το ελαφρύ δηλητήριο της καθημερινότητας που σε εξασθενεί. Δεν υπάρχει ειλικρινής απάντηση σε αυτή την ερώτηση. Δεν υπάρχει. Γνωρίζω πιθανές απαντήσεις, αλλά τις σιχαίνομαι, με καταλαβαίνετε; Τις σιχαίνομαι… Δεν θέλω να είμαι τόσο προβλέψιμος, να απαντάω «καλά, ευχαριστώ» ή «έτσι κι έτσι, όσο ζούμε ακόμα» ή «τι τα θες, κάτι γίνεται», ή …
            Δεν ξέρω τι κάνω. Δεν μπορώ να είμαι κατηγορηματικός. Για να σας απαντήσω πάνω κάτω, πρέπει να έχω ζήσει νύχτες, μήνες, χρόνια, να έχω διαβάσει τους πύργους της Βαβυλώνας από βιβλία, να γράφω, να γράφω… Η απάντηση είναι ολόκληρο μυθιστόρημα.
            Πώς είμαι;
            Δεν είμαι. Τελεία και παύλα.
            Ας είναι αυτή η πρώτη σειρά. Και αποκεί και πέρα ας αρχίζει η ειλικρινής απάντηση.»

            Eκείνη την ώρα, χωρίς να ξέρει το τηλέφωνο του Λι ότι βολεύει τέλεια σκηνοθετικά, ηχεί, ακριβώς μετά  το τέλος της ανάγνωσης του αποσπάσματος. Αυτομάτως, ο Λι σπεύδει να το σηκώσει. Αίφνης όμως το χέρι του μένει μετέωρο και μια παιχνιδιάρα απορία σχηματίζεται στο πρόσωπό του. Κι αν ;

Κυριακή 22 Απριλίου 2018

Η δύναμη της μυοσωτίδας


-- Gouttes de sang, σταγόνες αίμα, τα έλεγε ο Πατέρας εκείνα τα αγριολούλουδα που φύτρωναν λιγοστά και διάσπαρτα ανάμεσα σε άλλα, το θυμάσαι, Λάμπρο;
            -- Είναι να μην τα θυμάμαι, αδερφέ; Αν δεν κάνω λάθος, είναι η κομβική στιγμή στην παιδική μου ηλικία, που εκπαιδεύεται το μάτι μου να μαθαίνει τις λεπτομέρειες.
            -- Και να μαθαίνει από τις λεπτομέρειες, Λάμπρο. Τουλάχιστον αυτό συνέβη με μένα.
            -- Ναι, ναι. Πέρασαν χρόνια και συνάντησα κάτι στον Κούντερα, που μ’ έφερε πίσω στον κάμπο με τα gouttes de sang – μα πώς διάολο είναι στα ελληνικά το όνομά τους; Στην Αθανασία, στο 5ο κεφάλαιο..
            -- Για λέγε..
            -- Προχωράει η Ανιές σε ένα μυρμηγκιασμένο από κόσμο πεζοδρόμιο του Παρισιού. Την ενοχλεί η ασχήμια που παρατηρεί, κυρίως στους ανθρώπους. Και λέει μέσα της πως όταν η ασχήμια θα έχει γίνει εντελώς ανυπόφορη, θα αγοράσει από ένα ανθοπωλείο ένα βλασταράκι μυοσωτίδας, ένα μόνο βλασταράκι μυοσωτίδας, ένα λεπτό κοτσάνι που καταλήγει σ’ ένα λουλούδι μικροσκοπικό. Θα βγει μ’ αυτό στο δρόμο κρατώντας το μπροστά στο πρόσωπό της, με το βλέμμα απάνω του ώσπου να μην βλέπει τίποτ’ άλλο από αυτό το ωραίο γαλάζιο σημείο, ύστατη εικόνα που θέλει να διατηρήσει από έναν κόσμο που έχει πάψει να τον αγαπάει[i]. Κατάλαβες, αδερφέ; Η δύναμη της μυοσωτίδας. Το ελάχιστο της ομορφιάς είναι μέγιστο.

