Κυριακή, 30 Δεκεμβρίου 2018

οκτώ λεπτά



            Κάτι τέτοιες μέρες, παραμονές πρωτοχρονιάς, σαν σε ασκήσεις γυμναστικής στη γραμμή του χρόνου, ο κύριος Λι συνηθίζει να διατρέχει τον άξονα παρελθόν-παρόν-μέλλον.
            Πίσω στο χρόνο, λοιπόν. Ο εικοσιπεντάρης Λι παρουσιάζεται στο στρατό. Κεκαρμένος ήδη και με ηθικό έρπον, το απομεσήμερο θα πάρει το πλοίο απ’ τον Πειραιά και θα φτάσει στο νησί τα χαράματα.
            «Θέλεις να πάμε μαζί;», ο Νικόλας. Μαθήματα διακριτικής, ασχολίαστης συμπαράστασης. Σε όλες τις σημαντικές στιγμές της ζωής του ο φίλος του ο Νικόλας ήταν εκεί. Φορές μπορεί μίλια μακριά, αλλά πάντως εκεί. Δίπλα.
            Τα πλοία τότε είχαν κατάστρωμα γεμάτο κόσμο, κόσμο με άδεια από smartphone, τάμπλετ, κινητά χέρια.  Βρήκαν δυο καθίσματα στην πρύμη, ακριβώς πάνω από το κεφαλάρι της βαριάς μεταλλικής σκάλας, με θέα την άσπρη γραμμή που άφηναν οι μηχανές του πλοίου, γραμμή που έδειχνε με ακρίβεια πυξίδας τη δύση.
            Διάθεση ευφρόσυνη οι φίλοι μας, στη μπάντα το κουρεμένο κεφάλι, μάλλον γιατί ήταν μαζί, μάλλον γιατί ήταν νέοι, μάλλον γιατί είχαν το προνόμιο της ανεμελιάς. Γέλασαν πολύ, σχολίασαν, ξομολογήθηκαν, έκαναν σχέδια, χάζεψαν τους γλάρους που συνόδευαν το πλοίο πετώντας και επαιτώντας  κάνα μεζεδάκι. Κι  όταν ο ήλιος, βαθιά πορτοκαλής, κόντευε να αγγίξει την υδάτινη γραμμή του ορίζοντα:
            «Το ξέρεις ότι ο ήλιος που βλέπεις δεν υπάρχει;», αποκάλυψε  ο Νικόλας.
            «Ε;»
            «Αφού το φως του Ήλιου ταξιδεύει οκτώ λεπτά μέχρι να φτάσει στα μάτια μας, ρε. Αυτό που βλέπουμε εμείς τώρα έχει γίνει. Έχει δύσει ο Ήλιος. Και σε καμιά ακραία περίπτωση, μπορεί να του έχει συμβεί και κανένα κοσμοϊστορικό και ούτε καν να υπάρχει – πού ξέρεις τι γίνεται στο σύμπαν στα οκτώ αυτά λεπτά; Οπότε, άσε τις ρομάντζες και συγκεντρώσου. Αυτό που βλέπεις δεν υπάρχει.»
           

