Κυριακή, 24 Δεκεμβρίου 2017

Σιπ



            Ο κύριος Λι θυμάται.
            Φοιτητική παρέα στην Αγγλία. Έλληνες και άγγλοι. Πλησιάζουν Χριστούγεννα. Στολισμένο το Λονδινάκι.
            -Εσείς στολίζετε έλατο, στην Ελλάδα; ρωτάνε.
            -Ναι, στολίζουμε, απαντάει η Αθηνά, αν και το παραδοσιακό είναι να στολίζουμε καραβάκι.
            Καράβι. Σιπ, είπε η Αθηνά, ship, που μάλλον όμως ακούστηκε sheep (πρόβατο) στους άγγλους. Από κει και πέρα ακολουθούν ξεκαρδιστικές σκηνές και διάλογοι, ανάμεσα σε άγγλους που κοιτάζουν με γουρλωμένα μάτια κάνοντας ερωτήσεις με όλο και πιο υψωμένες τις τελευταίες συλλαβές τους:
-                       --  Τι στολίζετε;!
-                        --   Καράβια, ξανά η Αθηνά – με καμάρι
Επιβεβαιώνουν οι άγγλοι ότι μιλάμε για πρόβατα ..
-                       --  Καλά, και πού τα βρίσκετε; ( έκπληκτοι)
-                       --  Ε, τα αγοράζουμε, βέβαια!
-                       --  Και πού τα πουλάνε;
-                       -- Σε μαγαζιά με χριστουγεννιάτικα, συνήθως (!..)
-                      -- Καλά, και πώς τα μεταφέρετε στο σπίτι;
-                       --  Ε, πώς να τα μεταφέρουμε. Ή στο πορτμπαγκάζ, ή, αν δε χωράνε, με τα χέρια.
            Οι Άγγλοι έχουν αρχίσει και κάνουν γκριμάτσες αηδίας. Στα μάτια τους η ελληνική παρέα μπροστά τους, αρχίζει και λαμβάνει διαστάσεις αγρίων τεράστιας βαρβαρότητας.
-                        -- Ωραία. Τα φέρατε στο σπίτι. Μετά, πού τα βάζετε;
-                        --  Στο σαλόνι  φυσικά (!)
-                        --  Στο σαλόνι;! ( τα μάτια πιο γουρλωμένα από ποτέ). Έτσι;!
-                        --  Ε, όχι κι έτσι, Χριστούγεννα είναι, τα στολίζουμε ..  ( περνάει όλο και περισσότερη ώρα μέχρι να κάνουν την επόμενή τους ερώτηση οι άγγλοι)
-                        -- … Πώς τα στολίζετε, δηλαδή;
-                         --   Όπως και σεις τα έλατα. Τους βάζουμε φωτάκια, τους κρεμάμε μπαλίτσες, φάτνες, αγγελουδάκια…


Κάποιοι άγγλοι, είτε επειδή αρχίζουν και πιστεύουν πως η Αθηνά κάνει περίεργο ελληνικό χιούμορ, είτε επειδή δεν κρατιούνται, τολμάνε να γελάσουν˙ αλλά..
-                       --  Κι όταν τελειώσουν τα Χριστούγεννα, τι τα κάνετε;
-                       --  Μα τι ερωτήσεις κάνετε! Τα ξεστολίζουμε και τα βάζουμε κάπου στο πατάρι ή σε καμιά αποθήκη (!)
            Κάπου εκεί παρεμβαίνει μια αγγλίδα, μπερδεύοντας μάλλον το ελληνικό Πάσχα, και λέει:
-                       --  Εγώ έχω ακούσει πως τα τρώτε κιόλας.
            Ήταν η σειρά της Αθηνάς να γουρλώσει τα μάτια. Φαντάστηκε, όμως, πως ήταν αστείο και απάντησε συμπληρώνοντάς το:
-                      --  Ε, καμιά φορά τα τρώμε, αλλά … χωρίς τα στολίδια. Πρώτα ξεκρεμάμε τα στολίδια και μετά – και χαμογέλασε αμήχανα βλέποντας ότι κανείς δε χαμογελάει, αντιθέτως, αποσβολωμένες  φάτσες, κρεμασμένες γλώσσες, μάτια ορθάνοιχτα, κόρες που κινούνται κυκλικά με σφοδρή ταχύτητα.