             -- Η ζωή η ίδια είναι, κύριε Λι μου, η ζωή. Και λέγοντάς το ο Δίδυμος, βγάζει από τη βιβλιοθήκη τον Φτωχούλη του Θεού, στερεώνει τα πρεσβυωπικά του γυαλιά και « Φράτε Λεόνε, είπε, ένας ασκητής μια φορά πέθανε κι ανέβηκε στον ουρανό˙ ανέβηκε στον ουρανό και μπήκε βαθιά στην αγκάλη του Θεού˙ είχε βρει την τέλεια μακαριότητα. Όμως μια μέρα έσκυψε κάτω στη γης και ξέκρινε ένα πράσινο φύλλο. “Κύριε, Κύριε, φώναξε, άσε με να φύγω, να ξαναγγίξω το πράσινο φύλλο!”. Κατάλαβες, φράτε Λεόνε;
            Δεν αποκρίθηκα˙ τρόμαξα˙ αχ, τόση είναι, αλήθεια, η δύναμη του πράσινου φύλλου!»[ii]
            Κι ενώ έξω απ’  το παράθυρο ο ήλιος στη δύση χρωματίζει το δικό του πέπλο ομορφιάς, τα δυο αδέρφια συνεχίζουν τη συζήτηση για τα αγριολούλουδα του κάμπου, τα gouttes de sang που πώς στο καλό τα λένε ελληνικά, τα  μικρά και ασήμαντα, μικρές κι ασήμαντες ψηφίδες κι αυτοί στο απέραντο μωσαϊκό τούτης της πόλης που έχει σκεπάσει καιρό τώρα τα μικρά κι ασήμαντα αγριολούλουδά της.




[i] Από την Αθανασία, του Μίλαν Κούντερα, εκδ. Εστία,1991, μτφρ. Κατερίνα Δασκαλάκη,  σελ. 31-32
[ii] Από τον Φτωχούλη του Θεού, του Νίκου Καζαντζάκη, εκδ. Ελένης Καζαντζάκη, σελ. 203

Κυριακή 4 Μαρτίου 2018

Λι, αυτός ο sapiens





             Με πολύ ενδιαφέρον διαβάζει το “Sapiens, μια σύντομη ιστορία του ανθρώπου» ο κύριος Λι, αφήνοντας το χειμωνιάτικο ήλιο να του φωτίζει τις σελίδες και να του χαϊδεύει το αυχενικό.
            « Απ’ όσο ξέρουμε, μόνο οι σάπιενς μπορούν να μιλάνε για πράγματα που δεν τα έχουν δει, αγγίξει ή μυρίσει ποτέ.(…) Αυτή η ικανότητα να μιλάμε για φανταστικά πράγματα είναι το πιο σπουδαίο χαρακτηριστικό της γλώσσας των σάπιενς. (…) Όμως η φαντασία δεν μας επέτρεψε μόνο να φανταζόμαστε πράγματα, αλλά και να τα φανταζόμαστε συλλογικά.» Καθώς όμως «κοινωνιολογικές έρευνες έχουν δείξει ότι το μέγιστο «φυσικό» μέγεθος μιας ομάδας που συνδέεται μέσω των προσωπικών σχέσεων είναι περίπου 150 άτομα, η εμφάνιση της φαντασίας και των κοινών μύθων ήταν το μυστικό του πώς κατάφερε ο χόμο σάπιενς να περάσει αυτό το κρίσιμο όριο και να φτάσει τελικά να δημιουργήσει πόλεις με δεκάδες χιλιάδες κατοίκους και αυτοκρατορίες με εκατοντάδες εκατομμύρια υπηκόους: μεγάλος αριθμός αγνώστων μπορούν να συνεργαστούν με επιτυχία αν πιστεύουν σε κοινούς μύθους.»