            Η καλοκαιρινή νύχτα στην πρύμη του πλοίου, βιωμένη με ένταση,  ένα παρόν πηχτό σαν το σκοτάδι γύρω, θα τους χαρασσόταν βαθιά στη μνήμη.  Ταξίδευαν πάνω σε μια φωτισμένη γραμμή, ίδια λες μ’ αυτή του χρόνου, πάνω σε μια φωτισμένη γραμμή που έσκιζε την άγρια νυχτερινή γαλήνη της θάλασσας, πάνω  καθρέφτης της ο κατάμαυρος ουρανός με τα μικρά του  φωτεινά στίγματα αστεριών που «μπορεί να μην υπάρχουν τώρα κι αυτά, Λάμπρο», πάνω σε ένα πλοίο που κουβαλούσε τόσες ανθρώπινες ιστορίες, καθώς αδιάφορο  γλιστρούσε απαλά στα λιμάνια που έπιανε σκάλα. Ο Νικόλας φρόντισε να φέρει δυο ποτάκια από το κυλικείο, η παρέα των φοιτητών δίπλα είχε βγάλει κιόλας απ’  τη θήκη την κιθάρα, την κοπέλα που τραγουδούσε φρόντισε το υποσυνείδητο των δύο φίλων να την ερωτευτεί πάραυτα σκουντώντας επίμονα το συνειδητό μπας και  ξυπνήσει από το λήθαργο,
            κι ενώ η νύχτα αυτή, παρούσα ακόμα,  καταχωνιαζόταν ήδη στη μνήμη τους  σε διαστάσεις μύθου, το πλοίο, απαλά κι ανεπαίσθητα κόντευε όλο και πιο πολύ στο ραντεβού του με το νησί.
            Τη θεωρία των οκτώ λεπτών τότε την πρωτόμαθε ο Λι. Απ’ το φίλο του το Νικόλα. Την εκτίμησε ακόμα περισσότερο όταν συνειδητοποίησε ότι μέσα σ’ αυτά τα οκτώ λεπτά , σ’ αυτή τη λάμψη, στρώνει τη ζωή του, όσον καιρό  το φως ταξιδεύει. Και τη θυμάται πάντα καθώς τα ημερολόγια αλλάζουν το τελευταίο ψηφίο τους κι από οκτώ το κάνουν εννιά, κι οι άνθρωποι δίνουν ευχές για τον καινούριο χρόνο γελαστοί και σαν ανέμελοι, έτσι καθώς το πλοίο φωτεινό γλιστράει απαλά στα λιμάνια των μικρών νησιών που πιάνει σκάλα.