            Κάπως έτσι συνεχίστηκε ο ελληνοαγγλικός διάλογος, ώσπου να αποκαλυφθεί η παρεξήγηση, ώσπου να αποκαλυφθεί πόσο γέλιο μπορεί καμιά φορά να προκαλέσει ένα «ι» παραπάνω.



Άντε, καλές μας γιορτές!

Κυριακή, 17 Δεκεμβρίου 2017

τη νύχτα που έπεφταν οι διδυμίδες

   
Τη νύχτα που οι διδυμίδες χάιδευαν τα μάγουλα του ουρανού, ο κύριος Λι εγκαταστάθηκε στην ταράτσα, για να απολαύσει τις στιγμές. Η βαριά του κούραση, βέβαια, του υπαγόρευε τακτικές υποχώρησης˙ ωστόσο, το επιβλητικό θέαμα των άστρων και της ύλης που χανόταν λάμποντας, αποδυνάμωσε κάθε του αντίρρηση. Τον μαλάκωσε. Τον υπόταξε, θα λέγαμε καλύτερα.

    Και τον έφερε κοντύτερα στη θεωρία τού αδερφού του  για τα μυρμηγκάκια. Του την είχε στείλει δίκην ηλεκτρονικής επιστολής το καλοκαίρι από το νησί. Γράφει:

«Άκουσε, Λάμπρο,
  Τα μυρμηγκάκια είναι αυτά τα έντομα που τα πατάμε χωρίς να τα παίρνουμε χαμπάρι ή που τα παίρνουμε χαμπάρι και τα πατάμε, αυτά που με αδιαφορία τινάζουμε, αν στις διακοπές μας τύχει και δούμε κανένα πάνω μας, αυτά που, πάλι στις διακοπές μας, με την ανάστροφη της παλάμης μας και φυσώντας τα απομακρύνουμε από την επιφάνεια όπου έχει στάξει λίγο αναψυκτικό ή καρπούζι κλπκλπ Και που οι απανταχού προπαγάνδες τα χρησιμοποιούν ως παραδείγματα προνοητικότητας.
 Στις μυρμηγκοφωλιές στριμώχνονται πολλά μαζί. Αμέτρητα λες. Ανασήκωσε λοιπόν τώρα το φακό σου από την ομάδα των μυρμηγκιών που παρατηρείς. Δίπλα είναι κι άλλα κι άλλα και παραδίπλα άλλα κι άλλη μυρμηγκοφωλιά με πολλά, πολλά μυρμηγκάκια, ένα τετραγωνικό χώμα με άπειρα μαύρα στίγματα, σαν το αρνητικό του νυχτερινού ουρανού. Κάθεσαι λοιπόν εσύ ο λόγω μεγέθους Θεός και παρατηρείς από απόσταση αυτή την πελώρια μάζα των μυρμηγκιών που κινείται για σένα συνεχώς και ακατανόητα, μα για τις μονάδες της πολύ φυσιολογικά. Φαντάσου πώς θα ηχούν όταν φτάσουν στα αυτιά σου οι απόμακρες φωνές τους:
-Γιατί με κοιτάς έτσι, ρε φίλε;
-Είμαι πολύ αγχωμένη σήμερα μ’ αυτή την υπόθεση.
-Αν το μάθει η μάνα μου, θα με σκοτώσει, ρε μαλάκα!
            Φαντάσου πως κάποιο κάνει γυμναστική για να φτιάξει μπράτσα και κάποιο άλλο πρόβα στον καθρέφτη «Ελένη, ξέρεις, αυτό που σου είπα την Κυριακή…», πως κάποιο βγάζει το χέρι του απ’ το παράθυρο του αυτοκινήτου απευθύνοντας μια χειρονομία σ’ ένα άλλο και πως το άλλο βλέπει το σχήμα των δαχτύλων του πρώτου και αφηνιάζει καιούτωκάθεξής. Και, για να μην τα πολυλογούμε, φαντάσου πως, καθώς τελειώνει η παρατήρησή σου και απομακρύνεσαι, καμιά εκατοστή από δαύτα βρίσκονται σε κατάσταση χαλκομανίας στην αριστερή σου πατούσα κι άλλα τόσα στη δεξιά.