            Διακρίνει πολλή φρεσκάδα στη θεωρία αυτή ο Λι, συνεχίζει προσηλωμένος: «Οποιαδήποτε συνεργασία ανθρώπων σε μεγάλη κλίμακα – είτε πρόκειται για ένα σύγχρονο κράτος, μια μεσαιωνική Εκκλησία, μια αρχαία πόλη ή μια αρχαϊκή φυλή – είναι θεμελιωμένη σε κοινούς μύθους που υπάρχουν μόνο ση συλλογική φαντασία των ανθρώπων. Οι Εκκλησίες βασίζονται σε κοινούς θρησκευτικούς μύθους. Δύο καθολικοί που δεν έχουν γνωριστεί ποτέ τους μπορούν, παρ’ όλα αυτά, να πάνε μαζί σε μια σταυροφορία ή να συγκεντρώσουν χρήματα για τη δημιουργία ενός νοσοκομείου, επειδή κι οι δύο πιστεύουν ότι ο Θεός ενσαρκώθηκε και αφέθηκε να σταυρωθεί για να μας λυτρώσει από την αμαρτία. Τα κράτη βασίζονται σε κοινούς εθνικούς μύθους. Δύο Σέρβοι που δεν έχουν ξανασυναντηθεί ποτέ, μπορεί να διακινδυνέψουν τη ζωή τους για να σώσουν ο ένας τον άλλο επειδή και οι δύο πιστεύουν στην ύπαρξη του σερβικού έθνους, της πατρίδας Σερβίας και της σερβικής σημαίας(…)
            Ωστόσο, τίποτα από όλα αυτά δε υπάρχει έξω από τις ιστορίες που επινοούν και λένε αναμεταξύ τους οι άνθρωποι. Δεν υπάρχουν θεοί στο σύμπαν, ούτε έθνη, ούτε χρήμα, ούτε ανθρώπινα δικαιώματα, ούτε νόμοι, ούτε δικαιοσύνη, έξω από το κοινό φαντασιακό των ανθρώπων (…) Στους ακαδημαϊκούς κύκλους, τα πράγματα που φτιάχνουν οι άνθρωποι μέσα από αυτό το δίκτυο ιστοριών   είναι γνωστά ως ‘φανταστικά πλάσματα’, ‘κοινωνικές κατασκευές’ ή ‘φαντασιακές πραγματικότητες’ (…) Από τη Γνωσιακή Επανάσταση και μετά, λοιπόν, οι σάπιενς ζουν σε μια διπλή πραγματικότητα. Από τη μια, στην αντικειμενική πραγματικότητα των ποταμιών, των δέντρων και των λιονταριών˙ από την άλλη, στη φαντασιακή πραγματικότητα των θεών, των εθνών και των εταιρειών. Όσο περνούσε ο καιρός, η φαντασιακή πραγματικότητα γινόταν όλο κι πιο ισχυρή, μέχρι του σημείου που, σήμερα, η ίδια επιβίωση των ποταμιών, των δέντρων και των λιονταριών εξαρτάται από την καλοσύνη φανταστικών πλασμάτων όπως οι θεοί, τα έθνη και οι εταιρείες.»

            Χαμογελάει ο Λι. Του αρέσει πάντα να έρχεται αντιμέτωπος με την ανάλυση, τη λοξή οπτική γωνία, τη ρηξικέλευθη ματιά˙ να αναμετριέται με σκέψεις που φωτίζουν χώρους μέχρι τότε σκοτεινούς. Σημειώνει τις παρατηρήσεις του στα περιθώρια του βιβλίου, κάνει τις υπογραμμίσεις του, βάζει τα ερωτηματικά του και αποφασίζει ότι πολύ γρήγορα θα τα συζητήσει όλα αυτά  με τον Δίδυμο. Είναι ό,τι λιγότερο μπορεί να κάνει, για να τιμήσει το βιβλίο που ακόμα κρατάει στα χέρια του, παρόλο που εδώ και λίγη ώρα ο ήλιος έχει κρυφτεί πίσω από κάτι συννεφάκια του δειλινού.

ΣΗΜ: Ο κύριος Λι διαβάζει το βιβλίο του Yuval Noah Harari "Sapiens, μια σύντομη ιστορία του ανθρώπου", μτφρ. Μιχάλη Λαλιώτη, εκδ. Αλεξάνδρεια, 2015