αφιέρωση: έγινε ήδη: στο Νικόλα

Κυριακή, 23 Δεκεμβρίου 2018

πριν και μετά


            Κάτι σαν χριστουγεννιάτικο τραπέζι ετοίμαζε ο κύριος Λι για την επόμενη μέρα.
Ο αδερφός του, ο Δίδυμος, πέρασε το βραδάκι να του αφήσει λίγα καλούδια – η συμβολή  του στο δείπνο.
            Τον πέτυχε την ώρα που διακοσμούσε την αυλή. Κρυμμένα ώστε να φαίνονται, στα φυτά του κήπου, χρωματιστά φωτάκια, μικρά χαμόγελα να κρέμονται από τα κλαδιά της μανταρινιάς, λιλιπούτεια γλυπτά της Χρύσας, τώρα έτριβε ένα παλιό κόρνο για να βγάλει όλη τη λάμψη του και να το βάλει σε μια προστατευμένη φωτεινή γωνιά.
            « Παίζει αυτό;» 
            « Μπα..Έχει θέματα. Αλλά άμα το φροντίζω μπορεί κάποια στιγμή να παίξει. Μπαίνουμε μέσα τώρα; Έχει δουλειά και το σαλόνι.» 
            Και, περνώντας στο σαλόνι και τοποθετώντας τα πρώτα κεράκια στη βιβλιοθήκη..
            « Καλά, ρε Λάμπρο, ωραία όλα, αλλά, αφού δεν το ’χεις με τις γιορτές.. πώς;..»
            Γελάει ο Λάμπρος:
            «Επικίνδυνο να σε ξέρει κάποιος καλά! Γίνεται δύσκολος, αμείλικτος κριτής σου! Κοίτα, δεν είναι μόνο οι γιορτές, ούτε το νόημα που θέλουν να σου επιβάλουν. Κυρίως είναι η ανάγκη που κρύβουν από κάτω»
            «Κάτι σαν κι αυτό του Καβάφη που μου σχολίαζες τις προάλλες; Πώς λεγόταν το ποίημα .. εκείνο με τις γιορτές και τις φανφάρες των βασιλιάδων; ..» αναρωτιόταν ο Δίδυμος, την ώρα που άπλωνε το χέρι να κρατήσει τη σκάλα όπου ήταν κιόλας ανεβασμένος ο Λι.
             «Αλεξανδρινοί ποιητές. Ακριβώς, αδερφέ, γι’ αυτή την ανάγκη μιλάει.  Γι’ αυτή που μας οδηγεί στις γιορτές και τους στολισμούς. Η ανάγκη μας να στολίσουμε τον κήπο μας, τη βεράντα μας, το σαλόνι μας, τη ζωή μας, ψάχνει εναγωνίως χαραμάδες να τρυπώσει και να βγει στην επιφάνεια. Κι αν δε βρει, ακόμα καλύτερα: προκαλεί αυτή η ίδια τα ρήγματα. Αν δεν είχαμε τις γιορτές, θα τις επινοούσαμε. Στολίζω, γιατί αύριο υποδέχομαι τους φίλους μου. Στολίζω και στολίζομαι.»
            « Ναι, ναι .. και γιατί τα Χριστούγεννα θα υποδεχτείς τον Άνθρωπο που γεννιέται και την Πρωτοχρονιά το Χρόνο που αναγεννιέται.. Ρε Λάμπρο, αμάν, όλα από ’δω τα πας κι από ’κει τα φέρνεις!»
            « Μάλιστα. Και τώρα με στολίζεις κι εσύ, μου φαίνεται!..», αποφαίνεται ο κύριος Λι παριστάνοντας τον πειραγμένο.
            «Σε στολίζω, μπας και βάλεις μυαλό. Σε έχω βαρεθεί να κατηγορείς συνεχώς το mainstream και τελικά να κάνεις τα ίδια, όμως εσύ μετά λόγου και αιτίας, τάχα μου! Έχε χάρη, όμως˙ την ίδια ανάταση νιώθω για όλο αυτό, όπως τελικά κι αν το ονομάσεις. Οπότε, λέω να σε συγχωρήσω. Άλλωστε πρέπει να πάω να πάρω και την κουλούρα που έχω παραγγείλει. Για πέντε λεπτά πέρασα και έπεσα πάλι θύμα διάλεξης. Χαιρετώ!»
            To βράδυ, όταν έμεινε μόνος ο κύριος Λι,  πάτησε το μαγικό κουμπί που πλημμύριζε μουσική το σπίτι – τώρα η αγαπημένη του σονάτα του Σούμπερτ D.821- και  κάθησε θαυμάζοντας τα έργα του. Κι εκεί, ανάμεσα στα γιορτινά λαμπιόνια του, άνοιξε τα ποιήματα του Καβάφη. Αλεξανδρινοί ποιητές:

Μαζεύθηκαν οι Αλεξανδρινοί
να δουν της Κλεοπάτρας τα παιδιά,
τον Καισαρίωνα, και τα μικρά του αδέρφια,
Αλέξανδρο και Πτολεμαίο, που πρώτη
φορά τα βγάζαν έξω στο Γυμνάσιο,
εκεί να τα κηρύξουν βασιλείς
μες στη λαμπρή παράταξι των στρατιωτών

Ο Αλέξανδρος – τον είπαν βασιλέα
της Αρμενίας, της Μηδίας, και των Πάρθων.
Ο Πτολεμαίος - τον είπαν βασιλέα
της Κιλικίας, της Συρίας, και της Φοινίκης.
Ο Καισαρίων στέκονταν πιο εμπροστά,
ντυμένος σε μετάξι τριανταφυλλί,
στο στήθος του ανθοδέσμη από υακίνθους,
η ζώνη του διπλή σειρά σαπφείρων κι αμεθύστων,
δεμένα τα ποδήματά του μ’ άσπρες
κορδέλλες κεντημένες με ροδόχροα μαργαριτάρια.
Αυτόν τον είπαν πιότερο από τους μικρούς,
αυτόν τον είπαν Βασιλέα των Βασιλέων.