            Α, είναι απλή, αδερφέ,  η θεωρία με τα μυρμηγκάκια, ούτε αποσυμβολισμό δε χρειάζεται˙ και επιπλέον καταπραΰνει πολλές φορές τα νεύρα βοηθώντας σε να αποστασιοποιηθείς από τη μάταιη τριβή του μάταιου τούτου κόσμου. 
        Χρειάζεται όμως προσοχή. Εμπεριέχει στοιχεία μηδενισμού κι αυτό αποτελεί μεγάλο υπαρξιακό πρόβλημα. Σου μιλάω εκ πείρας και δεν αστειεύομαι καθόλου.
                                                                                                                                                              Περιμένοντας και τα δικά σου νέα,                                                                                     σε χαιρετώ»

Κυριακή, 10 Δεκεμβρίου 2017

χαλαρό δείπνο στην ταράτσα



Και να σκεφτεί κανείς ότι είχε βάλει τα δυνατά του εκείνο το βράδυ ο κύριος Λι. «Θα σας κατακτήσω, κερατάδες, θα είμαι αυτός που θέλετε».
          Το πού ήξερε, βέβαια, πώς τον θέλουν οι άλλοι είναι μια από τις συνηθισμένες  αυταπάτες των ανθρώπων. Ντυνόμαστε έναν κοινωνικό ρόλο, τον οποίο ξεχνάμε πως δε μας τον έχει επιβάλει κανείς. Προτού μας απαιτήσουν οι άλλοι, τους προσφέρουμε το κεφάλι μας επί πίνακι. «Έτσι είμαστε, αν έτσι σας αρέσει». Και καθώς γινόμαστε «έτσι», γινόμαστε ταυτόχρονα και το σιωπηλό πρότυπο, η σιωπηλή απειλή, οι αμείλικτοι καθρέφτες για τους άλλους που θέλουν κι αυτοί να είναι αρεστοί και αποδεκτοί, και γίνονται «έτσι» γιατί νομίζουν ότι έτσι τους ζητάμε να είναι, γιατί κι αυτοί φοβούνται, γιατί κι αυτοί λίγα ψίχουλα αγάπης μας γυρεύουν. Πανηγύρι!
          Είχε βάλει τα δυνατά του γι’ αυτό το έτσι, λοιπόν, εκείνο το βράδυ ο κύριος Λι. Πρόσφατα αφιχθείς στο νησί, περιορισμένη σχετικά η κοινότητα των ανθρώπων, θα έκανε το παν για να την κερδίσει. Γυάλισε τα καλύτερα όπλα του, ένα γιγάντιο ενδιαφέρον για τα πάντα των άλλων, ευφυές χιούμορ, μια ανατρεπτικού τύπου ετοιμολογία  -  που την πήρε μαζί του το δυνατόν λιγότερο ανατρεπτική – το ισόβιο ανυποχώρητο χαμόγελό του, ανέσυρε παλιές γελαστικές ιστορίες-σήματα κατατεθέντα της ζωής του, άφησε κάποια κιλά ψυχικού βάρους πίσω του, και προχώρησε ακάθεκτος κι ακμαίος για τη νίκη.
          Όλα πήγαν καλά. Το αισθάνθηκε, το έβλεπε, οι εντυπώσεις, το ενδιαφέρον, η επιβράβευση των συνδαιτημόνων και συνδιασκεδαστών  ήταν έκδηλα.
          Όλα.
          Εκτός από το σχόλιο κάποιου που την επόμενη μέρα έφτασε στα αυτιά του, δίκην αστείου, και που έμελλε να αποτελέσει μία ακόμα γελαστική ιστορία στη φαρέτρα του: « Ωραίος τύπος αυτός ο Λι, αλλά, πιστεύετε αλήθεια ότι μπορεί να μιλήσει κανείς σοβαρά μαζί του;»