Κυριακή 11 Φεβρουαρίου 2018

Τ' όνειρο δε μουσκεύει στη βροχή




            Μπορεί ο κύριος Λι να είναι μια οντότητα άυλη και δη διαδικτυακή, όμως, μη  νομίζετε, έχει κι αυτός τα βάρη του. Και μπορεί, επίσης, να μη με έχει εξουσιοδοτήσει, εμένα, το βιογράφο του, να τα βγάζω όλα στη φόρα φάτσα κάρτα, αλλά κι εγώ τι σόι παντογνώστης αφηγητής θα ήμουν αν δεν παρείχα τις πληροφορίες που κρίνω στους διψασμένους αναγνώστες του;
          Τον έβλεπα, λοιπόν, προχτές που έσερνε τα βήματά του βαριά, γονατισμένος σχεδόν από τα σοβαρά προβλήματα που παρουσιάζονται με τον Υιοθετημένο. Και, καθώς αναρωτιόμουν πού βρίσκει και αντλεί δύναμη και κουράγιο όταν τον επισκέπτονται τα βάσανα, θυμήθηκα μια παλιότερη επιστολή του προς τον αδερφό του το Δίδυμο. Την παραθέτω:
          « ‘Όπου κι αν σας βρίσκει το κακό, αδελφοί, όπου και να θολώνει ο νους σας, μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμό και μνημονεύετε Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη’, έγραφε ο Οδ. Ελύτης, Μπούφο, θυμάσαι; Περί ορέξεως κολοκυθόπιτα. Εγώ μνημονεύω κυρίως Ρίτσο. Ξέρεις γιατί; - δε θυμάμαι˙ την έχουμε ξανακάνει την κουβέντα; Λοιπόν, κοίτα.
          Το βιογραφικό του κατέχει το ρεκόρ της συσσώρευσης ασήκωτων βαρών. Δε θα στα πω με λεπτομέρειες, άνοιξε και κανένα βιβλιαράκι. Διάβασε, π.χ, το σημείωμα βιογραφίας που γράφει γι’ αυτόν η Αγγελική Κώττη. Από παιδί συναντιέται με το θάνατο του αδερφού του και της μητέρας του, με τη φυματίωση που θα τον απειλεί για δεκαετίες και θα τον στέλνει σε σανατόρια, άσυλα, νοσοκομεία, με τον εγκλεισμό του πατέρα του και της αδερφής του στο ψυχιατρείο, με τη φτώχεια για πολλά χρόνια, τον πόλεμο και την κατοχή και μετά με αλλεπάλληλες διώξεις, φυλακίσεις, εκτοπίσεις, εξορίες, τέλος πάντων, τα γράφω όλα μαζί και το χαλάω, το θέμα είναι να αντιληφθείς ότι αυτό ήταν το ασήκωτο πλαίσιο μιας 60ετίας περίπου.
          Τώρα, πες μου εσύ: Από πού βρίσκει και περνάει στην ποίησή του όλο αυτό το αστείρευτο φως,  όλος αυτός ο ασίγαστος δυναμισμός, η αγάπη για τη ζωή, η αισιοδοξία, η αγωνιστικότητα, η πίστη στον άνθρωπο, η εμμονή στις αξίες, σε ιδανικά και οράματα; Πώς φυτρώνει ένα κυκλάμινο «στου βράχου τη σχισμάδα»; Πού βρίσκει χρώματα κι ανθεί, πού μίσχο και σαλεύει;
          Γιατί Ρίτσο, λοιπόν;


Γιατί θέλω κι εγώ να ντύσω την πίκρα των ημερών με φως, πολύ φως
Ø ("Είναι άνοιξη πια, δε χωράει η πίκρα μέσα στο φως")
Ø ( " Όπου κι αν ψάξεις είναι φως, το φως κερδίζει απ΄την αρχή τα χέρια μας.")
Ø ( " γράφω στίχους, να διαλύσω με την ποίηση και με την αγάπη σου τη λύπη του κόσμου.")

κι όχι μόνο να το κερδίζω το φως, αλλά να το προσφέρω,
Ø («Α, να ΄σαι ήλιος, να χαρίζεις φως…»)
Ø ( " εμείς τραγουδάμε / για να σμίξουμε τον κόσμο » )

για να νιώθω τη χαρά και την αγάπη  της ζωής και του αγώνα που κάνει αυτή τη ζωή ομορφότερη.
Ø ( " Ακούσαμε το τραγούδι της θάλασσας και δεν μπορούμε πια να κοιμηθούμε")
Ø ( " Ο κόσμος σου λέω, είναι όμορφος/ ό,τι κι αν πεις, ό,τι κι αν κάνεις/ όμορφος. Το μέλλον είναι σίγουρο/ αδελφέ μου. Ό,τι κι αν γίνει – σίγουρο./ δεν υπάρχουν πια αποσιωπητικά/ στη φωνή ή στη σιωπή μας./ Όμορφος. Μπορείς να κάνεις πίσω/ τους τροχούς του ήλιου;" )
Ø ( " άκου τι όμορφα που τραγουδάει η βροχή, τι όμορφα που τραγουδάει η καρδιά μας. Τ' όνειρο δε μουσκεύει στη βροχή." )
Ø ( " Ποτέ δε θα σωπάσω. Σα να φοβάμαι μη και δεν προφτάσω να τραγουδήσω όλη την ομορφιά και την αγάπη." )