Οι Αλεξανδρινοί ένοιωθαν βέβαια
που ήσαν λόγια αυτά και θεατρικά.

Αλλά η μέρα ήτανε ζεστή και ποιητική,
ο ουρανός ένα γαλάζιο ανοιχτό,
το Αλεξανδρινό Γυμνάσιον ένα
θριαμβικό κατόρθωμα της τέχνης,
των αυλικών η πολυτέλεια έκτακτη,
ο Καισαρίων όλο χάρις κι εμορφιά
(της Κλεοπάτρας υιός, αίμα των Λαγιδών)˙
κ’ οι Αλεξανδρινοί έτρεχαν πια στην εορτή,
κ’ ενθουσιάζονταν, κ’ επευφημούσαν,
ελληνικά κ’ αιγυπτιακά και ποιοι εβραίικα,
γοητευμένοι με το ωραίο θέαμα-
μ’ όλο που βέβαια ήξευραν τι άξιζαν αυτά,
τι κούφια λόγια ήσανε αυτές η βασιλείες.

            O Λι έμεινε για λίγο καθισμένος στον καναπέ. Τα φωτάκια κι οι νότες του Σούμπερτ χάιδευαν τις επιφάνειες, τις αισθήσεις, το χρόνο. Έστειλε ένα sms στο Δίδυμο: «Δεν είναι μόνο οι γιορτές ωραίες˙ είναι και το πριν των γιορτών», του γράφει, για να πάρει, προτού προλάβει  να τακτοποιήσει το κινητό του, την απάντηση: «Και το μετά, Λάμπρο, και το μετά!»

Κυριακή, 16 Δεκεμβρίου 2018

βαφτίσια



Η Μυρσίνη κι ο Sami είναι δύο υπάρξεις την ώρα που η νιότη τούς ψιθυρίζει γλυκόλογα. Είναι φοιτητές και κάνουν Erasmus στη Γαλλία. Βρίσκονται λοιπόν σε μια συνθήκη ολοζώντανη, σε ένα περιβάλλον μακριά απ’ αυτό που μεγάλωσαν και πολύ κοντά στον εαυτό τους, σε ένα περιβάλλον όπου τους προσφέρονται με το τσουβάλι γνώσεις ( αν θέλουν) κι εμπειρίες (θέλουν δε θέλουν). Σε ένα καζάνι που βράζει ζωή.
            Η Μυρσίνη ανταλλάσσει μέιλ με τον παλιό της καθηγητή, τον κύριο Λι. Συχνά ανταλλάσσουν links  κι αυτό τους αρέσει πολύ. Το τελευταίο της link, λοιπόν, που αφορούσε σε μια γαλλική σατιρική τηλεοπτική εκπομπή με τους Les inconnus, η Μυρσίνη το συνόδεψε με την παρακάτω φράση: «Ξέρω είναι δύσκολο. Αλλά με το Sami δίπλα για μετάφραση γλωσσική και νοηματική κάτι γίνεται».
            Η μετάφραση, σκέφτεται ο κύριος Λι, γλωσσική και νοηματική, είναι η πρόφαση της παραπάνω συνθήκης. Ο Sami δε θα είχε καμία διάθεση να καθήσει δίπλα μου, μαζί μου, εδώ, και να μου εξηγεί τα αστειάκια των inconnus. Εκεί γιατί το κάνει; Και πώς να την ονομάσουμε αυτή τη συνθήκη;
Επιχειρεί ο κ.Λ. κάποια βαφτίσια, αλλά περιγράφουν λιγότερα απ’ αυτά που σκέφτεται: Αυτό που ισχύει στη συνάντηση της Μυρσίνης και του Sami είναι 
ένας περιρρέων ερωτισμός, όχι,
μια απροσδιόριστη άνοιξη, όχι, όχι,
μία διάχυτη γοητεία, ή μάλλον
μία γραφική άγνοια της τραγικότητας της ύπαρξης, μπα, να το πούμε                                  υποβλητική παραπλάνηση ή 
επιβλητική μαγεία – παιδεύεται ο κ. Λ.
  Πάντως, όσο το παιδεύει, τόσο σιγουρεύεται: Οι συνθήκες πολλές φορές είναι αυτές που αποτελούν τις αιτίες. Kι όχι οι προφάσεις που εμείς χτίζουμε πάνω στις συνθήκες και τις θεωρούμε αιτίες.
  Χαμένος σ’ αυτές τις σκέψεις ο κύριος Λι πατάει το σύνδεσμο, για να δει τους inconnus. Τα γαλλικά τους του φαίνονται δύσκολα, λίγα καταλαβαίνει.
  Ίσως πέρασαν τα χρόνια και έχει αρχίσει να τα ξεχνάει.
  Ίσως είναι που δεν έχει και τον Sami δίπλα του..