          Μάλλον θα το παραείχε ρίξει στα ατάκες, στα αστειάκια και στα ευφάνταστα σχόλια-διακοπές στις κουβέντες των άλλων.
          Όταν μάλιστα, αργότερα, θα διηγούνταν το περιστατικό αυτό στις παρέες του, αυτοκριτικός και αυτοσατιριζόμενος υποτίθεται, βρισκόταν ήδη ένα επίπεδο πιο πάνω: για να διηγείσαι κάτι τέτοιο, εννοείται πως είσαι απόλυτα βέβαιος πως ναι, ασφαλώς και μπορείς να μιλήσεις σοβαρά. Πολύ περισσότερο από το μέσον όρο. Τι κρίμα να μην καταλαβαίνει κανείς την επιλογή σου να είσαι διασκεδαστικός και ευχάριστος, χάριν της παρέας, ένα ζεστό καλοκαιρινό βράδυ στο νησί.
          Και τώρα; Τι συνέβη; Ο κύριος Λι φρόντισε όσο μπορούσε για την εικόνα του σύμφωνα μ’ αυτά που πίστευε ότι οι άλλοι περιμένουν από εκείνον. Όμως, μετά το ρεσιτάλ του, ποια εικόνα του είχε φτάσει στην αντίληψη του καθένα; Και πόσο ταυτόσημη ήταν με την εικόνα που είχαν σχηματίσει οι άλλοι; Φτου, να πάρει, εκτός από μας που πουλάμε είναι κι αυτοί που αγοράζουν. Κι ο καθένας έχει τις δικές του ανάγκες, σκέψεις, αντιλήψεις, δυνατότητες, επιθυμίες. Τότε, γιατί, διάολε, δεν μπορούμε να προσφέρουμε τους εαυτούς μας απογυμνωμένους και αληθινούς στους γύρω μας;


          Μπερδεμένος πολύ κοιμήθηκε εκείνη τη νύχτα ο έρμος ο Λι, ξεκρεμώντας κουρασμένος τα αμφίβολης λάμψης όπλα του και ξεχνώντας να βουρτσίσει τα δόντια του την ώρα που η ουλίτιδα συνέχιζε την επέλασή της.

Σάββατο, 2 Δεκεμβρίου 2017

Όλοι κάποτε νέοι. T' estimo - η δική μας ιστορία



            Όλοι κάποτε νέοι. Ο κύριος Λι υπήρξε νέος.
            Με την Υψηλή φιλοξενούν τους ισπανούς φίλους τους στην Αθήνα.
            Δειλινό στο Λυκαβηττό. Στο πάρκινγκ, παραταγμένα παράλληλα το ένα στο άλλο, με τις μούρες τους να ατενίζουν  τα δυτικά πλοκάμια της πόλης μέχρι τα βουνά και τη θάλασσα,  τα αυτοκίνητα, αλλά και οι επιβαίνοντες σ’ αυτά. Ένα είδος  drive in με έργο το ίδιο το ηλιοβασίλεμα.
            Καταφθάνει ασθμαίνον το ντεσεβό, ανοιχτό κονσερβοκούτι, βρίσκει και παίρνει θέση κι αυτό στην παράλληλη διάταξη των ρομαντικών οχημάτων, οδηγών και συνοδηγών.

            Η ελληνοϊσπανική παρέα  θα ανηφορίσει στην κορυφή του λόφου να χαζέψει τη θέα. Όχι όλη: Ο Luis, ο αγαπημένος φίλος του νεαρού τότε Λι, με το ένα του πόδι ατροφικό, το άλλο τεχνητό και τις πατερίτσες του, λέει ν’ αποφύγει τον ανήφορο. «Μπορώ να τη φανταστώ τη θέα. Mejor imaginar», καλύτερο να φαντάζεσαι, δηλώνει, με αρκετή δόση χιούμορ. «Y soñar, también», και να ονειρεύεσαι, επίσης, συμπληρώνει ο νεαρός Λι, μένοντας μ’ αυτόν τον τρόπο, διακριτικά, να συντροφεύει το φίλο του, μέσα στο 2CV, έχοντας στα πόδια τους απλωμένη την όλο και πιο κόκκινη από το ηλιοβασίλεμα Αθήνα.