Μνημονεύω Ρίτσο για την κατάφαση στη ζωή, την αισιοδοξία, το αύριο που το θέλω να χαμογελάει,
Ø ( " Βρίσκουμε τη φλέβα που φτάνει στην καρδιά της άνοιξης. Χαμογελάμε" )
Ø ("Να λες ουρανός ·κι ας μην είναι" )
Ø ( "Καλημέρα σου λέω και το πιστεύω")
Ø ("Νιότη απ΄τη νιότη σου έπαιρνα")
Ø (   "Φύτεψα ένα δέντρο. Θα το μεγαλώσω. Ό,τι κι αν γίνει δε γυρίζω πίσω." )
γιατί, επιτέλους, συναντάω στάση ζωής και όραμα που μπορούν να εμπνέουν,
για τη συντροφικότητα που τόσο μας λείπει και τόσο την αποζητάμε
Ø ( " Όλη η καρδιά μου ζεσταίνεται στην παλάμη της στοργής σου")

Κατάλαβες, μικρέ, ή πρέπει να σου εξηγήσω;»

          Έτσι, κάπως απότομα, τελειώνει το γράμμα του Λι στον Δίδυμο και καθώς το βλέπω χαμογελάω και λέω πως ο ήρωάς μου θα τις αντέξει τις δυσκολίες που περνάει, έχει αναπτύξει καλές άμυνες με τα χρόνια και, ευτυχώς, η ποίηση γι’ αυτόν δεν έχει μείνει στο επίπεδο των ωραίων λόγων.






Κυριακή 7 Ιανουαρίου 2018

εκλεκτικές συγγένειες



Τα τελευταία χρόνια, της οκονομικής κρίσης, ο Δίδυμος απόκτησε τη συνήθεια της μηνιάτικης επιδρομής στη βιβλιοθήκη του κυρίου Λι. Βιβλιοφάγος ο ίδιος, βιβλιολάτρης ο Λι  και γι’ αυτό και κάτοχος μιας ευμεγέθους συλλογής και μάλιστα αλφαβητικά ταξινομημένης, πράγμα που βόλευε πολύ τον Δίδυμο στις στοχευμένες συνήθως αναζητήσεις του. Ώσπου..
            -- Τι γίνεται εδώ, ρε;
            ..Ώσπου ο κύριος Λι  αποφάσισε να πειραματιστεί στον τομέα της λογοτεχνίας, τακτοποιώντας τα βιβλία όχι αλφαβητικά αλλά με κριτήριο τις «εκλεκτικές συγγένειες», όπως ανακοίνωσε στον εμβρόντητο αδερφό του.
            -- Εκλεκτικές συγγένειες; 
            -- Σαν παιχνίδι το κάνω. Με δικό μου, αυθαίρετο και προσωπικό κριτήριο συγγένειας των συγγραφέων. Βάζω, ας πούμε, τον Μάρκες δίπλα στον Καρνέζη, τη Δημουλά δίπλα στη Σιμπόρσκα, τον Χάκκα και τον Σκαρίμπα μαζί, τον Χιόνη μαζί με τη Μαρία Σούα..
            -- Την ποια;
            Αδιάβαστος ο αδερφός. Ανακωχικός ο Λι, συμπληρώνει αδιάφορα:
            -- Ούτε εγώ την ήξερα. Ana Marìa Shua˙ από την Αργεντινή. Έχει ενδιαφέρον.

            Τη δανείστηκε τη Μαρία Σούα ο Δίδυμος, τον Αργύρη Χιόνη τον ήξερε και του άρεσε, και λίγες μέρες μετά έστειλε ένα μέιλ στον Λι.
            -- Είχες δίκιο. Μια χαρά τα λένε οι δυο τους.
            Και για του λόγου το αληθές του παρέθεσε δέκα αποσπάσματα και των δυο, με την παιχνιδιάρικη πρόκληση να βρει ο αδερφός του σε ποιον ανήκει το καθένα. Λοιπόν, έχουμε και λέμε:

1. Όσο ο αχαΐρευτος λαγός κοιμάται, η συνεχής χελώνα φτάνει στη γραμμή του τερματισμού. Μα τι γελοίος εφιάλτης, σκέφτεται ο λαγός, με το που ξυπνάει κακοδιάθετος. Τεντώνεται, σηκώνεται και με τρεις σάλτους κερδίζει την κούρσα.