Κυριακή, 9 Δεκεμβρίου 2018

Καθρέφτης


             Κάπου κάπου σκέφτεται ο κύριος Λι να κρατάει ένα τετράδιο που θα το ονομάσει ΤΕΚΛΑ (Τετράδιο Κλεμμένων Αποσπασμάτων). Βλέπεις, του έρχονται στο μυαλό στις πιο απίθανες στιγμές κάποια αποφθέγματα, κάποιες φράσεις που ενώ τις βαφτίζει δικές του, είναι σχεδόν βέβαιος ότι κάπου τις έχει διαβάσει, ότι κάποιος άλλος τις έχει διατυπώσει.     
            Όταν το είπε στο Δίδυμο, αυτός γέλασε.
            «Εσύ είσαι φιλόλογος, Λάμπρο, εγώ θα σου θυμίσω το σεφερικό «είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας. Κι επίσης», συμπλήρωσε, «είναι τόσο σοφές αυτές οι φράσεις;»
            Είχε δίκιο ο αδερφός του. Δεν είχε ιδέα πόσο μας ανήκει η κάθε μας σκέψη, η κάθε μας φράση, πόσο δικιά μας είναι ή τι ταξίδι έχει κάνει από τα βάθη του χρόνου και των ανθρώπων για να φτάσει σε μας.  Όμως αυτό δεν του χαλούσε του Λι την ιδέα για το τετράδιο. Ακόμα καλύτερα. Κι ύστερα, κάπως σα να ντρεπόταν απαντώντας στην τελευταία απορία του Δίδυμου:
            «Ε, καλές  είναι. Μερικές έχουν πολύ ζουμί.»
             Η σημερινή φράση τον επισκέφτηκε στο μπάνιο, καθώς λουζόταν. Ο Λι την τακτοποίησε έτσι που να είναι έτοιμη να γραφτεί στο ΤΕΚΛΑ:
            « Τη ζωή δεν τη διαμορφώνουν οι συνθήκες που σου τυχαίνουν να ζήσεις, αλλά το πώς ανταποκρίνεσαι εσύ στις συνθήκες αυτές».