            Και βάζουν στο κασετόφωνο Lluis Llach. “Testimo”, σ’ αγαπώ. Και τους αρέσει πολύ. Και το θεωρούν θεϊκό. Και το απολαμβάνουν. Και σηκώνουν την ένταση του ήχου πολύ. Κι η φωνή του Llach δραπετεύοντας από την ανοιχτή οροφή του αυτοκινήτου απλώνεται στο γύρω χώρο – ιδανική μουσική πρόταση για την ώρα εκείνου του δειλινού. Και οι δυο φίλοι, συναισθηματικοί αλλά και εγκεφαλικοί, με το χιούμορ σε διαρκή ετοιμότητα, τραγουδάνε με τη μουσική, κάνουν τους ερωτευμένους, αγκαλιάζονται ώσπου το κεφάλι του Luis βρίσκεται στον ώμο του νεαρού Λι, που του το χαϊδεύει στοργικά, κατουρημένοι από τα γέλια και υψώνοντας στο ζενίθ της έντασης το “Τ’ estimo”. Δεν τολμούν καν να κοιτάξουν αριστερά και δεξιά τις φάτσες των ανθρώπων που θα τους κοιτούσαν. Mejor imaginar..

            Το βράδυ, στο σπίτι της Υψηλής, πιάνο -  κιθάρα, επιχειρούν οι δυο τους να το τραγουδήσουν. Βάζουν τα δυνατά τους, είναι δύσκολο τραγούδι, απαιτητικό, το έχουν πάρει σοβαρά. «Ωραία δεν το λένε;», θαυμάζει η Marta. «Πραγματικά, πολύ! Σα να είναι ερωτευμένοι», απαντάει η Ana. Οι δυο φίλοι  ακούν το σχόλιο, ανταλλάσσουν ένα βλέμμα και ξεκαρδίζονται στα γέλια.

            Με πόσες ιστορίες είναι φορτωμένα τα τραγούδια μας;


 Εδώ, στο βίντεο, το 2007 και καμιά 30αριά χρόνια μετά την ιστορία μας,
ο Lluis Llach τραγουδάει το Amor particular (T' estimo)
 στην τελευταία και αποχαιρετιστήρια συναυλία του
στην ιδιαίτερη πατρίδα του, το Verges.



 Kαι μια πρόχειρη απόδοση του τραγουδιού στα ελληνικά:

Πώς να στο πω για να μου είναι απλό
 και να σου είναι αληθινό,
Συχνά σαν τραγουδώ με νιώθω τόσο κοντά σου,
Συχνά όταν ακούς σε νιώθω τόσο κοντά μου,
που νιώθω την ανάγκη να σ’ ευχαριστώ
για τον καιρό τον τόσο που σ’ αγαπώ.

Πόσο πορευτήκαμε μαζί,
στη χαρά μαζί, στον πόνο μαζί,
 και γέμισες πόσες φορές το κενό ανάμεσα στις λέξεις μου,
 και στο παιχνίδι μας μου έδινες πάντα τον καλό ρόλο.
Για όλο αυτό και για άλλα που σου κρύβω,
νιώθω την ανάγκη να σ’ ευχαριστώ
για τον καιρό τον τόσο που σ’ αγαπώ.

Σ’ αγαπώ, μπορεί δειλά, μπορεί χωρίς να ξέρω πώς,
και το λίγο που αξίζω το αρνιέμαι, αν το χάδι μου αρνιέσαι.
Σ’ αγαπώ, κι είμαι ευτυχισμένος
όταν βλέπω τη δύναμή σου να δυναμώνει και να ξεσηκώνει,
γιατί εγώ, γιατί εγώ..

Θα περάσουν τα χρόνια
και θα’ ρθει το τέλος-έτσι πάντα γίνεται,
κι αναρωτιέμαι αν θα βρω τη σωστή χειρονομία,
και ξέρω ότι θα συνηθίσω την απουσία σου,
αλλά όλο αυτό είναι μια άλλη ιστορία,
Τώρα θέλω να σ’ ευχαριστώ
 για τον καιρό τον τόσο που σ’ αγαπώ.

Σ’ αγαπώ (…)

σημ. και βέβαια Αναγνωστάκης οι τρεις λέξεις του τίτλου