2. Ο ακοντιστής σημαδεύει την καρδιά της απεραντοσύνης, το κέντρο, δηλαδή, του μηδενός. Είναι ευνόητο, λοιπόν, να δυστυχεί κάθε που βλέπει να καρφώνεται το δόρυ του πάνω στη γη, λίγο πιο πέρα, κάποια μέτρα, από ‘κει που το εξακόντισε. Βέβαια, συνεχίζει να στοχεύει το υπερπέραν, έστω χωρίς ελπίδα, χωρίς πιθανότητα καμιά να χάσει εκεί πέρα το ακόντιό του, να σπάσει όλα τα ρεκόρ, να καταργήσει, εν κατακλείδι, το άθλημα. Είναι δυστυχής, λοιπόν, ο ακοντιστής, αλλά, ενδομύχως, και ευτυχής, καθότι ο μόνος τρόπος για να παραμείνει ακοντιστής είναι να του διαφεύγει, αενάως, το άπειρο.

3. Είμαστε σαν το γρασίδι των δημόσιων κήπων
Κάθε τόσο μας κουρεύουν σύρριζα τη σκέψη
Χάριν συμμετρίας

4. Εγώ δεν έχω τίποτα εναντίον των τηγανητών αυγών.
Αυτά είναι που με κοιτούν με κατάπληξη, με τρόμο, με μάτια γουρλωμένα.



           
 5.Το όνειρο είναι η προνομιούχος χώρα τής αμαρτίας. Τόπος φοβερός όπου πραγματοποιούνται και τιμωρούνται οι επιθυμίες δίχως ποτέ να ικανοποιούνται.

6. Ο παλαιστής που αποφασίζει να παλέψει με το χρόνο, αλείφει το κορμί του με λάδι για να γλιστρά απ’ την πανίσχυρη λαβή του. Όμως ο χρόνος, ως γνωστόν, δεν έχει χέρια, γι’ αυτό κανένας δεν μπορεί να του ξεφύγει.

7. Κάποιος εξημέρωσε, κάποτε, μια μοναξιά· από θηρίο της ερήμου ζώο την έκανε οικόσιτο, κι ήτανε τρυφερή και διακριτική και στην αφή απαλή, πιο απαλή ακόμη κι από γάτα.
            Τώρα πώς έγινε και, έτσι ξαφνικά, αυτή η τόσο εξημερωμένη μοναξιά τον κατασπάραξε, κανείς δεν ξέρει.

8. Το να είσαι κυνηγημένος από ένα λεφούσι πεινασμένα κουνούπια είναι κάτι πολύ κακό. Το να είσαι στα δόντια μιας στρατιάς από αδίστακτους γιγάντιους μέρμηγκες είναι συμφορά. Ωστόσο είναι πολύ χειρότερο να μην είσαι, να μην ήσουν ποτέ.

9. Να τος εκεί, διαμιάς μαραμένος, καταρυτιδιασμένος, λησμονημένος. Αυτό συμβαίνει όταν τσιγκλάει κανείς το χρόνο όλη μέρα με τους δείχτες τού ρολογιού.

10. Οι άνθρωποι το πιο συχνά
δεν ξέρουν τι να κάνουνε τα χέρια τους
Τα δίνουν - τάχα χαιρετώντας - σ' άλλους
Τ' αφήνουνε να κρέμονται σαν αποφύσεις άνευρες
Ή - το χειρότερο - τα ρίχνουνε στις τσέπες τους
και τα ξεχνούνε
Στο μεταξύ ένα σωρό κορμιά μένουν αχάιδευτα
Ένα σωρό ποιήματα άγραφα.

            -- Άντε, κύριε Λι. Επιχείρησέ το και πρότεινε και στους διαδικτυακούς σου φίλους να το κάνουν.
            Αμ’ έπος αμ’ έργον. Οι απαντήσεις στα σχόλια J

ΣΗΜ1  Οι φωτογραφίες είναι από τη μεταφορά ενός διηγήματος του Αργύρη Χιόνη σε κόμικ που έκανε η νεαρή και ταλαντούχα φίλη του κ.Λι Ιωάννα Αλεξοπούλου και δημοσιεύεται στο 2ο τεύχος του περιοδικού Μπλε Κομήτης.

ΣΗΜ2. Τα κείμενα της Άνα Μαρία Σούα στο βιβλίο της "Ονειροπαγίδα", εκδ. Απόπειρα, 2015, σε μετάφραση Άννας Βερροιοπούλου
Αυτά του Αργύρη Χιόνη από διάφορες συλλογές του, που περιλαμβάνονται και στην έκδοση "Η φωνή της σιωπής", εκδ. Νεφέλη, 2006