             Ίσως δεν είναι ακριβές ούτε απόλυτο το νόημα τη φράσης. Έχει όμως πυροτεχνική λάμψη, λάμψη που την έχει ανάγκη ο άνθρωπος, όταν είναι να υιοθετήσει. Γιατί, βέβαια, μόλις σκεφτείς δυο αντιθετικά ακραίες συνθήκες ζωής (ας πούμε, ένα αστικό σπίτι στη Στοκχόλμη και ένα γκρεμισμένο διαμέρισμα στη Δαμασκό), αυτομάτως ακυρώνεται η απολυτότητα της φράσης. Εκεί οι συνθήκες ορίζουν – πώς όχι;  Όμως η φράση έγερνε, γέρνει. Στο δεύτερό της σκέλος («..αλλά το πώς ανταποκρίνεσαι εσύ στις συνθήκες αυτές») σε πάει στο δεύτερο πρόσωπο του ενικού κι αυτός είσαι εσύ και σου μιλάει προσωπικά πια για όσα δεν τολμάς και για όσα ονειρεύεσαι, για όσα μένουν πίσω σου από τις προσωπικές αναστολές σου, σε μαλώνει γλυκά, που σημαίνει σε προτρέπει και σε κινητοποιεί. Ζήσε, σου λέει, διαμόρφωσε τις συνθήκες σου, πάψε να μιζεριάζεις πάνω από το πτώμα της χαμένης μέρας που σου πρότεινε η καθημερινότητα. Ανάστησέ το εσύ, ερωτέψου, πάρε τη μπαγκέτα του μαέστρου και δώσε το έναυσμα.
            Σου λέει;
            Όχι, δε σου λέει. Σου διαμορφώνει την ατμόσφαιρα όμως να τα ακούσεις. Κι εσύ στήνεσαι μπροστά απ’ αυτό τον καθρέφτη, ίσως κάποια δευτερόλεπτα πιστεύεις στις μαγικές σου ικανότητες κιόλας, ναι, θα τ’ αλλάξω, ναι, εγώ, ναι, επιτέλους, ας κάνω κάτι.
            Και παίρνεις το μολυβάκι και υπογραμμίζεις τη φράση, αν ήταν σε κάποιο βιβλίο γραμμένη, και μετά τελειώνεις το βιβλίο και δεν το ξανανοίγεις, αλλά να που μετά, σε κάποιες ανύποπτες στιγμές η φράση σε επισκέπτεται, έστω και παραλλαγμένη, έστω και χωρίς τη γοητεία του περιβάλλοντος στο οποίο ανήκει, έρχεται και σε βρίσκει  όταν συζητάς, όταν ακυρώνεις το εισιτήριό σου, όταν σε ακυρώνουν τα μεγάλα προβλήματα, όταν μαγειρεύεις, όταν η ανησυχία σε κρατάει ξύπνιο τις νύχτες, όταν σκουπίζεις το πρόσωπό σου στην πρωινή πετσέτα.
            Ε, scripta manent. Δεν της αξίζει να αποτυπωθεί στο ΤΕΚΛΑ; Δεν αξίζει της μέρας μια αιωνιότητα;

οι φωτογραφίες είναι του Γιάννη Μάνεση

Κυριακή, 2 Δεκεμβρίου 2018

Teath time

          “Πώς τα καταφέρνεις, βρε Μαριάννα;»,  ρωτούσε επίμονα ο κύριος Λι τη φίλη του που είχε σπάσει το δεξί της χέρι. «Δουλειά, σπίτι, υποχρεώσεις, θεραπείες, χωρίς δεξί χέρι, πώς τα βγάζεις πέρα;»
            Όταν ήταν κοντά, στη συζήτηση,  η Μαριάννα απέφευγε την ευθεία απάντηση, δεν πολυκούραζε με την κούρασή της το φίλο της, χαμογελούσε πολύ, ρωτούσε πολύ, ενθάρρυνε πολύ, ξεκινούσε κουβέντες για ωραία πραματάκια  που κέντριζαν το ενδιαφέρον, το χέρι ξεχνιόταν κρυμμένο στο γύψο του, ο γύρω χειμώνας μεταμορφωνόταν σε άνοιξη.
            Όταν ήταν μακριά, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, η Μαριάννα και πάλι απέφευγε την απάντηση˙ την προσπερνούσε. Έστελνε τραγουδάκια και βιντεάκια, ευχές που προσγειώνονταν σε μια ισοπεδωμένη καθημερινότητα και τη βοηθούσαν να σηκωθεί, ρωτούσε πολύ και μετέφερε εικόνες μικρών καθημερινών της απολαύσεων: ένα βιβλίο με το πρώτο φως της ανατολής στον καναπέ, λίγο παιχνίδι και πολλή χαρά με τα ανίψια, μία προσμονή.
            «Πώς τα καταφέρνεις, Μαριάννα;»
            Σα να του φαινόταν του Λι ότι η φίλη του αποφεύγοντας την απάντηση απαντούσε.
            Κι αυτό ήρθε να το επιβεβαιώσει ένα ποίημα. Ένα ποίημα-έκπληξη που έφτασε με το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο. Όπου η Μαριάννα δε μιλούσε για το χέρι, αλλά για τα δόντια. 
            Η φίλη του είχε μεταποιήσει σε ποίηση τα τελευταία της βιώματα. Καμία αναφορά πάντως στο ηττημένο χέρι. Καμία αναφορά σε ήττα, γενικώς. Το χέρι απλώς την οδήγησε να γνωρίσει άλλες περιοχές και λειτουργίες. Να γνωρίσει την τρίτη διάσταση, να φωτίσει αυτά που η συνήθεια έντυνε στο σκοτάδι της τόσον καιρό.
            Και έτσι, έγραψε για τα δόντια. Καιρός να σας πω γι’ αυτά, είπε: «Teath time»



Teath time (ένα ποίημα της Μαριάννας)

Για την τρίτη τους διάσταση δεν είχα υποψιαστεί τίποτα.

Είχα υπ’  όψιν μου τις φράσεις:
«Σε πονάει το δοντάκι»
«Σφίξε τα δόντια»
και το πιο αρχαιοπρεπές
και αιμοσταγές
«Οδούς αντί οδόντος»

Αλλά ιδέα δεν είχα
για το πώς γραπώνουν τη μεταλλική απόληξη,
τραβούν γρήγορα το φερμουάρ
και ανοιγοκλείνουν το τσαντάκι που έχω τώρα για πορτοφόλι.
Για το πόσο σφιχτά μπορεί να μπήγονται στο κουβαριασμένο βαμβακερό
ύφασμα ώστε να πνίγουν τις κραυγές του πόνου
για το πόσο γρήγορα και με μαεστρία μπορούν να κινηθούν
να με βοηθήσουν να διπλώσω, ναι με υπομονή και σε αργή κίνηση,
αλλά να μπορέσω να διπλώσω, το σεντόνι,
για το πόσο εύκολα έμαθα να στηρίζομαι σ’ αυτά
για να μεταφέρω ρούχα και υφάσματα,
από δωμάτιο σε δωμάτιο
σαν μαμά γάτα τα μικρά της.

Στην περίπτωσή μου αποδείχτηκαν
τα πιο συμπονετικά, τα πιο πρόθυμα
να βοηθήσουν.

Όμως αυτό που θαυμάζω
περισσότερο σ’ αυτά
είναι η λευκή τους υπαινικτικότητα
όταν δαγκώνω το σκούρο
κόκκινο σκληρό μήλο
και σε κοιτάω.

            Και κάτω από το ποίημα, σε μια παρένθεση, η Μαριάννα αναρωτιόταν:
                      «(Αυτή η σταδιακή αποκάλυψη των πραγμάτων δεν είναι μια χαρά της ζωής;)»

            Ο Λι διάβασε το ποίημα δυο και τρεις φορές. Γοητεύτηκε από  τις γωνιακές λήψεις της κάμερας, από την κίνηση αυτών που νόμιζε  άψυχων, την επιμονή στη θετικότητα, από την ήρεμη υπαινικτικότητα, από την έκπληξη του τέλους.
            Κυρίως, όμως, έμαθε ότι απαντήσεις στις ερωτήσεις μας μπορούμε να παίρνουμε με χίλιους και έναν τρόπους.